μέσα σε κραγιόν που έχει τίτλο first bite. Χωρίς μουσική και τραγούδια. Ίσως καμιά βόλτα με φίλους και ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Βιομηχανικές περιοχές με πανάκριβα ρούχα σχεδιαστών στο πλάι και αγάλματα σε καθολικές εκκλησίες. Ματώνουν απ'τα μάτια και η Παναγία θηλάζει το Χριστό, το ένα στήθος γυμνό, στο προσφέρω.
Δεν υπάρχω.
Εξατμίστηκα στα σύννεφα και έλιωσα σαν τον πάγο το πρωί. Δεν είσαι η σωτηρία μου αλλά είσαι κάτι.
Δεν υπάρχουν θάλασσες, κύματα και ρομαντικά τραγούδια. Δεν υπάρχουν ωραία δείπνα παρά μόνο τσιμπολογήματα στην κουζίνα και τα άπλυτα της προηγούμενης μέρας.
Δεν είμαι στην αγκαλιά σου. Είμαι παραίσθηση. Είμαι η γυναίκα με τα σκασμένα χείλια στις αίθουσες αναμονής. Εκείνη που δεν ήταν ποτέ αντικείμενο ηδονής, αλλά αντικείμενο προσβολών. Και δε με νοιάζει και θέλω να φωνάξω μα δεν έχει νόημα και αυτό πονάει πιο πολύ ακόμα. Και άλλος ένας καφές στον αποστειρωμένο αέρα.
Χάνομαι μέσα σε σύννεφα ροζ πούδρας και η Τσέρυ δεν υπάρχει.
Wednesday, January 31, 2007
Wednesday, January 24, 2007
κι αν γίνει;
στέκομαι στο χείλος. όπως πάντα λέω μέσα μου. από κάτω μου η θάλασσα, κατακόρυφα. βλέπω το λευκό της γλώσσας των κυμάτων. μερικοί άνθρωποι στα βράχια. τι περιμένουν; τι περιμένουν να δουν; παράξενα ζώα, αμφίβια, όστρακα; δεν υπάρχουν πια. δεν υπάρχει πια ζωή κι ας είναι γεμάτα τα βράχια από κόσμο.
κι αν έσπαγε το τακούνι; κι αν παραπατούσα; κι αν αποφάσιζα να πηδήξω;
κατακόρυφα, ολόισια, σαν μπαλαρίνα. κι ας μην έχει καμιά χάρη το χαμόγελό μου.
μια μάζα άμορφη από κόκκαλα και ματωμένη σάρκα πάνω στα βράχια. παραμορφωμένη. ακόμα ζεστή. τα μάτια ανοιχτά να αντανακλούν το τοπίο. για μια τελευταία φορά.
σαν να παρακαλούν, σαν σειρήνες τα βράχια, να λένε, έλα, πέσε.σαν τις λόρελάι της γερμανικής μυθολογίας. μοιάζουν τόσο φιλόξενα, αλήθεια. δεν είναι κοφτερά, έτσι φαίνεται.
όλα είναι θέμα οπτικής.
κι αν πέσω στη θάλασσα μέσα,θα τσούξει το ιώδιο και το αλάτι μα εγώ δε θα το νιώθω.θα βάψει το αίμα μου τα καβούρια και θα συνεχίσουν να προχωρούν πλάγια προς τις φωλιές τους, τρομαγμένα, κρυμμένα μέσα στο όστρακό τους. δειλά όπως πάντα. σαν τα καρκινικά κύτταρα που ύπουλα κατατρώνε τα υγιή. τα παπούτσια μου θα καταστραφούν από το θαλασσόνερο. θα σαπίσουν. όπως θα σαπίσει και το δικό μου δέρμα. και όλοι θα πουν, 'τι τραγωδία" ,οι οδηγοί της κυριακής και οι συνταξιούχοι και το νοητικά καθυστερημένο παιδί στον πάγκο και ο ιδιοκτήτης του καφέ που θα γίνει αυτόπτης μάρτυρας στα κανάλια.
και τα σπασμένα δάχτυλά μου στα βράχια θα λένε, "αυτό ήταν, τέλος."
κι αν έσπαγε το τακούνι; κι αν παραπατούσα; κι αν αποφάσιζα να πηδήξω;
κατακόρυφα, ολόισια, σαν μπαλαρίνα. κι ας μην έχει καμιά χάρη το χαμόγελό μου.
μια μάζα άμορφη από κόκκαλα και ματωμένη σάρκα πάνω στα βράχια. παραμορφωμένη. ακόμα ζεστή. τα μάτια ανοιχτά να αντανακλούν το τοπίο. για μια τελευταία φορά.
σαν να παρακαλούν, σαν σειρήνες τα βράχια, να λένε, έλα, πέσε.σαν τις λόρελάι της γερμανικής μυθολογίας. μοιάζουν τόσο φιλόξενα, αλήθεια. δεν είναι κοφτερά, έτσι φαίνεται.
όλα είναι θέμα οπτικής.
κι αν πέσω στη θάλασσα μέσα,θα τσούξει το ιώδιο και το αλάτι μα εγώ δε θα το νιώθω.θα βάψει το αίμα μου τα καβούρια και θα συνεχίσουν να προχωρούν πλάγια προς τις φωλιές τους, τρομαγμένα, κρυμμένα μέσα στο όστρακό τους. δειλά όπως πάντα. σαν τα καρκινικά κύτταρα που ύπουλα κατατρώνε τα υγιή. τα παπούτσια μου θα καταστραφούν από το θαλασσόνερο. θα σαπίσουν. όπως θα σαπίσει και το δικό μου δέρμα. και όλοι θα πουν, 'τι τραγωδία" ,οι οδηγοί της κυριακής και οι συνταξιούχοι και το νοητικά καθυστερημένο παιδί στον πάγκο και ο ιδιοκτήτης του καφέ που θα γίνει αυτόπτης μάρτυρας στα κανάλια.
και τα σπασμένα δάχτυλά μου στα βράχια θα λένε, "αυτό ήταν, τέλος."
Monday, January 22, 2007
love at first bite..
Μου αρέσει έτσι όπως πίνεις το ποτό σου, μου λέει. Με ένα παγάκι.Και σε περίμενα στα χιόνια μα δεν μπορούσα να σου μιλήσω. Σαν να πήγαινε μέσα ο ήχος. Χρόνια τώρα.
Μου αρέσει ο τρόπος που σουφρώνεις τη μύτη σου ειρωνικά και οι μικρές σου συνήθειες, η κίνηση που κάνει η ρόμπα σου στο μπαλκόνι καθώς ποτίζεις τα λουλούδια, το κραγιόν που φεύγει απ'τα χείλη σου σαν το χρόνο τον ίδιο.
Θέλω να ηρεμήσω τον τρανταγμένο ύπνο σου. Να σε κάνω να ξαναθυμηθείς τις πιο όμορφες στιγμές σου.Να σε δω να αναλύεσαι. Να σαι δάκρυα και ρίγη.
Να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να μη βλέπεις πια δαίμονες. Μόνο κρίνα.Να βγαίνουν απ'τα βλέφαρά σου και να ανθίζουν. Να είσαι η γη και η θάλασσα μαζί. Να σε κοιτάω όταν γράφεις.
" Και μετά θα πρέπει να σε σκοτώσω".
"Το ξέρω. Μα δεν θα το άλλαζα , ακόμα και να μπορούσα. "
Τον δάγκωσα. Love at first bite.
Μου αρέσει ο τρόπος που σουφρώνεις τη μύτη σου ειρωνικά και οι μικρές σου συνήθειες, η κίνηση που κάνει η ρόμπα σου στο μπαλκόνι καθώς ποτίζεις τα λουλούδια, το κραγιόν που φεύγει απ'τα χείλη σου σαν το χρόνο τον ίδιο.
Θέλω να ηρεμήσω τον τρανταγμένο ύπνο σου. Να σε κάνω να ξαναθυμηθείς τις πιο όμορφες στιγμές σου.Να σε δω να αναλύεσαι. Να σαι δάκρυα και ρίγη.
