βαρέθηκα
τα τριμμένα τραπεζομάντιλα με τους λιπαρούς λεκέδες που δεν λιώνουν
τα γαριασμένα ξεθωριασμένα σεντόνια με τις τρύπες από τσιγάρα
τα πρασινωπά ,κάποτε μαύρα εσώρουχα που αντέχουν στους εξήντα βαθμούς
βαρέθηκα
τα μισοτελειωμένα σαμπουάν στα ράφια του μπάνιου
τα πασαλειμμένα καπάκια οδοντόκρεμας
τα υποτιθέμενα αριστουργηματικά μυθιστορήματα που άφησα στη μέση
βαρέθηκα τα μπεζ σουτιέν μου
τα άλατα στο βραστήρα
το μίκη θεοδωράκη
τα φαγωμένα μου νύχια
τα χαλασμένα πιαστράκια μαλλιών στην τσάντα μου και τα σπασμένα μανταλάκια
βαρέθηκα να ακούω για την οστεοπόρωση και για τον εμφύλιο
για τη χούντα και τους καρκίνους κάθε μορφής
για βιταμίνες και μεταλλικά άλατα
παραδοσιακά προιόντα ,βιολογικά προιοντα
παρενέργειες φαρμάκων
έξυπνες δήθεν ατάκες διαφημίσεων
θεατρικές παραστάσεις στην Επίδαυρο
μεγάλους έρωτες και νοσταλγία για τον παλιό καλό καιρό
δεν μου άρεσαν ποτέ τα γλυκά του κουταλιού
δε μου καίγεται καρφί για τη Μελίνα και τα μάρμαρα
για τη φάβα τα ενεργειακά τζάκια
θα θελα να μουν φωτιά να τα έκαιγα όλα
να μουν νερό να τα έπνιγα
ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις
ψωμί χωρίς γλουτένη
ντεκαφεινέ ονειρώξεις
υγιή σεξουαλικότητα
θα θελα να μουν ανεμοστρόβιλος να τα ξαναμοίραζα σε σας
μαζί με τις βρώμικες σκέψεις μου την ταραχή μου
τις ιδιοτροπίες μου τα πάθη μου.
Monday, April 09, 2012
αισθήσεις και παραισθήσεις
χτες το βράδυ ονειρεύτηκα σύκα βασιλικά κομμένα σε κύβους. μου θύμισαν τα κόκκινα μάτια σου, τα κόκκινα χάπια σου, την ομορφιά της ξενιτιάς σου.
ίσως αυτή τη φορά να μη σε νοστάλγησα τόσο,ίσως αυτή τη φορά ο δαίμονάς σου να μην ήταν τόσο θελκτικός.
τα δέντρα τα πρωινά χαμηλώνουν τα φύλλα τους όπως κλείνουμε τα βλέφαρα από ντροπή.
σαγηνεύουν και σαγηνεύονται όπως μπορούν μέσα στις πόλεις παλεύοντας με την ασφυξία.
αν ήμουν ποιήτρια ίσως να έγραφα κάτι όμορφο για χάρη τους.
μα δεν είμαι και βρίσκω πιο τρυφερές τις ρίζες τους που ποτέ δεν ησυχάζουν.
το κορμί μου είναι μόνο η αφορμή-μια στιγμή όμως,ποτέ δεν μένει ατιμώρητη.
ίσως αυτή τη φορά να μη σε νοστάλγησα τόσο,ίσως αυτή τη φορά ο δαίμονάς σου να μην ήταν τόσο θελκτικός.
τα δέντρα τα πρωινά χαμηλώνουν τα φύλλα τους όπως κλείνουμε τα βλέφαρα από ντροπή.
σαγηνεύουν και σαγηνεύονται όπως μπορούν μέσα στις πόλεις παλεύοντας με την ασφυξία.
αν ήμουν ποιήτρια ίσως να έγραφα κάτι όμορφο για χάρη τους.
μα δεν είμαι και βρίσκω πιο τρυφερές τις ρίζες τους που ποτέ δεν ησυχάζουν.
το κορμί μου είναι μόνο η αφορμή-μια στιγμή όμως,ποτέ δεν μένει ατιμώρητη.
Thursday, April 05, 2012
κοκκινοσκουφίτσα
όταν ήμουν μικρή
φοβόμουν τον κακό λύκο.
όταν μεγάλωσα
κατάλαβα πως ο κακός λύκος ήμουν εγώ
και απλά φοβόμουν τον εαυτό μου.
φοβόμουν τον κακό λύκο.
