Στις ταβέρνες, αναρίθμητα τίποτα παραγγέλνουν σαλάτες με μπόλικο λάδι και αφηγούνται ιστορίες παλιάς επιβολής και εξουσίας-σωπαίνω.
Παρακολουθώ την ψαλίδα που θερεύει στα μαλλιά μου, σκουπίζω τα χέρια στο παντελόνι μου, σωπαίνω.
'Αθλιος καφές. Μπαγιάτικα φυστίκια, πετάγεται θαλασσινός αφρός και κρυώνει τα πόδια μου.
Η διπλανή μου στριγγλίζει-Ντάριο Αρτζέντο της λέω, με αγνοεί. Καλά κάνει, δεν έχω άλλο θέμα συζήτησης, μυρίζω τον καρπό μου, kenzo amour, βανίλια και κρεμώδες ρύζι, κάπως ηρεμώ.
Η εκκλησία έχει ένα φως πορτοκαλί, αχνή ιδέα απο φάντα σε ποτήρι να αναγουλιάζει τον ουρανίσκο, βλέπω το ανοιχτό στόμα της μπακάλισσας να πολτοποιεί μια σοκολάτα snickers-ξερνάω στη γωνία.
Καταραμένα κινούμενα νησιά, καταραμένες βάρκες. Εκτυφλωτικό άσπρο-μια ιδέα απολυμαντικού, μια ιδέα εγκαυματος απο ακουαφόρτε, πορτοκαλί μπουκάλι, μαύρο καπάκι, φονικό όπλο.
Μια λίμα φτιαγμένη απο μικρούς κρυστάλλους. Ακονίζω τα νύχια μου, εν δυνάμει φονικά όπλα, στιγματισμένα από την αβιταμίνωση. Μια μυρωδιά ιλίγγου απλώνεται παντού.
Δε γινόμαστε σκουλήκια μόλις πεθάνουμε, αλλά από πολύ πιο πριν.
Ο βόμβος τν μελισσών.Κιτρινόμαυρο τσίμπημα, γλυκό μου κεντρί.
Tuesday, July 14, 2009
Friday, May 15, 2009
γλάροι
παράξενο που δεν μαράθηκαν ακόμα
οι παπαρούνες στα νησιά
ίσως
να τις ποτίζει το αλμυρό νερό που κυλάει στα αυλάκια
τα αρχαία νερά τα κόκκινα κάτω από τη γη χίλια χιλιόμετρα
πως βρέθηκε τόσο αίμα σε ένα βράχο
πως βρέθηκε στα μαραμένα μου χείλια τόσος πόθος λέει η γη
χρόνια βγάζω μάραθο, αγριόχορτα , αγκάθια
πονάω στη γέννα σαν τις γυναίκες τις παλιές
και πάλι γόνιμη δεν είμαι μα κάθε μήνα παλεύω
με τα ωάριά μου τα ζαρωμένα τα μέλη μου τα γερασμένα
να ποτίσω τους ανθρώπους
κι ας με γεμίζουν με το σάλιο τους το δηλητηριασμένο τα ζώα
κι ας χαράζουν πάνω μου γραμμές με καυτή πίσσα
τα φώτα κάθε βράδυ τώρα ανάβουν.
τα απογεύματα οι γλάροι
ψάχνοντας για ψάρια
μου φιλούν τα πόδια
που καμιά φορά
τους αφήνω να ξεκουράζονται .
οι παπαρούνες στα νησιά
ίσως
να τις ποτίζει το αλμυρό νερό που κυλάει στα αυλάκια
τα αρχαία νερά τα κόκκινα κάτω από τη γη χίλια χιλιόμετρα
πως βρέθηκε τόσο αίμα σε ένα βράχο
πως βρέθηκε στα μαραμένα μου χείλια τόσος πόθος λέει η γη
χρόνια βγάζω μάραθο, αγριόχορτα , αγκάθια
πονάω στη γέννα σαν τις γυναίκες τις παλιές
και πάλι γόνιμη δεν είμαι μα κάθε μήνα παλεύω
με τα ωάριά μου τα ζαρωμένα τα μέλη μου τα γερασμένα
να ποτίσω τους ανθρώπους
κι ας με γεμίζουν με το σάλιο τους το δηλητηριασμένο τα ζώα
κι ας χαράζουν πάνω μου γραμμές με καυτή πίσσα
τα φώτα κάθε βράδυ τώρα ανάβουν.