Να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να μη βλέπεις πια δαίμονες. Μόνο κρίνα.Να βγαίνουν απ'τα βλέφαρά σου και να ανθίζουν. Να είσαι η γη και η θάλασσα μαζί. Να σε κοιτάω όταν γράφεις.
" Και μετά θα πρέπει να σε σκοτώσω".
"Το ξέρω. Μα δεν θα το άλλαζα , ακόμα και να μπορούσα. "
Τον δάγκωσα. Love at first bite.
Friday, January 19, 2007
Αφού το ξέρω
ξέρω πως αγόρασες το σαμπουάν με άρωμα τζίντζερ για να νομίζεις πως μυρίζεις τα μαλλιά μου, ξέρω πως περπατάς άσκοπα στην πόλη με ένα μπουκάλι μινιατούρα κονιάκ στην τσεπη, ξέρω πως αγόρασες τους αγαπημένους μου δίσκους για να τους ακούς μέρα νύχτα, πως μυρίζεις το μαξιλάρι μου, πως βλέπεις το " Love in the afternoon" κάθε βράδυ για να ακούσεις το διάλογο της Ώντρευ Χέπμπουρν και του Γκάρυ Κούπερ, εκείνον που λέει "μα δεν είμαι όμορφη, είμαι πολύ ψηλή και τα πόδια μου είναι πολύ μεγάλα και τα αυτιά μου το ίδιο" και εκείνος απαντάει "Μα όλα ταιριάζουν μεταξύ τους τόσο σωστά" και δοκιμάζεις τη γεύση του rouge noir κραγιόν μου, ξέρω πως πηγαίνεις μόνος σου σινεμά και αποκοιμιέσαι κάθε βράδυ με την τηλεόραση ανοιχτή, και όταν ακούς το Φεγγάρι στο Ματωμένο Γάμο να λέει "κανείς δε μου ξεφεύγει εμένα" τρομάζεις και τρέμεις και ας είσαι καλά σκεπασμένος, και γράφεις κακούς στίχους και τους σκίζεις μετά και ακούς το Στέλιο να τραγουδά "στο θολωμένο μου μυαλό " και είσαι σχεδόν έτοιμος και το δωμάτιό σου είναι γεμάτο σκόνη, και φοβάσαι τα λουλούδια και το κρύο και οι φίλοι σου σε ρωτάνε τι έχεις και απαντάς με σηκωμένους τους ώμους " εγώ τη μοίρα μου την ξέρω" και εκείνοι σου ξαναγεμίζουν το ποτήρι και σου κρατούν το μέτωπο για να ξεράσεις.
Αφού τα ξέρω όλα. Πάντα το ήξερα. Αλλά εσύ δεν το παραδέχεσαι.
Αφού τα ξέρω όλα. Πάντα το ήξερα. Αλλά εσύ δεν το παραδέχεσαι.
Wednesday, January 17, 2007
δεν υπάρχει κακία στα όνειρά μου
η Κερασία μου είναι φυλακισμένη στο χαρτί και δεν ξέρει τι να κάνει. Δε φοβάται αλλά δεν είναι και γενναία. Δεν μπορεί να κοιμηθεί και τα βράδια της τα περνάει φτιάχνοντας ξόρκια που το πρωί χάνονται με την πάχνη
δεν κρυώνει αλλά δε ζεσταίνεται
δεν αγαπάει αλλά θέλει κάποιον να αγκαλιάσει
εκείνος έφυγε για τον ήλιο και ελπίζει πως θα καεί μα εκείνη θα τον περιμένει
σα σταγόνα μετέωρη
σαν το κομμένο χάπι στο κομοδίνο
σαν στρυχνίνη μέσα στο δαχτυλίδι
δεν μπορεί να τον τιμωρήσει
τα βράδια του αφιερώνει τραγούδια
του βάφει σιγά σιγά πορφυρά υφάσματα και ας λερώνονται τα δάχτυλά της
τον φιλάει σαν πεφταστέρι
μα ευχές δεν κάνει πια
στο χάρτινό της πύργο.
δεν κρυώνει αλλά δε ζεσταίνεται
δεν αγαπάει αλλά θέλει κάποιον να αγκαλιάσει
εκείνος έφυγε για τον ήλιο και ελπίζει πως θα καεί μα εκείνη θα τον περιμένει
σα σταγόνα μετέωρη
σαν το κομμένο χάπι στο κομοδίνο
σαν στρυχνίνη μέσα στο δαχτυλίδι
δεν μπορεί να τον τιμωρήσει
τα βράδια του αφιερώνει τραγούδια
του βάφει σιγά σιγά πορφυρά υφάσματα και ας λερώνονται τα δάχτυλά της
τον φιλάει σαν πεφταστέρι
μα ευχές δεν κάνει πια
στο χάρτινό της πύργο.
Monday, January 15, 2007
με στόμα πικρό
" χάδια, φιλιά, κορμί του χάριζα
μ' άστρα την όψη του καθάριζα...
χάδια, φιλιά, κορμί του έδινα
στα γιασεμιά μου τον κατέδινα..."
με στόμα πικρό, κεφάλι να πονάει και κορμί αδύναμο. Να περιφέρομαι στη σκόνη. Να με πονάει το φως του ήλιου. Το στόμα αρνιέται το μέλι κι εσύ εμένα.
" κι από την προδοσία κι από τη μοναξιά
κι απ' την απελπισία τραβώ μια ρουφηξιά..."
σε παρακαλώ, μη με κερνάς άλλο θάνατο...
μ' άστρα την όψη του καθάριζα...
χάδια, φιλιά, κορμί του έδινα
στα γιασεμιά μου τον κατέδινα..."
με στόμα πικρό, κεφάλι να πονάει και κορμί αδύναμο. Να περιφέρομαι στη σκόνη. Να με πονάει το φως του ήλιου. Το στόμα αρνιέται το μέλι κι εσύ εμένα.
" κι από την προδοσία κι από τη μοναξιά
κι απ' την απελπισία τραβώ μια ρουφηξιά..."
σε παρακαλώ, μη με κερνάς άλλο θάνατο...
Saturday, January 13, 2007
οι ξεριζωμένοι
Ο Μαξ ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου. Περπατούσε αθόρυβα στους διαδρόμους, έπαιρνε καφέ καθώς στεκόταν στην ουρά όπως όλοι μας, αστειευόταν με συναδέλφους του και φοιτητές. Είχε μια αδιόρατη θλίψη, έδειχνε μεγαλύτερος από ότι είναι, χαμογελούσε λίγο σαρδόνια λίγο πονεμένα, μιλούσε χαμηλόφωνα με την ελαφριά γερμανική του προφορά και μας έλεγε ιστορίες.
'Εμαθα μετά για τα βιβλία, τα βραβεία, τις διακρίσεις. Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Περπατούσε ήσυχα στους διαδρόμους και μας έλεγε αστείες ιστορίες.
"Είχε σχεδόν βραδιάσει. Ο Δρ. Αμπράμσκυ με συνόδευσε μέσα από το δενδρόφυτο πάρκο ως την πύλη. Στο χέρι κρατούσε το λευκό φτερό της χήνας, δείχνοντας πότε πότε την κατέυθυνση. Ο θείος σας, είπε καθώς βαδίζαμε, υπέφερε προς το τέλος από προοδευτική ακαμψία στα άκρα και τις αρθρώσεις, συνέπεια μάλλον κι αυτή των ηλεκτροσόκ. Μέσα σε λίγο καιρό η φροντίδα του εαυτού του κατήντησε αληθινό μαρτύριο. Του έπαιρνε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα για να φορέσει τα ρούχα του.Μόνο για να κουμπώσει τα μανικετόκουμπά του και να δέσει τη γραβάτα του ήθελε ώρες.Και δεν προλάβαινε καλά καλά να ντυθεί, και είχε να σκέφτεται πάλι πως θα γδυνόταν. Επιπλέον, είχε διαρκώς προβλήματα όρασης και φριχτούς πονοκεφάλους, και γι' αυτό φορούσε συχνά ένα πρασινο γείσο από σελοφάν πάνω απ'τα μάτια - like someone who works in a gambling saloon.