όταν μεγάλωσα
κατάλαβα πως ο κακός λύκος ήμουν εγώ
Wednesday, April 04, 2012
perfume
αρωματισμένη με αρχαία κεριά
με τσιμπήματα μέλισσας στα χείλη
ντυμένη ιερή στον ναό του νόστου
μυρωμένη τεμαχισμένη.
με τσιμπήματα μέλισσας στα χείλη
ντυμένη ιερή στον ναό του νόστου
μυρωμένη τεμαχισμένη.
Tuesday, April 03, 2012
δημιουργία
θέλω να γεννήσω τα παιδιά όλου του κόσμου
να κάνω έρωτα με τους άνδρες όλου του κόσμου
θέλω να κυοφορήσω τα λουλούδια που ανθίζουν
τα φρούτα που σαπίζουν
θέλω να πιω όλες τις θαλασσινές σπηλιές τις οικουμένης.
γιατί είμαι γυναίκα.
να κάνω έρωτα με τους άνδρες όλου του κόσμου
θέλω να κυοφορήσω τα λουλούδια που ανθίζουν
τα φρούτα που σαπίζουν
θέλω να πιω όλες τις θαλασσινές σπηλιές τις οικουμένης.
γιατί είμαι γυναίκα.
Friday, March 02, 2012
ερωμένη
ξαφνικά έγινες η ιδανική και ανάξια ερωμένη.
άπλωσες τα νύχια σου και έπιασες
λευκά κορίτσια με ροζ μάγουλα,
απογοητευμένες ερωμένες, ερωτοχτυπημένους μαθητές
και σιτεμένες χήρες.
άπλωσες τη σκιά σου σε πετυχημένους επιχειρηματίες,
συγγραφείς,κοσμικούς, αλκοολικούς και ανορεξικούς.
σου έκαναν ξαφνικά καντάδες,
εκεί που σε περνούσαν για επάρατη νόσο,για κατάρα.
άπλωσες με στοργή τα λουλούδια σου σε βάζα,
ταβόρ,λεξοτανίλ,σεροκουέλ,ιμοβάν,λαντόζ,εφεξόρ, στιλνόξ
εξωτικά ονόματα όπως ψύχωση, παραίσθηση, λύπη, μελαγχολία, πρόβλημα συμπεριφοράς.
έγινες ρομαντική όπως έγινε κάποτε η φθίση-όσοι δεν σε έχουν ζηλεύουν.
ζηλεύουν το άπλυτο σώμα σου τα αχτένιστα μαλλιά σου
τα τσαλακωμένα σεντόνια σου την ανικανότητα για οργασμό σου
τις ονειρώξεις σου τα σπασμένα τζάμια σου τα κομμένα χέρια σου.
τις απόπειρες αυτοκτονίας σου τις μανίες σου τα κλάματά σου.
κι εσύ γελάς.
σκέφτεσαι τις χαμένες ώρες τα νεανικά σώματα να ζητάν κι άλλα προιόντα εργαστηρίου
φαρμακα ενέσεις βόλτες στην εξοχή ιδρύματα
φαγωμένα νύχια αλκοολικές ανθυμιάσεις
πόσα σώματα πήρες μαζί σου
στα μαύρα μάτια σου στην καυτή αναπνοή σου
έγινες ξαφνικά κάτι το συνηθισμένο το απτό το καθημερινό.
κι εγώ θυμάμαι από τότε που ζω μαζί σου
μόνο χαμένες ώρες χαμένο χρόνο
ανθρώπους που έχασα ταξίδια που δεν πήγα ζωή που έχασα.
μα μόνο εσύ ήσουν πάντα μαζί μου
όταν οι άλλοι έφυγαν.
άπλωσες τα νύχια σου και έπιασες
λευκά κορίτσια με ροζ μάγουλα,
απογοητευμένες ερωμένες, ερωτοχτυπημένους μαθητές
και σιτεμένες χήρες.
άπλωσες τη σκιά σου σε πετυχημένους επιχειρηματίες,
συγγραφείς,κοσμικούς, αλκοολικούς και ανορεξικούς.
σου έκαναν ξαφνικά καντάδες,
εκεί που σε περνούσαν για επάρατη νόσο,για κατάρα.
άπλωσες με στοργή τα λουλούδια σου σε βάζα,
ταβόρ,λεξοτανίλ,σεροκουέλ,ιμοβάν,λαντόζ,εφεξόρ, στιλνόξ
εξωτικά ονόματα όπως ψύχωση, παραίσθηση, λύπη, μελαγχολία, πρόβλημα συμπεριφοράς.