τα απογεύματα οι γλάροι
ψάχνοντας για ψάρια
μου φιλούν τα πόδια
που καμιά φορά
τους αφήνω να ξεκουράζονται .
Wednesday, May 13, 2009
τα μεσημέρια
και τις μέρες αυτές γίνομαι ένα με τη σκόνη
που ηδονικά μαζεύεται στα ράφια μου και στα παράθυρά μου.
οι μεγάλες ζέστες δεν με νικάνε
-θα βγάζω γλώσσα στη χαιρεκακία και το θράσος-
σαν δωδεκάχρονη που χρυπάει το πόδι της στο δάπεδο.
σας φιλώ γλυκά με χείλη βαμμένα από χυμό κερασιών και βατόμουρων
και σας βλέπω να φθονείτε τα στραβά μου μέλη, τις λευκές μου ρίζες και
που ηδονικά μαζεύεται στα ράφια μου και στα παράθυρά μου.
οι μεγάλες ζέστες δεν με νικάνε
-θα βγάζω γλώσσα στη χαιρεκακία και το θράσος-
σαν δωδεκάχρονη που χρυπάει το πόδι της στο δάπεδο.
σας φιλώ γλυκά με χείλη βαμμένα από χυμό κερασιών και βατόμουρων
και σας βλέπω να φθονείτε τα στραβά μου μέλη, τις λευκές μου ρίζες και
Sunday, May 10, 2009
κι αν ο καιρός πέρασε
δεν πειράζει που δεν είδα φέτος να ανθίζουν τα λουλούδια,
τα φύλλα να ρουφάνε τις σταγόνες, να καίγεται ο ήλιος σε μεγαλοπρεπή κάθοδο κάθε νύχτα.
Δεν πειράζει που ο χειμώνας σκεπάστηκε από μικρές, άδολες αγάπες.
Και τώρα που η γύρη τσούζει τα μάτια
ο ήλιος θαμπώνει τα χείλη τα αφίλητα
" et in arcadia ego"
κατεβαίνω τις σκάλες της βαθιάς της θύμησης, τα καλοξυσμένα μου μολύβια, τις κόλλες τις λευκές από χαρτί.
κι όταν αφήνω τα πόδια μου γυμνά στο ξύλινο πάτωμα
αφουγκράζομαι ανάσες ξεχασμένες.
τα ξεραμένα μου δάχτυλα ακουμπούν τη θάλασσα που βρυχάται.
τα φύλλα να ρουφάνε τις σταγόνες, να καίγεται ο ήλιος σε μεγαλοπρεπή κάθοδο κάθε νύχτα.
Δεν πειράζει που ο χειμώνας σκεπάστηκε από μικρές, άδολες αγάπες.
Και τώρα που η γύρη τσούζει τα μάτια
ο ήλιος θαμπώνει τα χείλη τα αφίλητα
" et in arcadia ego"
κατεβαίνω τις σκάλες της βαθιάς της θύμησης, τα καλοξυσμένα μου μολύβια, τις κόλλες τις λευκές από χαρτί.
κι όταν αφήνω τα πόδια μου γυμνά στο ξύλινο πάτωμα
αφουγκράζομαι ανάσες ξεχασμένες.
τα ξεραμένα μου δάχτυλα ακουμπούν τη θάλασσα που βρυχάται.
Monday, January 19, 2009
το πρόσωπό μου στον καθρέφτη
τις αλκυονίδες μέρες θα τις περάσω φορώντας μαύρα.θα περιποιούμαι τους αρρώστους της ψυχής μου με αφεψήματα.
θα βλέπω τον πρόσωπό μου στον καθρέφτη και τα φύλλα των δέντρων θα μου μοιάζει.