Δε θα ξεχάσω πως την προηγούμενη του θανάτου του τον αναζήτησα στο δωμάτιό του, μια και ήταν η πρώτη φορά που είχε αμελήσει να εμφανιστεί στη θεραπεία. Τον βρήκα να στέκει στο παράθυρό του, φορώντας το πλαστικό γείσο, με το βλέμμα καρφωμένο στους βάλτους που απλώνονταν πέρα από τα όρια του πάρκου.Κατά περίεργο τρόπο, είχε περασμένα στα χέρια του κάτι επιμανίκια από σατέν ύφασμα, όπως αυτά που υποθέτω φορούσε παλιότερα για να γυαλίζει τα ασημικά. Όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο δεν είχε εμφανιστεί στην ώρα του ως συνήθως, θυμάμαι ότι μου αποκρίθηκε επί λέξει: It must have slipped my mind whilst I was waiting for the butterfly man. Ύστερα από την αινιγματική αυτή παρατήρηση, ο Άμπροζ με ακολούθησε χωρίς δεύτερο λόγο στην αίθουσα της θεραπείας, όπου μας περίμενε ο Φάνστοκ, και όπως πάντα υπέμεινε αγόγγυστα τις απαραίτητες προετοιμασίες.
Τον βλέπω,είπε ο Δρ. Αμπράμσκυ, ξαπλωμένο μπροστά μου, τα ηλεκτρόδια στους κροτάφους, τη λαστιχένια σφήνα ανάμεσα στα δόντια, σφιχτοδεμένο μέσα σ'ενα πάνινο σάβανο καρφιτσωμένο στην τάβλα του μαρτυρίου, σαν κάποιος που πρόκειται να κηδευτεί στο ανοιχτό πέλαγος. Η διαδικασία κύλησε δίχως απρόοπτα. Η πρόγνωση του Φάνστοκ ήταν αισιόδοξη. Εγώ όμως διέκρινα στο πρόσωπο του Άμπροζ ότι δεν του είχε απομείνει μια ανεπαίσθητη σπίθα ζωής. 'Οταν ανένηψε από την αναισθησία, τα άψυχα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα και μέσα από το στήθος του ανέβηκε ένας βαθύς αναστεναγμός, που ακόμα και σήμερα αντηχεί στα αυτιά μου. Ένας νοσηλευτής τον βοήθησε να επιστρέψει στο δωμάτιό του, όπου τα χαράματα τηε επόμενης μέρας, σπρωγμένος από τις τύψεις που με κατέτρεχαν, τον βρήκα να κείτεται στο κρεβάτι του φορώντας λουστρινένιες μπότες και όπως θα λέγαμε, πλήρη εξάρτυση. Σε όλο τον υπόλοιπο δρόμο ο Δρ. Αμπράμσκυ βάδιζε σιωπηλός πλάι μου. Αλλά ούτε και τη στιγμή του αποχαιρετισμού έβγαλε λέξη, μόνο έκανε μια χειρονομία με το φτερό τηε χήνας στον αέρα, μέσα στο σκοτάδι που είχε αρχίσει να μας τυλίγει."
Ο W.G Sebald, ή Μαξ όπως προτιμούσε να τον φωνάζουν, που γεννήθηκε στο Allgau της Βαυαρίας το 1944, βρήκε τραγικό θάνατο όταν το αυτοκίνητό του συγκρούστηκε με φορτηγό, το Δεκέμβρη του 2001.
'Εμαθα μετά για τα βιβλία, τα βραβεία, τις διακρίσεις. Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Περπατούσε ήσυχα στους διαδρόμους και μας έλεγε αστείες ιστορίες.
"Είχε σχεδόν βραδιάσει. Ο Δρ. Αμπράμσκυ με συνόδευσε μέσα από το δενδρόφυτο πάρκο ως την πύλη. Στο χέρι κρατούσε το λευκό φτερό της χήνας, δείχνοντας πότε πότε την κατέυθυνση. Ο θείος σας, είπε καθώς βαδίζαμε, υπέφερε προς το τέλος από προοδευτική ακαμψία στα άκρα και τις αρθρώσεις, συνέπεια μάλλον κι αυτή των ηλεκτροσόκ. Μέσα σε λίγο καιρό η φροντίδα του εαυτού του κατήντησε αληθινό μαρτύριο. Του έπαιρνε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα για να φορέσει τα ρούχα του.Μόνο για να κουμπώσει τα μανικετόκουμπά του και να δέσει τη γραβάτα του ήθελε ώρες.Και δεν προλάβαινε καλά καλά να ντυθεί, και είχε να σκέφτεται πάλι πως θα γδυνόταν. Επιπλέον, είχε διαρκώς προβλήματα όρασης και φριχτούς πονοκεφάλους, και γι' αυτό φορούσε συχνά ένα πρασινο γείσο από σελοφάν πάνω απ'τα μάτια - like someone who works in a gambling saloon.
Δε θα ξεχάσω πως την προηγούμενη του θανάτου του τον αναζήτησα στο δωμάτιό του, μια και ήταν η πρώτη φορά που είχε αμελήσει να εμφανιστεί στη θεραπεία. Τον βρήκα να στέκει στο παράθυρό του, φορώντας το πλαστικό γείσο, με το βλέμμα καρφωμένο στους βάλτους που απλώνονταν πέρα από τα όρια του πάρκου.Κατά περίεργο τρόπο, είχε περασμένα στα χέρια του κάτι επιμανίκια από σατέν ύφασμα, όπως αυτά που υποθέτω φορούσε παλιότερα για να γυαλίζει τα ασημικά. Όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο δεν είχε εμφανιστεί στην ώρα του ως συνήθως, θυμάμαι ότι μου αποκρίθηκε επί λέξει: It must have slipped my mind whilst I was waiting for the butterfly man. Ύστερα από την αινιγματική αυτή παρατήρηση, ο Άμπροζ με ακολούθησε χωρίς δεύτερο λόγο στην αίθουσα της θεραπείας, όπου μας περίμενε ο Φάνστοκ, και όπως πάντα υπέμεινε αγόγγυστα τις απαραίτητες προετοιμασίες.
Τον βλέπω,είπε ο Δρ. Αμπράμσκυ, ξαπλωμένο μπροστά μου, τα ηλεκτρόδια στους κροτάφους, τη λαστιχένια σφήνα ανάμεσα στα δόντια, σφιχτοδεμένο μέσα σ'ενα πάνινο σάβανο καρφιτσωμένο στην τάβλα του μαρτυρίου, σαν κάποιος που πρόκειται να κηδευτεί στο ανοιχτό πέλαγος. Η διαδικασία κύλησε δίχως απρόοπτα. Η πρόγνωση του Φάνστοκ ήταν αισιόδοξη. Εγώ όμως διέκρινα στο πρόσωπο του Άμπροζ ότι δεν του είχε απομείνει μια ανεπαίσθητη σπίθα ζωής. 'Οταν ανένηψε από την αναισθησία, τα άψυχα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα και μέσα από το στήθος του ανέβηκε ένας βαθύς αναστεναγμός, που ακόμα και σήμερα αντηχεί στα αυτιά μου. Ένας νοσηλευτής τον βοήθησε να επιστρέψει στο δωμάτιό του, όπου τα χαράματα τηε επόμενης μέρας, σπρωγμένος από τις τύψεις που με κατέτρεχαν, τον βρήκα να κείτεται στο κρεβάτι του φορώντας λουστρινένιες μπότες και όπως θα λέγαμε, πλήρη εξάρτυση. Σε όλο τον υπόλοιπο δρόμο ο Δρ. Αμπράμσκυ βάδιζε σιωπηλός πλάι μου. Αλλά ούτε και τη στιγμή του αποχαιρετισμού έβγαλε λέξη, μόνο έκανε μια χειρονομία με το φτερό τηε χήνας στον αέρα, μέσα στο σκοτάδι που είχε αρχίσει να μας τυλίγει."
Ο W.G Sebald, ή Μαξ όπως προτιμούσε να τον φωνάζουν, που γεννήθηκε στο Allgau της Βαυαρίας το 1944, βρήκε τραγικό θάνατο όταν το αυτοκίνητό του συγκρούστηκε με φορτηγό, το Δεκέμβρη του 2001.