έγινες ρομαντική όπως έγινε κάποτε η φθίση-όσοι δεν σε έχουν ζηλεύουν.
ζηλεύουν το άπλυτο σώμα σου τα αχτένιστα μαλλιά σου
τα τσαλακωμένα σεντόνια σου την ανικανότητα για οργασμό σου
τις ονειρώξεις σου τα σπασμένα τζάμια σου τα κομμένα χέρια σου.
τις απόπειρες αυτοκτονίας σου τις μανίες σου τα κλάματά σου.
κι εσύ γελάς.
σκέφτεσαι τις χαμένες ώρες τα νεανικά σώματα να ζητάν κι άλλα προιόντα εργαστηρίου
φαρμακα ενέσεις βόλτες στην εξοχή ιδρύματα
φαγωμένα νύχια αλκοολικές ανθυμιάσεις
πόσα σώματα πήρες μαζί σου
στα μαύρα μάτια σου στην καυτή αναπνοή σου
έγινες ξαφνικά κάτι το συνηθισμένο το απτό το καθημερινό.
κι εγώ θυμάμαι από τότε που ζω μαζί σου
μόνο χαμένες ώρες χαμένο χρόνο
ανθρώπους που έχασα ταξίδια που δεν πήγα ζωή που έχασα.
μα μόνο εσύ ήσουν πάντα μαζί μου
όταν οι άλλοι έφυγαν.
Friday, February 17, 2012
δεν το θέλαμε
δεν θέλαμε να είμαστε οι χαμένοι,οι ηττημένοι.
είχαμε ξεχάσει όμως πως ήμασταν φυλακισμένοι σε μια γωνιά
του κόσμου,τυφλωμένοι από φθόνο και οργή.
και δεν ξεσπούσαμε στους καθρέφτες μας ούτε στη γροθιά μας.
σαν ζητιάνοι γυρνούσαμε τις νύχτες
παρακαλώντας για λίγη συμπόνοια λίγη αγάπη λίγη ανυπαρξία.
όταν την παίρναμε δίναμε μια γροθιά στο στόμα μας και ρουφούσαμε το αίμα μας.
θυσιάσαμε τις κόρες μας τους γιους μας τους τάφους μας.
στη σάρκα τους βλέπαμε τον εαυτό μας νικητή,
κι ας έλεγαν πως η ήττα είναι ηρωική, εμείς παλεύαμε χωρίς να μας έχει μείνει αναπνοή.
εμείς τα ξωτικά. εμείς οι επαίτες. εμείς οι κλεπταποδόχοι.
τις νύχτες σαν στρατός από κοράκια πετούσαμε πάνω από την πόλη
και ψάχναμε για θύματα.
τα βρήκαμε
αλλά αργά καταλάβαμε πως ήμασταν εμείς οι ίδιοι.
είχαμε ξεχάσει όμως πως ήμασταν φυλακισμένοι σε μια γωνιά
του κόσμου,τυφλωμένοι από φθόνο και οργή.
και δεν ξεσπούσαμε στους καθρέφτες μας ούτε στη γροθιά μας.
σαν ζητιάνοι γυρνούσαμε τις νύχτες
παρακαλώντας για λίγη συμπόνοια λίγη αγάπη λίγη ανυπαρξία.
όταν την παίρναμε δίναμε μια γροθιά στο στόμα μας και ρουφούσαμε το αίμα μας.
θυσιάσαμε τις κόρες μας τους γιους μας τους τάφους μας.
στη σάρκα τους βλέπαμε τον εαυτό μας νικητή,
κι ας έλεγαν πως η ήττα είναι ηρωική, εμείς παλεύαμε χωρίς να μας έχει μείνει αναπνοή.
εμείς τα ξωτικά. εμείς οι επαίτες. εμείς οι κλεπταποδόχοι.
τις νύχτες σαν στρατός από κοράκια πετούσαμε πάνω από την πόλη
και ψάχναμε για θύματα.
τα βρήκαμε
αλλά αργά καταλάβαμε πως ήμασταν εμείς οι ίδιοι.
Monday, February 13, 2012
τις ημέρες αυτές
τις ημέρες αυτές δεν έχω σώμα.
εξατμίζεται στο ταβάνι και υγροποιείται κατά βούληση.
τις ημέρες αυτές δεν έχω σάρκα. τρέφομαι με υγρά και δάκρυα και ιδρώτα.