θα με συνοδεύει ο Κουρτ Βάιλ στις βόλτες πάνω στο ξύλινο πάτωμα
θα μου βάφει τα μάτια η Κλεοπάτρα νικημένη στο Άκτιο.
Και όταν βουτάω
στα νερά του δρόμου
θα μαι η ντροπή
ολόγυμνη
που όλους σας σκιάζει
και στα αυτιά μου θα ακούγεται
το βουητό
του φόβου σας
όπως ο ήχος μέσα σε ένα κοχύλι
και η άρπα του Νέρωνα στη φλεγόμενη Ρώμη
θα βγάζει την πιο γλυκιά φωτιά.
όμορφα που είναι τα πρωινά που κρατάς τους καρπούς μου
σαν φίλντισι και στάχτη μαζί
κι εγώ όταν θα καίγομαι στους δρόμους
φωνάζοντας το όνομά σου
ακριβέ μου
θα κρατήσω φυλαχτό το γυαλί που σε σκότωσε.
Wednesday, January 07, 2009
στρατώνες

κάνει κρύο το βράδυ στους στρατώνες των πόλεων
ακόμα κι αν διασκεδάζουν όλοι με αλκοόλ και καπνό
κάπου φεύγει η χαρά χωρίς να φαίνεται ο ρόδινος καπνός της.
κι ας μυρίζει η χαρά πιπερόριζα και βατόμουρο
και σοκολάτες, κι ας περπατάει γελώντας
δεν γελούν πια τα παιδιά, δεν κρατούν μπαλόνια.
κι εγώ μέσα σε υπόγειους σιδηροδρόμους
διπλώνω και ξεδιπλώνω τα δάχτυλά μου για ζέστη
μυρίζω τον καρπό μου για θαλπωρή
αχ και να χε το αρωμα πατρίδα
και ακούω πως αρπάξαμε φωτιά, σαν τα ξερά τα φύλλα-
με ρωτούν για την ελένη, αχ ελένη
και η δικιά μου ελένη με μάτια κόκκινα με ψάχνει
και φωνάζει το όνομά μου ασταμάτητα τις νύχτες με το τριμμένο της φουστάνι
κι εγώ ματώνω ανήμπορη σε ένα πεζοδρόμιο
σαν φύλλο ξερό που δεν άρπαξε φωτιά, μα το παίρνει ο άνεμος και το πάει
εκείνος όπου θελει
Monday, December 22, 2008
η γεννηση

αυτό το κρύο πάνω στα βλέφαρα
αυτή η ζέστη του καρπού σου
η Ανδρομέδα του καθρέφτη σου,
η Μέδουσα που παραμονεύει στη ντουλάπα σου.
Και συνεχίζεται ο θόρυβος από τις γκρίζες τηλεοράσεις
και φυσάει ο άνεμος, κρύε, άπονε βοριά
που φοβίζεις τα παιδάκια
που ξαπλώνουν ήσυχα στα κρεβάτια τους
κρατώντας οριζόντιο το ζεστό τους σώμα
τα αδύνατα πόδια τους,τις αδύναμες ψυχές τους.
Δύσκολο να συγχωρείς τις αμαρτίες σου,τα λάθη σου.
Και όταν τα σούρουπα ψιθυρίζουν μυστικά εσύ επίτηδες κρατάς το στόμα σου κλειστό.
Τις κερνάς καφέ, τσιγάρα, γέλια γάργαρα
παρακαλάς να μείνουν ακόμα λίγο
να σε συντροφεύσουν στα λίγα σου ρίγη
μα πετούν
σαν όνειρα που δεν έγιναν ποτέ,
σαν τους νεκρούς που κοιμούνται μες στο χώμα.
Thursday, December 11, 2008
colours..

οι μέρες ζητούν χρώματα
μπαχάρια και ανοιχτά παράθυρα
να φεύγει ο καπνός της μνήμης
να ξεχάσει το μυαλό,να αναπαυτεί.
πως θα ήθελα να ήμουν στον Αρχάγγελο
να περπατώ στα γκρίζα σοκάκια με τα χείλη σκασμένα από το κρύο
και να ζεσταίνομαι τις νύχτες μπροστά σε τζάκια πέτρινα
να είμαι εγώ το χρώμα, το αίμα, η ζωή.