Tuesday, January 09, 2007
Ξύλινη κούκλα και μπλε πουλάκια
Και την ημέρα εκείνη, Πέτρου και Πάυλου ξημερώματα, γεννήθηκε εκείνο το κορίτσι στο λιμάνι, και ο 'Αγιος Πέτρος έφτυσε ταμπάκο και είπε πως το κορίτσι αυτό θα έχει μάτια τόσο διάφανα που το κακό δε θα περνάει μέσα τους αλλά εκείνη θα βλέπει το κακό στον έξω κόσμο και θα τη διαπερνά εκείνο σαν πύρινο σπαθί, και καυτή λάμα.
Και πως θα είναι πολύ τυχερό και άτυχο μαζί και όποιος άντρας την αγαπήσει μπορεί μόνο να καταστραφεί ή να την καταστρέψει με εκείνες τις άδειες κόγχες.
και μάσησε λίγο ταμπάκο ακόμα.
και τα χρόνια πέρασαν.
και το κορίτσι περίμενε για χρόνια τον πατέρα της να έρθει περιμένοντας ώρες πριν στα σκαλιά και όταν έφευγε έκλαιγε με λυγμούς,τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καν να αναπνεύσει.και την πήγαινε βόλτα και της έφερνε δώρα βιβλία και χρωματιστά χαρτιά.
και τώρα εκείνος είναι άρρωστος και πρέπει εκείνη να τον προσέχει και δεν ξέρει ακόμα αν μπορεί και πονάει και φοβάται και δεν ξέρει τι να κάνει.
σήμερα είδα μια ξύλινη κούκλα με όολη της τη γκαρνταρόμπα και αυτοκόλλητα με θλιμμένα μπλε πουλάκια. Και ακόμα όταν βλέπω φτηνές κούκλες στα ψιλικατζίδικα και στα ζαχαροπλαστεία στενοχωριέμαι όπως τότε.
και μου λείπει και με πονάει που δεν περπατάμε πια μαζί.και όταν είσαι αδύναμος, είμαι κι εγώ μαζί σου.
Και πως θα είναι πολύ τυχερό και άτυχο μαζί και όποιος άντρας την αγαπήσει μπορεί μόνο να καταστραφεί ή να την καταστρέψει με εκείνες τις άδειες κόγχες.
και μάσησε λίγο ταμπάκο ακόμα.
και τα χρόνια πέρασαν.
και το κορίτσι περίμενε για χρόνια τον πατέρα της να έρθει περιμένοντας ώρες πριν στα σκαλιά και όταν έφευγε έκλαιγε με λυγμούς,τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καν να αναπνεύσει.και την πήγαινε βόλτα και της έφερνε δώρα βιβλία και χρωματιστά χαρτιά.
και τώρα εκείνος είναι άρρωστος και πρέπει εκείνη να τον προσέχει και δεν ξέρει ακόμα αν μπορεί και πονάει και φοβάται και δεν ξέρει τι να κάνει.
σήμερα είδα μια ξύλινη κούκλα με όολη της τη γκαρνταρόμπα και αυτοκόλλητα με θλιμμένα μπλε πουλάκια. Και ακόμα όταν βλέπω φτηνές κούκλες στα ψιλικατζίδικα και στα ζαχαροπλαστεία στενοχωριέμαι όπως τότε.
και μου λείπει και με πονάει που δεν περπατάμε πια μαζί.και όταν είσαι αδύναμος, είμαι κι εγώ μαζί σου.
Monday, January 08, 2007
Δεν ξέρω τι πονάει περισσότερο, να χτυπούν και να πονάς ή να αντέχεις και να σε πονάνε οι βασανιστές σου.
Και θα συνεχίσω, με τη ματαιοδοξία μου και τη μαύρη μου μοίρα, να αγγίζω με τα δάχτυλά μου καυτές σάρκες, να βάζω αλάτι στις πληγές και να πίνω μέχρι τελικής πτώσεως, να απογοητεύω και να απογοητεύομαι, να φεύγω όταν δεν ξέρω τι να κάνω, να γράφω σε χαρτοπετσέτες και πακέτα τσιγάρων, να μου λες σ' αγαπώ να σου λέω δεν αντέχω, να είμαι δύσκολη και να μη θέλω να με αγγίζουν μερικές φορές, να ανάβω τσιγάρο την πιο ακατάλληλη στιγμή, να έχω απόψεις και να είμαι ξεροκέφαλη και πιστή στις ρίζες μου, να κοιμάμαι σε στοές, καμιά φορά να μην ακούω, να μην ακούω τι γίνεται γύρω μου,να κάνω βόλτες στη θάλασσα καταχείμωνο, να μιλάω σε ξένους, να τρέμω και να σε ακούω να τρέμεις, καμιά φορά να φοβάμαι τις μεγάλες αγάπες, έτσι,για πείσμα.
Για πείσμα.
Και θα συνεχίσω, με τη ματαιοδοξία μου και τη μαύρη μου μοίρα, να αγγίζω με τα δάχτυλά μου καυτές σάρκες, να βάζω αλάτι στις πληγές και να πίνω μέχρι τελικής πτώσεως, να απογοητεύω και να απογοητεύομαι, να φεύγω όταν δεν ξέρω τι να κάνω, να γράφω σε χαρτοπετσέτες και πακέτα τσιγάρων, να μου λες σ' αγαπώ να σου λέω δεν αντέχω, να είμαι δύσκολη και να μη θέλω να με αγγίζουν μερικές φορές, να ανάβω τσιγάρο την πιο ακατάλληλη στιγμή, να έχω απόψεις και να είμαι ξεροκέφαλη και πιστή στις ρίζες μου, να κοιμάμαι σε στοές, καμιά φορά να μην ακούω, να μην ακούω τι γίνεται γύρω μου,να κάνω βόλτες στη θάλασσα καταχείμωνο, να μιλάω σε ξένους, να τρέμω και να σε ακούω να τρέμεις, καμιά φορά να φοβάμαι τις μεγάλες αγάπες, έτσι,για πείσμα.
Για πείσμα.
Saturday, January 06, 2007
Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά..
τον βλέπω. Με ημικρανία και πονεμένα ούλα, μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος και ο μικρός.
Πειράζει που τον αγάπησα μέσα από τις αδυναμίες του; Πειράζει που πιο συχνά τον κατακρίνω παρά τον εκθειάζω;
Τον βλέπω όμως και σχεδόν δακρύζω.Και δεν είναι από το τσιγάρο.καταλαβαίνω γιατί τον λάτρεψαν τόσοι και τόσοι, λέξη προς λέξη, που ξενύχτησαν σε κελιά και σε παγκάκια σιγοτραγουδώντας στίχους του.
Μια εκπληκτική εκτέλεση του "Κάνε λιγάκι υπομονή" με τον Μπιθικώτση,που πάλι αγάπησα μέσα από τις αδυναμίες του, να τραγουδάει "σαν ύμνος" όπως λέει και ο ίδιος,σιγά, αργά,με το Γιώργο Νταλάρα, "καλωσόρισες ψυχή μου,μοναξιά ελληνική μου".
Θέλω να κάτσω δίπλα του στο τζάκι και να μιλάμε για τον Αλέξη Ασλάνογλου.να βάζουμε ξύλα και κουκουνάρια στη φωτιά. Μια τηλεόραση πίσω να παίζει σιγανά το "Δεσποινίς ετών 39" και να μην αντέχω,και να λέω,θέλω να φύγω.
Μακάρι να είχα το λόγο του. Την αύρα του. Όταν δε θα μαι πια όμορφη και η βαρύτητα θα κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, αλλά και θα χω ξεχάσει την όψη μου και όταν τη βλέπω θα εκπλήσσομαι, ξημερώματα,που θα σηκώνομαι για να δουλέψω σα στοιχειό. με τη σόμπα πετρελαίου να με καλημερίζει. " Και ο θείος ο Μίμης και η Βέμπο η θεά".
Σαν το σπασμένο φαρμακείο στις 2 η ώρα.