τις ημέρες αυτές δεν έχω θερμότητα.
τυλίγομαι με κουρέλια και δένω πέτρες στους αστραγάλους.
πόσο θα ήθελα να στολίζομαι με πολύτιμα υφάσματα
να χρωματίζομαι με πορφύρα
να αγγίζω το πρόσωπό σου.
κλαίω τα βράδια μουτζουρωμένη σαν απόρριψη.
τις ημέρες αυτές δεν έχω σώμα.
αν είχα θα σου ανήκε.
εξατμίζεται στο ταβάνι και υγροποιείται κατά βούληση.
τις ημέρες αυτές δεν έχω σάρκα. τρέφομαι με υγρά και δάκρυα και ιδρώτα.
τις ημέρες αυτές δεν έχω θερμότητα.
τυλίγομαι με κουρέλια και δένω πέτρες στους αστραγάλους.
πόσο θα ήθελα να στολίζομαι με πολύτιμα υφάσματα
να χρωματίζομαι με πορφύρα
να αγγίζω το πρόσωπό σου.
κλαίω τα βράδια μουτζουρωμένη σαν απόρριψη.
τις ημέρες αυτές δεν έχω σώμα.
αν είχα θα σου ανήκε.
Saturday, February 04, 2012
στα ράφια
φουντωτά φύλλα από σπανάκι με στάλες δροσιάς ακόμα πάνω τους, πιπεριές τσίλι τόσο δα μικρές να καίνε το στόμα και τον ουρανίσκο,εξωτικό τζίντζερ πιπεράτο και ζωντανό, χαζεύω τη ζωντάνια σας και τα ζηλεύω,σπάνιες για την εποχή φράουλες να περιμένουν την κρέμα και τη ζάχαρη στο πορσελάνινο μπωλ, κολοκύθα ηλιοστάλαχτη μέσα στη γκρίζα μέρα, όταν μεγαλώσω θέλω να έχω το χρώμα σου στην καρδιά μου και να φωτίζω, λάχανα κόκκινα και λευκά, μεγάλα σαν κεφάλια, θέλω να τραβάω τα φύλλα σου με ηδονή, στη σειρά σαν στρατιωτάκια,πάρτε με στο σπίτι σας και θα σας θρέψω,θα σας φροντίσω και θα σας χορτάσω,οι χυμοί των φρούτων,φραγκόσυκα από τη Μάνη, βατόμουρα από σκονισμένους θάμνους να κοκκινίζουν τα στόματα, πορτοκάλια από την Καλιφόρνια και καρύδια να σπάνε στο πάτωμα, έλα να σε φροντίσω,να σε πλύνω και να σου μαγειρέψω,να σου χαρίσω όλα τα καλά του κόσμου και της γης, να σε αλατίσω και να σε πιπερώσω, να σε πλύνω και να σε ζεματίσω, να σε βάλω στο μπωλ και να σε θαυμάσω,να ταξιδέψουμε στην υφήλιο με τα στόματα μας γεμάτα σποράκια φράουλας να μεθάνε,έλα στον κήπο μου να σε φιλέψω,να σε γεύομαι και να με γεύεσαι, να είμαι η γη να είσαι το χώμα,να είμαι το φύλλο να είσαι η δροσιά μου.