κι όταν ανάβω τσιγάρο να ανάβουν και τα άστρα
να παίζει η μουσική του Kurt Weill
γιουκάλι τάνγκο και μαχαγκόννυ, και να χορεύουν τα κλαδιά
σαν παιδιά σε θεατρική παράσταση
όπου αλλού εκτός από δω θα θελα να σε ακούσω να λες
να βλέπω τα μάτια σου να δακρύζουν από χαρά, από ομορφιά,
να ανοίγουν τα χέρια σου να την πιάσουν
να πέφτει το χιόνι απαλά στα βλέφαρά σου
και να είμαστε το χρώμα, η αφή, να είμαστε το σώμα της φωτιάς
που διακλαδίζεται από σπίτι σε σπίτι
να ζεστάνει τα παγωμένα μέλη των βρεφών.
Monday, December 08, 2008
numb

έτσι όπως έγιναν τα πράγματα θέλω να φαντάζομαι
πως είμαι μια ζαχαροπλάστης σε ένα παραμύθι
και μαζί με γλυκά
ροδακινόπιτες, μηλόπιτες, κερασόπιτες, πίτες με μούρα
τάρτες με φράουλα και εξωτικό ανανά
βάζω μέσα στη ζύμη ιστορίες
για μια χώρα μαγική που ποτέ δε γνώρισε πόλεμο και μίσος
για ανθρώπους που αγαπούν
και παιδιά ροδομάγουλα που χτυπούν την πόρτα με ματωμένα γόνατα
και ζητούν και άλλες ιστορίες
κι εγώ με τα χέρια και το πρόσωπο αλευρωμένο
να τα καθίζω στο τραπέζι
να τους σερβίρω σαντιγί γαρνιρισμένη με δάκρυα αγγέλων
κακαο με πραλίνα από φουντούκι
ζεστές βάφλες με μαρμελάδα βερίκοκο
σε λευκά φλυτζάνια, απλά, χωρίς στολίδια.
και δεν θα ξέρω αν είμαι εγώ
ή το φάντασμά μου σε μια άλλη χώρα και αλλο χρόνο
και όταν θρέψει η πληγή
στο στόμα την καρδιά και τα σκέλια
θα αναληφθώ
ψηλά
πάνω στις στέγες των σπιτιών, να βλέπω καπνούς να βγαίνουν
από ζαχαρωμένες καμινάδες
Friday, December 05, 2008
έφυγες
και έκλεισαν τα όμορφα πράσινά σου μάτια
ή γαλάζια ήταν-ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς
οι σημειώσεις στη βεράντα σου
οι άγριες κρίσεις σου, ο αφρός από το
στόμα σου.
και οι σκόνες από τα πολύχρωμά σου χάπια συλλάβιζαν μαμά
και ζητούσες ζωή και έρωτα μα κανένας δεν στα έδινε
και ήθελες να γελάς μα το στόμα σου πιασμένο.
και η αρρώστια να σε κατατρώει σαν το οξύ του θανάτου
να μασάει τα σωθικά σου σαν μέδουσα αχόρταγη
και εσύ να μουτζουρώνεις σημειωματάρια τα πρωινά
και να αναζητάς τον πρίγκιπα τον σκοτεινό
κι όταν αγαπούσες έλεγες μάνα η αγκαλιά σου η φρικτή
γιατί να σου μοιάζω
γιατί να γεννηθώ από σένα
να μπορούσα να σε μισήσω
να μπορούσα να σε σκοτώσω
χωρίς να πληγώνω εμένα
σαν σιαμαίες αδελφές
με καταράστηκε ο Θεός
και εγώ ακόμα παρακαλάω
μεσα στη λήθη του λιθίου
σαν μια άλλη Σύλβια Πλαθ που ο χρόνος της έφθειρε τις γωνίες
του προσώπου
και μαλάκωσε αυτό το στόμα το υγρό
μάνα
μου λείπει η αγκαλιά σου
ίσως κάποτε τη βρω
αν σε εξαυλώσω και εξαυλωθώ.