Σαν το παράπονο στη λέξη εδώ και τώρα. Και στο Λαύριο,που πάω συχνά, όχι μόνο για να πάρω το καράβι,όχι. Με το λυκαυγές.
(Αφιερωμένο στο marquee που ξέρω πως τον αγαπά, στους διαδρομείς του '60,που είναι τόσοι πολλοί, και σ έναν άνθρωπο δικό μου, που τον αγαπά πολύ...)
Πειράζει που αγάπησα το Σαββόπουλο μέσα από τις αδυναμίες του; Και τις δικές μου;
Πειράζει που τον αγάπησα μέσα από τις αδυναμίες του; Πειράζει που πιο συχνά τον κατακρίνω παρά τον εκθειάζω;
Τον βλέπω όμως και σχεδόν δακρύζω.Και δεν είναι από το τσιγάρο.καταλαβαίνω γιατί τον λάτρεψαν τόσοι και τόσοι, λέξη προς λέξη, που ξενύχτησαν σε κελιά και σε παγκάκια σιγοτραγουδώντας στίχους του.
Μια εκπληκτική εκτέλεση του "Κάνε λιγάκι υπομονή" με τον Μπιθικώτση,που πάλι αγάπησα μέσα από τις αδυναμίες του, να τραγουδάει "σαν ύμνος" όπως λέει και ο ίδιος,σιγά, αργά,με το Γιώργο Νταλάρα, "καλωσόρισες ψυχή μου,μοναξιά ελληνική μου".
Θέλω να κάτσω δίπλα του στο τζάκι και να μιλάμε για τον Αλέξη Ασλάνογλου.να βάζουμε ξύλα και κουκουνάρια στη φωτιά. Μια τηλεόραση πίσω να παίζει σιγανά το "Δεσποινίς ετών 39" και να μην αντέχω,και να λέω,θέλω να φύγω.
Μακάρι να είχα το λόγο του. Την αύρα του. Όταν δε θα μαι πια όμορφη και η βαρύτητα θα κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, αλλά και θα χω ξεχάσει την όψη μου και όταν τη βλέπω θα εκπλήσσομαι, ξημερώματα,που θα σηκώνομαι για να δουλέψω σα στοιχειό. με τη σόμπα πετρελαίου να με καλημερίζει. " Και ο θείος ο Μίμης και η Βέμπο η θεά".
Σαν το σπασμένο φαρμακείο στις 2 η ώρα.
Σαν το παράπονο στη λέξη εδώ και τώρα. Και στο Λαύριο,που πάω συχνά, όχι μόνο για να πάρω το καράβι,όχι. Με το λυκαυγές.
(Αφιερωμένο στο marquee που ξέρω πως τον αγαπά, στους διαδρομείς του '60,που είναι τόσοι πολλοί, και σ έναν άνθρωπο δικό μου, που τον αγαπά πολύ...)
Πειράζει που αγάπησα το Σαββόπουλο μέσα από τις αδυναμίες του; Και τις δικές μου;
Wednesday, January 03, 2007
λαχανόκηποι
Χαζεύω φρούτα στο σουπερμάρκετ. Είναι κάποια που μοιάζουν με αστέρια. Lychees και ρόδια. Μαζεύω σύκα απ'τη συκιά μας. Ιούδα εκεί δεν θα κρεμιόσουν.
Ξενυχτάω. Μερικές φορές νιώθω σαν τον πιο κουρασμένο άνθρωπο σε όλη τη γη. Είμαι υπνωτισμένη με γυάλινα μάτια σαν της γάτας. Με καλημερίζουν τραγούδια στο ραδιόφωνο.
Είσαι εδώ μου λένε. Δεν έφυγες ποτέ . Κάλυψε τη ντροπή σου με το φύλλο της συκιάς.Το γαλακτερό υγρό της θα σε πονέσει. Μοιάζει με σπέρμα, έτσι δεν είναι;Μα έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν σε ενδιέφερε ποτέ να καλυφτείς.
Με καλημερίζει ο Ζαμπέτας,χάσαμε το αεροπλάνο,το παπόρι και το τραμ. Και ο Λειβαδίτης, και η Αλίκη, το σύννεφο έφερε γιορτή και έχουμε μείνει μοναχοί. Τσάι που καπνίζει. Lapsang suchung. Είσαι πολύ όμορφη ξενυχτισμένη. La vie en rose και ακορντεόν. Τα χείλη σου είναι ροζ και αυτά. Η Νίνου στη σκηνή. Είμαι ξανά 17 χρονών και σηκώνω τα χέρια ψηλά.
Και στο μυαλό μου είμαι ξεπεσμένη ντίβα. Για μερικούς μοιραία και για άλλους αδιάφορη.
Δεν ήθελα ποτέ να γίνω πριγκίπισσα. Μπορεί και να μην ήθελα ποτέ να γίνω κάτι.
Με τα φαγωμένα μου νύχια χαιδεύω τα φρούτα και παρατηρώ τον κόσμο.
Ξενυχτισμένη. Ίσως αγαπημένη. Και καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν υπήρξα καν.
Ξενυχτάω. Μερικές φορές νιώθω σαν τον πιο κουρασμένο άνθρωπο σε όλη τη γη. Είμαι υπνωτισμένη με γυάλινα μάτια σαν της γάτας. Με καλημερίζουν τραγούδια στο ραδιόφωνο.
Είσαι εδώ μου λένε. Δεν έφυγες ποτέ . Κάλυψε τη ντροπή σου με το φύλλο της συκιάς.Το γαλακτερό υγρό της θα σε πονέσει. Μοιάζει με σπέρμα, έτσι δεν είναι;Μα έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν σε ενδιέφερε ποτέ να καλυφτείς.
Με καλημερίζει ο Ζαμπέτας,χάσαμε το αεροπλάνο,το παπόρι και το τραμ. Και ο Λειβαδίτης, και η Αλίκη, το σύννεφο έφερε γιορτή και έχουμε μείνει μοναχοί. Τσάι που καπνίζει. Lapsang suchung. Είσαι πολύ όμορφη ξενυχτισμένη. La vie en rose και ακορντεόν. Τα χείλη σου είναι ροζ και αυτά. Η Νίνου στη σκηνή. Είμαι ξανά 17 χρονών και σηκώνω τα χέρια ψηλά.
Και στο μυαλό μου είμαι ξεπεσμένη ντίβα. Για μερικούς μοιραία και για άλλους αδιάφορη.
Δεν ήθελα ποτέ να γίνω πριγκίπισσα. Μπορεί και να μην ήθελα ποτέ να γίνω κάτι.
Με τα φαγωμένα μου νύχια χαιδεύω τα φρούτα και παρατηρώ τον κόσμο.
Ξενυχτισμένη. Ίσως αγαπημένη. Και καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν υπήρξα καν.
Tuesday, January 02, 2007
Το φθαρμένο μακιγιάζ της Λάιζα
Καμπαρέ, old chum. Come to the cabaret.
Έλα να δεις τα κορίτσια να χορεύουν και κορόιδεψε τον κόσμο με τα μάτια του κομπέρ που ξέρει καλύτερα.
Come taste the wine, come hear the band.
Στα παρασκήνια η ζωή δεν έχει σημασία. Ούτε η καθημερινότητα. Where are your worries now? Gone, forgotten.Κι ας έχασες την αγάπη σου. Κι ας έχασες το μωρό σου. Με τα σμαραγδί νύχια σου παίζεις, κι ας ξεπουλάς το γούνινο παλτό σου.Κι ας κοιμάσαι με το χτεσινό μακιγιάζ και το δέρμα σου ας είναι χλωμό και πίνεις λίγο κονιάκ για πρωινό μυρίζοντας καπνό και ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα ικανοποιηθούν οι φιλοδοξίες σου.
Τι σημασία έχει η ζωή;
Start by admitting, from cradle to tomb it isn't that long a way...come to the cabaret old chum, come to the cabaret...
με άρωμα charlie, τουαλέτες Χάλστον και μυρωδιά στούντιο 54.
Αχ Λάιζα, γιατί έμοιασες τόσο στη μάνα σου...So long mein Herr, auf wiedersehen, mein Herr...