Wednesday, February 01, 2012
1η φλεβάρη
και πάλι ήρθε το αίμα, τόσα χρόνια η ίδια δουλειά,μια φορά το μήνα να γίνεσαι βρέφος,να σκέφτεσαι πως πρέπει να αγοράσεις τις γαμημένες τις σερβιέτες και τα ταμπόν, να βγάλεις άπό το συρτάρι τα γκρίζα τα τρύπια τα παλιά εσώρουχα που δε λένε να σκιστούν να τα πετάξεις να πάρεις καινούρια,και το κρύο να μπαίνει μέσα σου και να μη βγαίνει με τίποτα, να λεκιάζει τα σεντόνια,να πρήζει το στήθος και την κοιλιά,να χαλάει το δέρμα και να ζητάει μεσάνυχτα σοκολάτες,και μέρες στο μπάνιο να τρίβεις τα ρούχα με βούρτσα και σαπούνι και κρύο νερό,το αίμα με ζεστό νερό δε βγαίνει με τίποτα,και να ξεραίνονται τα χέρια με τα απορρυπαντικά και οι λεκέδες εκεί,και να πλένεις και εσένα,να τρέχει σιγά σιγά σα χαλασμένη βρύση,πέντε το πρωί τρεις το πρωί και να κρυώνεις αλλά το ρημάδι εκεί,όχι γάργαρο σαν πληγή αλλά σκουριασμένο σαν εντόσθια,σφουγγάρι και νερό και χαρτιά τουαλέτας και βαμβάκια,τα νύχια να κοκκινίζουν από κάτω και να μην έχεις το κουράγιο,να στάζεις φοβισμένη στη ζέστη και στον καύσωνα και στα πρωτοβρόχια και στα κρύα του μάρτη,οι ορμόνες χορεύουν βάλς,τα σεντόνια να στριφογυρίζουν στο πλυντήριο,δεν αντέχω δεν αντέχω, μεσουλιντ και πονστάν στο κομοδίνο,και γιατροσόφια,τα έχουμε δοκιμάσει όλα,κανέλα και γλυκάνισο και χαμομήλι και θερμοφόρες,και ασταμάτητο το ρυάκι να τρέχει να τρέχει και να μη στερεύει,τα νιάτα μου τα πέρασα με λευκαντικά και χλωρίνες και μουλιάσματα και λεκάνες, κι ένα κρύο ανάμεσα στα πόδια και ένα φόβο και μια ενοχή,ωάρια που σε εγκαταλείπουν και σάλπιγγες που αδειάζουν και μια μήτρα μουγκή, και τη σιωπή της γυναίκας,να ματώνεις,να ματώνεις και να μην μπορείς να το πεις.
Sunday, January 22, 2012
τι απέγιναν
τι απέγιναν εκείνα τα δειλά αγόρια
που ντρέπονταν να μας φιλήσουν
ντρέπονταν να δουν τον πόθο μας
που κάπνιζαν μαζί μας τσιγάρα και όνειρα στα σκαλοπάτια έρημων κτιρίων
τι απέγιναν τα ζεστά χέρια τους
τα κοχύλια που είχαν στα δάχτυλά τους
τα μαύρα πανωφόρια τους.
στράγγιζαν τα βράδια μας με τη μυρωδιά τους
θέλαμε να μας σκεπάζουν τις νύχτες
κλαίγαμε και λέγαμε πως φταίει ο καπνός
τους βλέπαμε να διαλύονται στην άμμο.
τι απέγιναν όλοι οι άνδρες που αγάπησα
που έδωσα ανάσες και μεθυσμένα φιλιά και ρίγη
που αποκοίμησα στο στήθος μου
που ήπιαν τον καφέ μου και τις λύπες μου
που μαχαίρωσα με το σώμα μου και σημάδεψα με το αίμα μου
τι να απέγινε ο ιδρώτας τους
άραγε με σκέφτονται
σαν παρθένα ή σαν ιέρεια μαυροντυμένη
σαν κορίτσι ή σαν κάτι πεθαμένο
με μπλε χείλη από το κρύο και την αναμονή
ή ανθισμένη από αγάπη
σημαδεμένη από μαχαίρια θυσίας
υποταγμένη στους όρκους τους
ή ίσως λευκοντυμένη με γρήγορη ανάσα
κάπου στις γκρίζες πόλεις.
που ντρέπονταν να μας φιλήσουν
ντρέπονταν να δουν τον πόθο μας
που κάπνιζαν μαζί μας τσιγάρα και όνειρα στα σκαλοπάτια έρημων κτιρίων
τι απέγιναν τα ζεστά χέρια τους
τα κοχύλια που είχαν στα δάχτυλά τους
τα μαύρα πανωφόρια τους.
στράγγιζαν τα βράδια μας με τη μυρωδιά τους
θέλαμε να μας σκεπάζουν τις νύχτες
κλαίγαμε και λέγαμε πως φταίει ο καπνός
τους βλέπαμε να διαλύονται στην άμμο.
τι απέγιναν όλοι οι άνδρες που αγάπησα
που έδωσα ανάσες και μεθυσμένα φιλιά και ρίγη
που αποκοίμησα στο στήθος μου
που ήπιαν τον καφέ μου και τις λύπες μου
που μαχαίρωσα με το σώμα μου και σημάδεψα με το αίμα μου
τι να απέγινε ο ιδρώτας τους
άραγε με σκέφτονται
σαν παρθένα ή σαν ιέρεια μαυροντυμένη
σαν κορίτσι ή σαν κάτι πεθαμένο
με μπλε χείλη από το κρύο και την αναμονή
ή ανθισμένη από αγάπη
σημαδεμένη από μαχαίρια θυσίας
υποταγμένη στους όρκους τους
ή ίσως λευκοντυμένη με γρήγορη ανάσα
κάπου στις γκρίζες πόλεις.