ή γαλάζια ήταν-ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς
οι σημειώσεις στη βεράντα σου
οι άγριες κρίσεις σου, ο αφρός από το
στόμα σου.
και οι σκόνες από τα πολύχρωμά σου χάπια συλλάβιζαν μαμά
και ζητούσες ζωή και έρωτα μα κανένας δεν στα έδινε
και ήθελες να γελάς μα το στόμα σου πιασμένο.
και η αρρώστια να σε κατατρώει σαν το οξύ του θανάτου
να μασάει τα σωθικά σου σαν μέδουσα αχόρταγη
και εσύ να μουτζουρώνεις σημειωματάρια τα πρωινά
και να αναζητάς τον πρίγκιπα τον σκοτεινό
κι όταν αγαπούσες έλεγες μάνα η αγκαλιά σου η φρικτή
γιατί να σου μοιάζω
γιατί να γεννηθώ από σένα
να μπορούσα να σε μισήσω
να μπορούσα να σε σκοτώσω
χωρίς να πληγώνω εμένα
σαν σιαμαίες αδελφές
με καταράστηκε ο Θεός
και εγώ ακόμα παρακαλάω
μεσα στη λήθη του λιθίου
σαν μια άλλη Σύλβια Πλαθ που ο χρόνος της έφθειρε τις γωνίες
του προσώπου
και μαλάκωσε αυτό το στόμα το υγρό
μάνα
μου λείπει η αγκαλιά σου
ίσως κάποτε τη βρω
αν σε εξαυλώσω και εξαυλωθώ.
Saturday, November 29, 2008
τα σαββατιατικα πρωινά
η Αθήνα βαριέται ακόμα πιο πολύ. Στα ακριβά καφέ στο Κολωνάκι, στα συνοικιακά στέκια που κορίτσια αγοράζουν φτηνά βερνίκια και ρουζ και κοκκαλάκια μαλλιών, στα κεντρικά κομμωτήρια, η πόλη μισοκοιμάται.
Με φόντο τα εποχιακά λαμπιόνια, τις γιρλάντες και τη φωνή του Μπινγκ Κρόσμπυ, με αρώματα πολύτιμα στους καρπούς και το ντεκολτέ, τα μάτια τα μισάνοιχτα σταμάτησαν να κοιτούν, να αγαπούν, να συναντιούνται.
Ψελλίζουν κάτι για κρίσεις οικονομικές
το γάμο της τάδε και της δείνα
κλέινουν εισητήρια για παραστάσεις που δεν καταλαβαίνουν
περιμένουν μετρό και τρόλευ
δοκιμάζουν κραγιόν στον καρπό σε πολυκαταστήματα
ξεφυλλίζουν βιβλία που πάλι δεν καταλαβαίνουν
η βλακεία, είναι ανίκητη σκέφτονται
μετά ανοίγουν ξανά τις τηλεοράσεις τους.
Μουγκές εκσπερματώσεις και πόθος ξεπλυμένος
πράσινο τσάι τα απογεύματα-μα τι πλήξη, όλα απαγορεύονται πια αν είναι διασκεδαστικά
καφές,τσιγάρο,φαγητό
"θυμάμαι τότε στη Φωκίωνος Νέγρη-η Μελίνα- το ουίσκυ-τι κομψός που ήταν αλήθεια ο Καραμανλής-τα Χριστούγεννα λέμε να πάμε στη Νέα Υόρκη,εσείς;"
Και δεν ξέρουν πως και η Νέα Υόρκη βαριέται
βρωμίζουν τα πεζοδρόμια από το χιόνι
μαγειρεύουν ρολό κιμά και πινουν αναψυκτικά από το κουτάκι
κι αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας
συνεχίζει την πορεία του
κρυφά νυσταγμένος και εκείνος.
Με φόντο τα εποχιακά λαμπιόνια, τις γιρλάντες και τη φωνή του Μπινγκ Κρόσμπυ, με αρώματα πολύτιμα στους καρπούς και το ντεκολτέ, τα μάτια τα μισάνοιχτα σταμάτησαν να κοιτούν, να αγαπούν, να συναντιούνται.