Έλα να δεις τα κορίτσια να χορεύουν και κορόιδεψε τον κόσμο με τα μάτια του κομπέρ που ξέρει καλύτερα.
Come taste the wine, come hear the band.
Στα παρασκήνια η ζωή δεν έχει σημασία. Ούτε η καθημερινότητα. Where are your worries now? Gone, forgotten.Κι ας έχασες την αγάπη σου. Κι ας έχασες το μωρό σου. Με τα σμαραγδί νύχια σου παίζεις, κι ας ξεπουλάς το γούνινο παλτό σου.Κι ας κοιμάσαι με το χτεσινό μακιγιάζ και το δέρμα σου ας είναι χλωμό και πίνεις λίγο κονιάκ για πρωινό μυρίζοντας καπνό και ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα ικανοποιηθούν οι φιλοδοξίες σου.
Τι σημασία έχει η ζωή;
Start by admitting, from cradle to tomb it isn't that long a way...come to the cabaret old chum, come to the cabaret...
με άρωμα charlie, τουαλέτες Χάλστον και μυρωδιά στούντιο 54.
Αχ Λάιζα, γιατί έμοιασες τόσο στη μάνα σου...So long mein Herr, auf wiedersehen, mein Herr...
Monday, January 01, 2007
Sunday, December 31, 2006
Απολογισμοί
Δεν πιστεύω στους απολογισμούς, στα ζυγίσματα, στις λογικές αποφάσεις. Δεν υπήρξα λογικός άνθρωπος και πολύ αμφιβάλλω αν θα γίνω στο μέλλον. Αλλά άλλη μια χρονιά φεύγει και αυτό, ναι, είναι γεγονός.
Τη χρονιά αυτή άρχισε το ημερολόγιο αυτό, γράφτηκαν σελίδες και σελίδες σε τετράδια, χύθηκαν δάκρυα και ακούστηκαν υστερικά γέλια, ακούστηκε Ενρίκο Καρούζο, Σουγιούλ και Σωκράτης, Κραουνάκης και Χατζιδάκης και τραγούδια από παλιό Χόλλυγουντ, αγοράστηκαν μερικά άχρηστα πράγματα ακόμα, υπήρξε άγχος και κάποιες εκατοντάδες φλυτζάνια εσπρέσσο, μια χρονιά που πήγα ελαχιστο σινεμά και διάβασα ελάχιστα βιβλία, μια χρονιά που γνώρισα καινούριους ανθρώπους και οι περισσότεροι με απογοήτευσαν αλλά υπήρξαν και πολλοί που με αποζημίωσαν με το παραπάνω, μια ακόμα χρονιά που μεγαλώνω και παραδόξως χαίρομαι γι' αυτό, με ταξίδια με το καράβι, με πιασμένη πλάτη, πολλες σπατάλες, άσκοπες βόλτες και ακόμα περισσότερα άσκοπα λόγια, κι έτσι κι αλλιώς τα χρόνια μετά το 2001 περνούν σα χειμερία νάρκη, με τους ανθρώπους που αγαπώ περισσότερο μακριά μου στα μήκη και τα πλάτη της γης, με κοσμήματα που αγόρασα και δε φόρεσα, άλλοτε με ροζ και άλλοτε με χλωμά μάγουλα ,άλλοτε με χαμηλωμένα και άλλοτε με ψηλό βλέμμα, λίγο σνομπ, να καλύπτει φόβους και κρίσεις ,τις περισσότερες φορές στο ξύλινο πάτωμα σαν άνοστο φαγητό,ή περιπλανώμενη στους δρόμους να χαζεύω περαστικούς και να κριτικάρω ειρωνικά.
Μα νιώθω πως ίσως η ειρωνία μου φεύγει σαν το χιόνι που λιώνει την άνοιξη.
Και θα κλέισω τα μάτια, και όπου με βγάλει.
Τη χρονιά αυτή άρχισε το ημερολόγιο αυτό, γράφτηκαν σελίδες και σελίδες σε τετράδια, χύθηκαν δάκρυα και ακούστηκαν υστερικά γέλια, ακούστηκε Ενρίκο Καρούζο, Σουγιούλ και Σωκράτης, Κραουνάκης και Χατζιδάκης και τραγούδια από παλιό Χόλλυγουντ, αγοράστηκαν μερικά άχρηστα πράγματα ακόμα, υπήρξε άγχος και κάποιες εκατοντάδες φλυτζάνια εσπρέσσο, μια χρονιά που πήγα ελαχιστο σινεμά και διάβασα ελάχιστα βιβλία, μια χρονιά που γνώρισα καινούριους ανθρώπους και οι περισσότεροι με απογοήτευσαν αλλά υπήρξαν και πολλοί που με αποζημίωσαν με το παραπάνω, μια ακόμα χρονιά που μεγαλώνω και παραδόξως χαίρομαι γι' αυτό, με ταξίδια με το καράβι, με πιασμένη πλάτη, πολλες σπατάλες, άσκοπες βόλτες και ακόμα περισσότερα άσκοπα λόγια, κι έτσι κι αλλιώς τα χρόνια μετά το 2001 περνούν σα χειμερία νάρκη, με τους ανθρώπους που αγαπώ περισσότερο μακριά μου στα μήκη και τα πλάτη της γης, με κοσμήματα που αγόρασα και δε φόρεσα, άλλοτε με ροζ και άλλοτε με χλωμά μάγουλα ,άλλοτε με χαμηλωμένα και άλλοτε με ψηλό βλέμμα, λίγο σνομπ, να καλύπτει φόβους και κρίσεις ,τις περισσότερες φορές στο ξύλινο πάτωμα σαν άνοστο φαγητό,ή περιπλανώμενη στους δρόμους να χαζεύω περαστικούς και να κριτικάρω ειρωνικά.
Μα νιώθω πως ίσως η ειρωνία μου φεύγει σαν το χιόνι που λιώνει την άνοιξη.
Και θα κλέισω τα μάτια, και όπου με βγάλει.
Friday, December 29, 2006
If...
Εάν ήμουν ζώο,θα ήμουν ελάφι.Αν ήμουν πίνακας ζωγράφου,θα ήμουν του Χόππερ.
Αν ήμουν δέντρο,θα μουν αγριοκερασιά,να φιλεύω τους διαβάτες καρπούς.Αν ήμουν λουλούδι,θα μουν κρινάκι του αγρού.
Αν ήμουν τραγούδι θα μουν αρχοντορεμπέτικο.Αν ήμουν ποιήτρια,θα μουν η Ελίζαμπεθ Μπάρεττ Μπράουνινγκ.Αν ήμουν ταινία,θα ήμουν το "Μια υπέροχη ζωή".
Αν ήμουν τοπίο,θα μουν η θάλασσα κάτω απ'το γκρεμό.Αν ήμουν πόλη,θα μουν η Νέα Υόρκη,γεμάτη αντιθέσεις.Αν ήμουν κλασικό κομμάτι,θα μουν το Μπολερό του Ραβέλ.
Αν ήμουν καταραμένος ήρωας θα μουν ο Ρασπούτιν.
Αν ήμουν μαρκαδόρος θα μουν διάφανος.Αν ήμουν ποίημα θα μουν το "If" του Κίπλινγκ.Αν ήμουν χαρακτήρας καρτούν θα μουν ο Γκαρής απ'το Γουίνι.Αν ήμουν γλυκό θα μουν κρεμ μπρυλέ.Αν ήμουν θεατρικό έργο θα μουν το "Λεωφορείο ο Πόθος."Αν ήμουν όργανο θα μουν ακορντεόν.
Μα δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά.Είμαι γυναίκα με σάρκα οστά και αίμα.Και ίσως έτσι,να ναι καλύτερα.
Αν ήμουν δέντρο,θα μουν αγριοκερασιά,να φιλεύω τους διαβάτες καρπούς.Αν ήμουν λουλούδι,θα μουν κρινάκι του αγρού.
Αν ήμουν τραγούδι θα μουν αρχοντορεμπέτικο.Αν ήμουν ποιήτρια,θα μουν η Ελίζαμπεθ Μπάρεττ Μπράουνινγκ.Αν ήμουν ταινία,θα ήμουν το "Μια υπέροχη ζωή".