Friday, January 20, 2012
καημός
δεν ξέρω τι με πονάει περισσότερο
το πράσινο των δέντρων
τα χείλια της μάνας μου στον καθρέφτη μου
ή η ζαλάδα του έρωτα
που δεν έρχεται.
το πράσινο των δέντρων
τα χείλια της μάνας μου στον καθρέφτη μου
ή η ζαλάδα του έρωτα
που δεν έρχεται.
Thursday, January 19, 2012
γράφοντας πονάς περισσότερο
γράφοντας πονάς περισσότερο, εισπνέεις τους καπνούς του τσιγάρου σα ναυαγός, ατέλειωτες νύχτες στα κρύα πλακάκια του μπάνιου, ο θάνατος αναπνέει στο λαιμό μου, ιδανικοί αυτόχειρες, το καλοκαίρι ήρθε και έφυγε και εγώ δεν πήγα πουθενά, σε έκρυβα στο μαξιλάρι μου για να μην σε δει ο ήλιος και σε κάψει, τώρα έρχεται η άνοιξη και δες με έχω ζαρώσει, είμαι ένα μικρό μικρό μπαλάκι, χωράω στο χέρι σου χωράω στην παλάμη σου, δεν κλαίω γιατί ξέμαθα, μια ζωή με τα μάτια ανοιχτά και το χέρι απλωμένο,αγάπα με αγάπα με, είμαστε τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν, φοβόμαστε το σκοτάδι και τους έρημους δρόμους, τα κορμιά μας στέγνωσαν, καραμέλες τριαντάφυλλο και ταβόρ και αλκοόλ, μυρίζουμε γάλα και καπνό και απόγνωση, τα βράδια γυρνάμε σε σταθμούς τρένων σαν ξωτικά, πιάνουμε φιλίες με γάτες, αγκαλιάζουμε τις κολώνες για να ζεσταθούμε, με ένα μαχαίρι στο στήθος μας
με ένα δολοφόνο μέσα μας.
με ένα δολοφόνο μέσα μας.
Tuesday, January 17, 2012
σταχτη
σαν να είμαι ένα ξύλο στο τζάκι χωρίς παρελθόν που μαζεύτηκε από ένα νεκρό δάσος, από κάτω μου άνθιζαν λουλούδια και βοτάνια, μάζευα νερά και μέλισσες, τώρα καίγομαι για να ζεσταίνω τους άλλους και μετά με ξεχνάνε
λάμπω για λίγο και μετά γίνομαι γκρίζα σκόνη
είμαι όμορφη και νέα και επικίνδυνη αν με πιάσεις θα σε κάψω γιατί σε ζεσταίνω
είμαι αίμα είμαι σπέρμα
κάνω έρωτα με σίδερα
καίω άχρηστα χαρτιά δεν έχω έλεος
απαιτώ το βλέμμα την προσοχή τον έρωτα
δεν τα παίρνω ποτέ όπως τα θέλω.
είμαι ορμή.
είμαι νερό.
είμαι παρελθόν και μέλλον.
είμαι χιλιάδες γέννες ενόχων.
με καταράστηκαν να ζεσταίνω τα μέλη σας.
λάμπω για λίγο και μετά γίνομαι γκρίζα σκόνη
είμαι όμορφη και νέα και επικίνδυνη αν με πιάσεις θα σε κάψω γιατί σε ζεσταίνω
είμαι αίμα είμαι σπέρμα
κάνω έρωτα με σίδερα
καίω άχρηστα χαρτιά δεν έχω έλεος
απαιτώ το βλέμμα την προσοχή τον έρωτα
δεν τα παίρνω ποτέ όπως τα θέλω.
είμαι ορμή.
είμαι νερό.
είμαι παρελθόν και μέλλον.
είμαι χιλιάδες γέννες ενόχων.
με καταράστηκαν να ζεσταίνω τα μέλη σας.
Monday, January 16, 2012
οι γυναίκες του πρωινού
θέλουν να ουρλιάξουν
μπροστά στα ράφια
ζεσταίνονται μέσα στα χοντρά τους παλτά
τα χέρια τους πονάνε
κουβαλάνε βλέπεις αναμνήσεις και πόθους
και θέλουν να πετάξουν από πάνω τους τη σιωπή τη στοργή και τα θέλω των άλλων
χαμογελούν στωικά.
αφήνουν να τους πάρουν τη θέση.