Ψελλίζουν κάτι για κρίσεις οικονομικές
το γάμο της τάδε και της δείνα
κλέινουν εισητήρια για παραστάσεις που δεν καταλαβαίνουν
περιμένουν μετρό και τρόλευ
δοκιμάζουν κραγιόν στον καρπό σε πολυκαταστήματα
ξεφυλλίζουν βιβλία που πάλι δεν καταλαβαίνουν
η βλακεία, είναι ανίκητη σκέφτονται
μετά ανοίγουν ξανά τις τηλεοράσεις τους.
Μουγκές εκσπερματώσεις και πόθος ξεπλυμένος
πράσινο τσάι τα απογεύματα-μα τι πλήξη, όλα απαγορεύονται πια αν είναι διασκεδαστικά
καφές,τσιγάρο,φαγητό
"θυμάμαι τότε στη Φωκίωνος Νέγρη-η Μελίνα- το ουίσκυ-τι κομψός που ήταν αλήθεια ο Καραμανλής-τα Χριστούγεννα λέμε να πάμε στη Νέα Υόρκη,εσείς;"
Και δεν ξέρουν πως και η Νέα Υόρκη βαριέται
βρωμίζουν τα πεζοδρόμια από το χιόνι
μαγειρεύουν ρολό κιμά και πινουν αναψυκτικά από το κουτάκι
κι αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας
συνεχίζει την πορεία του
κρυφά νυσταγμένος και εκείνος.
Wednesday, November 19, 2008
κι εγώ...

νιώθω σαν να μεγάλωσα πια
δε με συγκινούν τα χρώματα της ίριδας
τα δερματόδετα βιβλία, οι μουσικές και οι γιορτές.
σπάνια πια αλλάζω δέρμα
αναστενάζω στις βροχές, σηκώνω το ψέμα μου.
ο πόνος μέσα στα μάγουλά μου και πιο πάνω
χτυπάει τη φλέβα του καρπού, τη διαστέλλει.
τα μάτια τα κόκκινα της έμπνευσης δεν με καρφώνουν
αν και προσεύχομαι γοναστιστή,γυμνή, σε κάθε χτύπημα του ρολογιού.
ακόμα κι όταν θέλω να χαθώ στα κρίνα
η δύναμη της γης πίσω με τραβάει, σαν θήραμα σε κυνήγι ματωμένο.
Saturday, November 15, 2008
στα κρύα κλαδιά
στα κρύα κλαδιά της μνήμης έχω μάθει να κρυώνω.
δεν με ενοχλούν πια τα σύννεφα, τα ξεροβόρια,τα άκαμπτα ποδαράκια των νεκρών πουλιών.
σαν επίμονη γυναίκα στη γέννα περιμένω.
κρατάω τα πόδια μου ανοιχτά
τα χέρια μου σφιγμένα
τα χείλη μου από τα δαγκώματα λευκαίνουν.
κι ας τρέχουν δίπλα μου ποτάμια από μέλη κάποιων που κάποτε αγάπησα
το άρωμα της μνήμης θάβεται σιγά σιγά στις λάσπες
και τα ποιήματα που δε γράφτηκαν ποτέ τραγουδώνται από αγγέλους πεσμένους.
και περιμένω το νερό
να ξεπλύνει
να πνίξει
να χορτάσει τις μικρές μου ύαινες.
δεν με ενοχλούν πια τα σύννεφα, τα ξεροβόρια,τα άκαμπτα ποδαράκια των νεκρών πουλιών.
σαν επίμονη γυναίκα στη γέννα περιμένω.
κρατάω τα πόδια μου ανοιχτά
τα χέρια μου σφιγμένα
τα χείλη μου από τα δαγκώματα λευκαίνουν.
κι ας τρέχουν δίπλα μου ποτάμια από μέλη κάποιων που κάποτε αγάπησα
το άρωμα της μνήμης θάβεται σιγά σιγά στις λάσπες
και τα ποιήματα που δε γράφτηκαν ποτέ τραγουδώνται από αγγέλους πεσμένους.