Αν ήμουν τοπίο,θα μουν η θάλασσα κάτω απ'το γκρεμό.Αν ήμουν πόλη,θα μουν η Νέα Υόρκη,γεμάτη αντιθέσεις.Αν ήμουν κλασικό κομμάτι,θα μουν το Μπολερό του Ραβέλ.
Αν ήμουν καταραμένος ήρωας θα μουν ο Ρασπούτιν.
Αν ήμουν μαρκαδόρος θα μουν διάφανος.Αν ήμουν ποίημα θα μουν το "If" του Κίπλινγκ.Αν ήμουν χαρακτήρας καρτούν θα μουν ο Γκαρής απ'το Γουίνι.Αν ήμουν γλυκό θα μουν κρεμ μπρυλέ.Αν ήμουν θεατρικό έργο θα μουν το "Λεωφορείο ο Πόθος."Αν ήμουν όργανο θα μουν ακορντεόν.
Μα δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά.Είμαι γυναίκα με σάρκα οστά και αίμα.Και ίσως έτσι,να ναι καλύτερα.
Wednesday, December 27, 2006
Τα τραίνα που φύγαν...
Το ποστ αυτό είναι αφιερωμένο στους μετανάστες.Ανθρώπους που μοίρα δεν είχαν και δεν είχαν τίποτα να χάσουν.Για άντρες που είχαν να παντρέψουν τις αδερφές τους και έστελναν στο σπίτι χρήματα,που πέθαναν τελικά από καρκίνο,από αναθυμιάσεις και κατέβαιναν κάθε μέρα" στου Βελγίου τις στοές" ,και δούλευαν βάρδιες νυχτερινές τορναδόροι και εργάτες ανειδίκευτοι στο Μάνχαιμ και στο Βούπερταλ και στο Τύμπινγκεν και στο Μόναχο.Που δούλευαν σερβιτόροι και μάζευαν τα λεφτά τους για μια μπύρα ,έστω,στις κακόφημες συνοικίες.Που έστελναν στις αδελφές τους κρέμα Νιβέα και καλσόν απ'το Κάρσταντ και το Κάουφχοφ.
Για γυναίκες που έφυγαν νύφες και άφησαν πίσω όσα ήξεραν για να μην τα ξαναδούν.
Για άντρες που κάθε Κυριακή πήγαιναν στους σταθμούς των τραίνων για να δουν αυτά που γυρνούσαν στο χωριό τους.
Για αυτούς που δεν άντεξαν και γύρισαν πίσω.Για άλλους που έγιναν προαγωγοί και για άλλους που άνοιξαν ταβέρνες με σπιτικά φαγητά-και ίσως πέθαναν από καρκίνο λόγω των αναθυμιάσεων που έβγαιναν απ'τη σχάρα,κάπνιζαν άφιλτρα Ρεβάλ και δε μιλούσαν πολύ.Για άλλους που έκαναν χρήματα,που πρόκοψαν και έγιναν ισότιμοι και όχι πολίτες δεύτερης κατηγορίας.Για άντρες που παντρέυτηκαν ξανθές γυναίκες και έκαναν ξανθά παιδιά-με σταρένιο όμως δέρμα.Που τα βράδια κρύωναν κάτω από την τριμμένη κουβέρτα.
Στην ακόμα βομβαρδισμένη μεταπολεμική Γερμανία και την Αμερική που άνοιξαν ντάινες.
Για το μίνι μάρκετ κοντά στο σπίτι που πουλάει ρωσικά προιόντα.
Για τους μετανάστες στον τόπο τους τον ίδιο.Για εκείνους που πέθαναν από τις αναθυμιάσεις των μαγκαλιών.
Και ας ακούγεται γραφικό-είναι μια πραγματικότητα.Και είναι και η πραγματικότητα η δική μου.
Για αυτούς που στο δέρμα τους δε χωράνε.Και κυρίως,για τον Γ.Κ και τον Χ.Κ.
Για γυναίκες που έφυγαν νύφες και άφησαν πίσω όσα ήξεραν για να μην τα ξαναδούν.
Για άντρες που κάθε Κυριακή πήγαιναν στους σταθμούς των τραίνων για να δουν αυτά που γυρνούσαν στο χωριό τους.
Για αυτούς που δεν άντεξαν και γύρισαν πίσω.Για άλλους που έγιναν προαγωγοί και για άλλους που άνοιξαν ταβέρνες με σπιτικά φαγητά-και ίσως πέθαναν από καρκίνο λόγω των αναθυμιάσεων που έβγαιναν απ'τη σχάρα,κάπνιζαν άφιλτρα Ρεβάλ και δε μιλούσαν πολύ.Για άλλους που έκαναν χρήματα,που πρόκοψαν και έγιναν ισότιμοι και όχι πολίτες δεύτερης κατηγορίας.Για άντρες που παντρέυτηκαν ξανθές γυναίκες και έκαναν ξανθά παιδιά-με σταρένιο όμως δέρμα.Που τα βράδια κρύωναν κάτω από την τριμμένη κουβέρτα.
Στην ακόμα βομβαρδισμένη μεταπολεμική Γερμανία και την Αμερική που άνοιξαν ντάινες.
Για το μίνι μάρκετ κοντά στο σπίτι που πουλάει ρωσικά προιόντα.
Για τους μετανάστες στον τόπο τους τον ίδιο.Για εκείνους που πέθαναν από τις αναθυμιάσεις των μαγκαλιών.
Και ας ακούγεται γραφικό-είναι μια πραγματικότητα.Και είναι και η πραγματικότητα η δική μου.
Για αυτούς που στο δέρμα τους δε χωράνε.Και κυρίως,για τον Γ.Κ και τον Χ.Κ.
Tuesday, December 26, 2006
Ίσως το πιο όμορφο χριστουγεννιάτικο ποίημα που γράφτηκε ποτέ
Christmas by John Betjeman
The bells of waiting Advent ring,
The Tortoise stove is lit again
And lamp-oil light across the night
Has caught the streaks of winter rain.
In many a stained-glass window sheen
From Crimson Lake to Hooker's Green.
The holly in the windy hedge
And round the Manor House the yew
Will soon be stripped to deck the ledge,
The altar, font and arch and pew,
So that villagers can say'
The Church looks nice' on Christmas Day.
Provincial public houses blaze
And Corporation tramcars clang,
On lighted tenements I gaze
Where paper decorations hang,
And bunting in the red Town Hall
Says 'Merry Christmas to you all'
And London shops on Christmas Eve
Are strung with silver bells and flowers
As hurrying clerks the City leave
To pigeon-haunted classic towers,
And marbled clouds go scudding by
The many-steepled London sky.
And girls in slacks remember Dad,
And oafish louts remember Mum,
And sleepless children's hearts are glad,
And Christmas morning bells say 'Come!'
Even to shining ones who dwell
Safe in the Dorchester Hotel.
And is it true? and is it true?
The most tremendous tale of all,
Seen in a stained-glass window's hue,
A Baby in an ox's stall?
The Maker of the stars and sea
Become a Child on earth for me?
And is it true?
For if it is,
No loving fingers tying strings
Around those tissued fripperies,
The sweet and silly Christmas things,
Bath salts and inexpensive scent
And hideous tie so kindly meant.
No love that in a family dwells,
No carolling in frosty air,
Nor all the steeple-shaking bells
Can with this single Truth compare
-That God was Man in Palestine
And lives to-day in Bread and Wine.
The bells of waiting Advent ring,
The Tortoise stove is lit again
And lamp-oil light across the night
Has caught the streaks of winter rain.
In many a stained-glass window sheen
From Crimson Lake to Hooker's Green.
The holly in the windy hedge
And round the Manor House the yew
Will soon be stripped to deck the ledge,
The altar, font and arch and pew,
So that villagers can say'
The Church looks nice' on Christmas Day.