έχουν το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω.
κάποτε ίσως να ήταν νέες
να είχαν μαύρα μάτια και κάρβουνα στην ψυχή.
τα βράδια έρχονται στον ύπνο μας σαν πουλιά
κάνουν στα όνειρά μας τα ταξίδια τους
καπνίζουν τα τσιγάρα μας
φιλούν τους άντρες μας
μας ξεσκεπάζουν
και από μέσα τους γελάνε.
και όταν ξυπνούν είναι τα μάγουλά τους κόκκινα
και η ανάσα τους πιο γρήγορη.
για μια στιγμή.
για ένα λεπτό.
όσο κρατάει η ευτυχία.
μπροστά στα ράφια
ζεσταίνονται μέσα στα χοντρά τους παλτά
τα χέρια τους πονάνε
κουβαλάνε βλέπεις αναμνήσεις και πόθους
και θέλουν να πετάξουν από πάνω τους τη σιωπή τη στοργή και τα θέλω των άλλων
χαμογελούν στωικά.
αφήνουν να τους πάρουν τη θέση.
έχουν το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω.
κάποτε ίσως να ήταν νέες
να είχαν μαύρα μάτια και κάρβουνα στην ψυχή.
τα βράδια έρχονται στον ύπνο μας σαν πουλιά
κάνουν στα όνειρά μας τα ταξίδια τους
καπνίζουν τα τσιγάρα μας
φιλούν τους άντρες μας
μας ξεσκεπάζουν
και από μέσα τους γελάνε.
και όταν ξυπνούν είναι τα μάγουλά τους κόκκινα
και η ανάσα τους πιο γρήγορη.
για μια στιγμή.
για ένα λεπτό.
όσο κρατάει η ευτυχία.
Thursday, January 05, 2012
βαφες
ακόμα και όταν βάφεις τα φριχτά καλύμματα ελπίζεις πως μαζί τους βάφεις ξανά
την άχρωμη ζωή σου,
σβήνεις το χρώμα με δηλητηριώδη άλατα και καυτά νερά,
δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει,
αν το χρώμα είναι ομοιόμορφο και όπως το περιμένεις,
ο κάδος στριφογυρίζει
σαν το μυαλό σου
σαν τις σκέψεις σου
ακόμα και όταν βάφεις τα μαλλιά σου
προσπαθείς να κρύψεις το χρόνο
τους προγόνους σου
τα λάθη σου
θες να φτιάξεις καινούριους καμβάδες
να απλώσεις χρυσό και πορφύρα και λαμπερές πινελιές
μα πάντα
ξανά κερδίζει το γκρίζο
τα σκασμένα χείλη
το φτηνό ύφασμα
και σαν τον άδειο κάδο
είναι και η καρδιά σου.
την άχρωμη ζωή σου,
σβήνεις το χρώμα με δηλητηριώδη άλατα και καυτά νερά,
δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει,
αν το χρώμα είναι ομοιόμορφο και όπως το περιμένεις,
ο κάδος στριφογυρίζει
σαν το μυαλό σου
σαν τις σκέψεις σου
ακόμα και όταν βάφεις τα μαλλιά σου
προσπαθείς να κρύψεις το χρόνο
τους προγόνους σου
τα λάθη σου
θες να φτιάξεις καινούριους καμβάδες
να απλώσεις χρυσό και πορφύρα και λαμπερές πινελιές
μα πάντα
ξανά κερδίζει το γκρίζο
τα σκασμένα χείλη
το φτηνό ύφασμα
και σαν τον άδειο κάδο
είναι και η καρδιά σου.
Wednesday, January 04, 2012
οι ηλιολουστες μερες
ήταν όμορφα χτες στο Χαλάνδρι, ο ήλιος χάιδευε τα πεζοδρόμια, τις μύτες των παιδιών και τα κασκόλ στις τζαμαρίες, shalimar initial στους καρπούς μου, ένα καθυστερημένο δώρο, βελούδινες πούδρες chanel, περπατώ με σίγουρο βήμα όταν ο λύκος δεν είναι εδώ γιατί εγώ είμαι ο λύκος, είμαι η La Lupa η λύκαινα με τη Μανιάνι, τα μάτια μου είναι φωτεινά δες.