και περιμένω το νερό
να ξεπλύνει
να πνίξει
να χορτάσει τις μικρές μου ύαινες.
Thursday, November 13, 2008
μέσα στο κόκκινο ποτάμι
με προκαλούν οι λέξεις
σαν παλιοί ιππότες σε μονομαχίες
κρατούν κάτω από το πρόσωπό μου όπλα γεμάτα
κραδαίνουν το κουφάρι μου
ρουφάνε το αίμα μου.
μην είσαι δειλή μου λεν
θα πονέσει τόσο, τόσο λίγο
όσο θα τρέχει το υγρό από την ψυχή σου στο χαρτί
όσο θα βλέπεις τους φόβους σου να γράφονται
όσο οι εφιάλτες σου θα τριγυρίζουν και τους άλλους.
κι εγώ σθεναρά αντιστέκομαι
θα νικήσω λέω τη μια
και το χέρι μου προκαλώ να γράψει από την άλλη
και τάζω έπαθλα φτηνά στον εαυτό μου
σαν κάτι φτηνά πλαστικά παιχνίδια πεταμένα στη γωνιά
σαν πεταμένα τσιγάρα μετά από ονομαστικές γιορτές στην επαρχία.
σαν παλιοί ιππότες σε μονομαχίες
κρατούν κάτω από το πρόσωπό μου όπλα γεμάτα
κραδαίνουν το κουφάρι μου
ρουφάνε το αίμα μου.
μην είσαι δειλή μου λεν
θα πονέσει τόσο, τόσο λίγο
όσο θα τρέχει το υγρό από την ψυχή σου στο χαρτί
όσο θα βλέπεις τους φόβους σου να γράφονται
όσο οι εφιάλτες σου θα τριγυρίζουν και τους άλλους.
κι εγώ σθεναρά αντιστέκομαι
θα νικήσω λέω τη μια
και το χέρι μου προκαλώ να γράψει από την άλλη
και τάζω έπαθλα φτηνά στον εαυτό μου
σαν κάτι φτηνά πλαστικά παιχνίδια πεταμένα στη γωνιά
σαν πεταμένα τσιγάρα μετά από ονομαστικές γιορτές στην επαρχία.
Friday, November 07, 2008
να είχα τα λόγια

και τι να πεις σε έναν καιρό που αρνιέται να αλλάξει
στον ιδρώτα που κυλάει από το σώμα σου σαν προσευχή
τι να πεις στα παλιά σου ρούχα, δυο σκισμένα σεντόνια,μια τρυπημένη κουβέρτα που έκανε το γύρο τόσων κρεβατιών
τι να πεις στο σώμα σου το ίδιο που αλλάζει
φουσκώνει και μαζεύει σαν την παλίρροια με κάτι χειμωνιάτικα φεγγάρια
τραβώντας πίσω του αδεια μπουκάλια και τα πετράδια της χαμένης Ατλαντίδας.
Τι να πεις στο σώμα αυτό το κουρασμένο
που σμιλεύτηκε με γάλα ζεστό και ζυμωτό ψωμί
μέλι από μέρη μακρινά και νερά, λιωμένο χιόνι
που καλύπτεται από μαύρες φορεσιές
που τις λερώνει στα σοκάκια και τα σπασμένα πεζοδρόμια
τι να πεις στη γύμνια την αληθινή, εκείνη του δικού σου προσώπου στον καθρέφτη.
και δε φτάνουν πια οι μουσικές οι εξαίσιες, τα στολίδια τα ακριβά, ο καφές και τα τσιγάρα τα βαριά-
τι να πεις στα ζαρωμένα μάτια και το δέρμα το χάρτινο και το λάρυγγα τον κλεισμένο
κι αν σκεφτείς πως από καιρό περίμενες
την παρακμή,τις ράθυμες κινήσεις, τη νύστα που μυρμηγκιάζει τα άκρα
κάτι απογεύματα που πέφτει όλη η σκόνη του κόσμου
πάνω στους ώμους σου
και σφίγγεις τη γροθιά μπρος στον καθρέφτη-και τώρα οι δυο μας ,λες
και όλη του κόσμου η ντροπή
και όλου του κόσμου οι αμαρτίες
ξεπροβάλλουν σαν την Μέδουσα,στη θάλασσα του μυαλού σου.