Provincial public houses blaze
And Corporation tramcars clang,
On lighted tenements I gaze
Where paper decorations hang,
And bunting in the red Town Hall
Says 'Merry Christmas to you all'
And London shops on Christmas Eve
Are strung with silver bells and flowers
As hurrying clerks the City leave
To pigeon-haunted classic towers,
And marbled clouds go scudding by
The many-steepled London sky.
And girls in slacks remember Dad,
And oafish louts remember Mum,
And sleepless children's hearts are glad,
And Christmas morning bells say 'Come!'
Even to shining ones who dwell
Safe in the Dorchester Hotel.
And is it true? and is it true?
The most tremendous tale of all,
Seen in a stained-glass window's hue,
A Baby in an ox's stall?
The Maker of the stars and sea
Become a Child on earth for me?
And is it true?
For if it is,
No loving fingers tying strings
Around those tissued fripperies,
The sweet and silly Christmas things,
Bath salts and inexpensive scent
And hideous tie so kindly meant.
No love that in a family dwells,
No carolling in frosty air,
Nor all the steeple-shaking bells
Can with this single Truth compare
-That God was Man in Palestine
And lives to-day in Bread and Wine.
Δουλειά-Δουλεία
Και το βράδυ μπορείς να συναντήσεις τη Γυναίκα της Ζάκυθος,το Χάρο σαν τον Τζόελ Γκρέυ στο Καμπαρέ να κάνει οντισιόν,τη βοηθό του,την Αγγέλα και τη Μαρούλα και τη Ροδώπι,την πόρνη της αρχαιότητας που "απο δουλάρα έγινε ιεροδουλάρα και όλες οι δούλες της ρίχνουνε κατάρα",το γερο-νεγρο Τζιμ,τον Τρουφαλδίνιο του Γκολντόνι,το αγόρι που ζει με τη μαμά του στο Καλαμάκι και το βράδυ κάνει στριπτιζ,την Καλλιόπη από τον Πειρασμό του Ξενόπουλου που της την πέφτουν όλοι οι άντρες του σπιτιού "μα είναι κι αυτό κάτι,κυρία¨,να τραγουδάει Τσιτσάνη" καμεριέρα θες να γίνεις να σερβίρεις τα ποτά",τις Δούλες του Οξυ-ζενέ ίδιες με τη Νιτσα Τσαγανέα που "βαριόσαντε",την υπηρέτρια της Εκάλης με τον "καμπούρη Αντρέα και την κουλή απ'τη Μήλο",μια Κυριακή απόγευμα είχα έναν άνθρωπο κι έπιανα μπράτσο,και χρώματα και φωνές και μια οντισιόν που κανένας δεν παίρνει το ρόλο,κι ένα καμπαρέ αέναο σαν τη ζωή να περιφέρεται σαν ουράνιος θίασος,ναρκισσιστικά και με θράσος και αυτοσαρκασμό σε πείσμα των καιρών που ρίχνει μια γροθιά στο στόμα,γιατί όχι γαμώτο,δεν πεθάναμε ακόμα.
Monday, December 25, 2006
The journey of the Magi by T..S Elliott
The Journey of the Magi
"A cold coming we had of it,Just the worst time of the yearFor a journey, and such a long journey:The was deep and the weather sharp,The very dead of winter.
"And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires gong out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty, and charging high prices.:
A hard time we had of it.At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.
Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory.
All this was a long time ago,
I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we lead all that way forBirth or Death?
There was a Birth, certainly,
We had evidence and no doubt.
I have seen birth and death,
But had thought they were different;
this Birth wasHard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.
"A cold coming we had of it,Just the worst time of the yearFor a journey, and such a long journey:The was deep and the weather sharp,The very dead of winter.
"And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires gong out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty, and charging high prices.:
A hard time we had of it.At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.
Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory.
All this was a long time ago,
I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we lead all that way forBirth or Death?
There was a Birth, certainly,
We had evidence and no doubt.
I have seen birth and death,
But had thought they were different;
this Birth wasHard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.
Friday, December 22, 2006
Χριστουγεννιάτικο ποστ
Πάντα πίστευα πως τα Χριστούγεννα περνούσαν με ατελείωτα ρεβεγιόν και σαμπάνια.Μαύρα και κόκκινα φορέματα,οι γυναίκες έμοιαζαν με τη Χόλλυ Γκολάιτλυ και οι άντρες με τον Κάρυ Γκραντ,τον Έρρολ Φλυνν,τον Γκρέγκορυ Πεκ,τραγουδούσε ο Μπινγκ Κρόσμπυ,ο Σινάτρα,ο Ντην Μάρτιν,ο Τόνυ Μπένετ.Η Άβα Γκάρντνερ αστειευόταν στη γωνία,η Γκάρμπο πάντα μόνη σαν Σφίγγα,η Χέυγουορθ ανέβαινε να κάνει νούμερο με τη Λάιζα Μινέλλι και η Γκάρλαντ στην τουαλέτα έπαιρνε κρυφά τα αντικαταθλιπτικά της και τραγουδούσε σαρκαστικά "there's o business like show business".Και η Τέιλορ με το Μπάρτον τσακώνονταν.Αρώματα Creed,Joy του Jean Patou και Chanel.
Και μετά,ξαφνικά,δεν ήταν έτσι.Ανακάλυψα πως ο κόσμος κάθεται σπίτι και βλέπει βαρετά εορταστικά σόου οικογενειακά,αναλώνεται με βαρετούς συγγενείς και όλοι φοράνε πυζάμες,εκτός απ'τους νέους που γυρνούν με χανγκόβερ και με την απογοήτευση ζωγραφισμένη.Μυρίζοντας τσιγάρο και σπέρμα.Με τσαλακωμένα ρούχα.Με άθλια λαικά.
Και αποφάσισα πως θα τα περνάω μόνη στο δωμάτιο.Με πυζάμες μεν,αλλά τις καλές μου νυχτικές απ'το Παρίσι.Με σαμπάνια ατομική.Είχε εκπομπή ο Κώστας Θωμαίδης και έπαιζε τραγούδια απ'το σινεμά,Μαίρη Πόππινς και Όλιβερ Τουίστ,μιούζικαλ και Λούι Άρμστρονγκ,και αποσπάσματα απ'τη Λιλιπούπολη,στη ροδοζαχαρένια παραλία μιλούν ακόμα για τη Ρόζα Ροζαλία.Βλέπω το Σινεμά ο Παράδεισος.Τραγουδάω μόνη.
Και φέτος.Θα ακούσω Brothers Four,το "Green Fields". Θα διαβάσω τις Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες του Παπαδιαμάντη.Και θα αφιερώσω το τραγούδι,όπως και το ποστ μου αυτό,στη μοναξιά μου.
Και μετά,ξαφνικά,δεν ήταν έτσι.Ανακάλυψα πως ο κόσμος κάθεται σπίτι και βλέπει βαρετά εορταστικά σόου οικογενειακά,αναλώνεται με βαρετούς συγγενείς και όλοι φοράνε πυζάμες,εκτός απ'τους νέους που γυρνούν με χανγκόβερ και με την απογοήτευση ζωγραφισμένη.Μυρίζοντας τσιγάρο και σπέρμα.Με τσαλακωμένα ρούχα.Με άθλια λαικά.
Και αποφάσισα πως θα τα περνάω μόνη στο δωμάτιο.Με πυζάμες μεν,αλλά τις καλές μου νυχτικές απ'το Παρίσι.Με σαμπάνια ατομική.Είχε εκπομπή ο Κώστας Θωμαίδης και έπαιζε τραγούδια απ'το σινεμά,Μαίρη Πόππινς και Όλιβερ Τουίστ,μιούζικαλ και Λούι Άρμστρονγκ,και αποσπάσματα απ'τη Λιλιπούπολη,στη ροδοζαχαρένια παραλία μιλούν ακόμα για τη Ρόζα Ροζαλία.Βλέπω το Σινεμά ο Παράδεισος.Τραγουδάω μόνη.
Και φέτος.Θα ακούσω Brothers Four,το "Green Fields". Θα διαβάσω τις Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες του Παπαδιαμάντη.Και θα αφιερώσω το τραγούδι,όπως και το ποστ μου αυτό,στη μοναξιά μου.
Subscribe to:
Posts (Atom)