Τα βράδια καίω φλούδες πορτοκαλιού στο τζάκι,δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό, μου αρέσει να βλέπω τις ζουμερές σάρκες να καίγονται, τόσο χυμώδεις τόσο μαύρες, τόσο πυρωμένη η μασιά όσο η καρδιά μου, την ακουμπάω αλλά δεν καίγομαι, είμαι μάγισσα, είμαι λύκαινα,
είμαι ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα, τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό,στροβιλίζομαι στο πεζοδρόμιο, κοίτα,κοίτα
πετάω.
Τα βράδια καίω φλούδες πορτοκαλιού στο τζάκι,δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό, μου αρέσει να βλέπω τις ζουμερές σάρκες να καίγονται, τόσο χυμώδεις τόσο μαύρες, τόσο πυρωμένη η μασιά όσο η καρδιά μου, την ακουμπάω αλλά δεν καίγομαι, είμαι μάγισσα, είμαι λύκαινα,
είμαι ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα, τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό,στροβιλίζομαι στο πεζοδρόμιο, κοίτα,κοίτα
πετάω.
Saturday, December 24, 2011
24 δεκεμβριου,2011
ακόμα κι αν το δαχτυλίδι δεν φορέθηκε τα δάχτυλά μου
ακόμα κι αν το λευκό μου φόρεμα λερώθηκε
μέρα με τη μέρα
χρόνο με το χρόνο
μέσα στις γκρίζες πόλεις στα λασπόνερα στο χώμα
ακόμα κι αν τα πόδια μου μάτωσαν
πάνω στους καρπούς μου ισορροπώ
τρία κάρβουνα αναμμένα .
κι όσο και να πονώ δεν πέφτουν.
και στις βρώμικες πόλεις που ξημερώνομαι
γυμνή και σκοροφαγωμένη
βλέπουν τη φλόγα τους τα μάτια μου.
κι ας δεν στολίστηκα με τον καρπό της γης και τους χυμούς της.
ακόμα κι αν το λευκό μου φόρεμα λερώθηκε
μέρα με τη μέρα
χρόνο με το χρόνο
μέσα στις γκρίζες πόλεις στα λασπόνερα στο χώμα
ακόμα κι αν τα πόδια μου μάτωσαν
πάνω στους καρπούς μου ισορροπώ
τρία κάρβουνα αναμμένα .
κι όσο και να πονώ δεν πέφτουν.
και στις βρώμικες πόλεις που ξημερώνομαι
γυμνή και σκοροφαγωμένη
βλέπουν τη φλόγα τους τα μάτια μου.
κι ας δεν στολίστηκα με τον καρπό της γης και τους χυμούς της.
Monday, December 05, 2011
πάλη
θα θελα να γράφω περισσοτερο
αλλα
κουραστηκα
να
χαιδευω
τους
εφιαλτες
μου
και
να καλω
αγαρμπες
αναμνησεις
σε παρτυ
και
εκεινες
να καθονται
στη γωνια
αμιλητες
αλλα
κουραστηκα
να
χαιδευω
τους
εφιαλτες
μου
και
να καλω
αγαρμπες
αναμνησεις
σε παρτυ
και
εκεινες
να καθονται
στη γωνια
αμιλητες
Friday, December 02, 2011
Oh! Laura!
Φύλα το παιδί, Θεέ μου.
Ήταν ζεστό και γλυκο και κακό σε κανέναν δεν έκανε.
Έκανε την προσευχή του σε Σένα και ένα σημάδι περίμενε
απλά πως Εσύ υπάρχεις, μα δεν του το έδωσες.
Κι εκείνο μέσα στα σκεπάσματα έκλαιγε και σε ζητούσε
και έσφιγγε την άκρη της κουβέρτας από φόβο.
Δώσε του τώρα τη στοργή που δεν πρόλαβε να πάρει.
Και ένα αρνάκι δώσε του, μικρό και αθώο
να παίζουν και να το ζεσταίνει τα βράδια
να μην ξανανιώσει πια το κρύο.
Ήταν ζεστό και γλυκο και κακό σε κανέναν δεν έκανε.
Έκανε την προσευχή του σε Σένα και ένα σημάδι περίμενε
απλά πως Εσύ υπάρχεις, μα δεν του το έδωσες.
Κι εκείνο μέσα στα σκεπάσματα έκλαιγε και σε ζητούσε
και έσφιγγε την άκρη της κουβέρτας από φόβο.
Δώσε του τώρα τη στοργή που δεν πρόλαβε να πάρει.
Και ένα αρνάκι δώσε του, μικρό και αθώο
να παίζουν και να το ζεσταίνει τα βράδια
να μην ξανανιώσει πια το κρύο.
Subscribe to:
Posts (Atom)