Thursday, October 30, 2008
η χώρα μου
η χώρα μου
ταξιδεύει μέσα σε ξεχασμένες ηρωικές επετείους και οστεοφυλάκια
κομματιάζει με τις πόρπες της ζώνης τα μάτια της περηφάνειας
κολακεύει και κολακεύεται,
διαρρηγνύει τα ιμάτιά της
πως είναι ακόμα παρθένα
μα στην καρδιά της μια αριθμομηχανή
χτυπάει διαρκώς ποσά για την ώρα που διέθεσε.
Βάζει ακριβά αρώματα πάνω στο λεκιασμένο της λαιμό
στα λασπωμένα της χέρια ματωμένα μονόπετρα
και προχωράει
σε μια ακέφαλη παρέλαση
τη συνοδεύει
μια λεπρή μπάντα
ταξιδεύει μέσα σε ξεχασμένες ηρωικές επετείους και οστεοφυλάκια
κομματιάζει με τις πόρπες της ζώνης τα μάτια της περηφάνειας
κολακεύει και κολακεύεται,
διαρρηγνύει τα ιμάτιά της
πως είναι ακόμα παρθένα
μα στην καρδιά της μια αριθμομηχανή
χτυπάει διαρκώς ποσά για την ώρα που διέθεσε.
Βάζει ακριβά αρώματα πάνω στο λεκιασμένο της λαιμό
στα λασπωμένα της χέρια ματωμένα μονόπετρα
και προχωράει
σε μια ακέφαλη παρέλαση
τη συνοδεύει
μια λεπρή μπάντα
Sunday, October 26, 2008
be...
μου λείπουν τόσο τα πρωινά μαζί σου
τα χέρια στο σαγόνι σου με τις πρωινές εφημερίδες
οι αναστεναγμοί σου πριν κοιμηθείς,το τρίξιμο του κρεβατιού σου.
τα ταξίδια μας τόσα χρόνια στα καράβια
ο καπνός του τσιγάρου σου να φεύγει σαν τα χρόνια, αυτή η θαμπάδα του δέρματος στους καρπούς σου, κι όμως έλαμπες.
και όταν κοιτούσα αυτές τις παλιές φωτογραφίες σου
κι οταν έψαχνα τις τσέπες σου κρυφά
ήσουν δικός μου,μόνο δικός μου,στα μικρά παιδικά μου χέρια.
και ήσουν ο δικός μου ήρωας,αλάθητος, ανίκητος.
και κρατούσες τη ζωή μας όπως κρατούσες το τιμόνι, τραγουδώντας τη ζωή
κι εγώ να μετράω τις ουλές σου
τις πινελιές του πράσινου στα μάτια σου
τον ήχο του κλειδιού σου στην πόρτα
να σε παρακαλάω να μου λες ιστορίες, κι εγώ η μικρή μις μάκβεθ
να κρεμιέμαι απ τη ζωή σαν από τύχη, να λέω
είμαι σαν κι εσένα
σάρκα και οστά, και σου ρουφάω τη ζωή, είμαι το δικό σου αίμα.
κι όταν ανάσαινες ήσουν η δική μου αναπνοή και όταν πέθαινα εσύ ο θάνατος μου
-όσο ζω θα ζεις, ούτε μια μέρα παραπάνω-
και κρατάω το σακατεμένο σου δάχτυλο ακόμα
τα μάτια σου με πονάνε
κι όσο κοιμάσαι ταξιδεύει η ζωή
κι εσύ τρεμάμενος γερνάς-κι εγώ δε σε κρατάω πια απ' το χέρι.
τα χέρια στο σαγόνι σου με τις πρωινές εφημερίδες
οι αναστεναγμοί σου πριν κοιμηθείς,το τρίξιμο του κρεβατιού σου.
τα ταξίδια μας τόσα χρόνια στα καράβια
ο καπνός του τσιγάρου σου να φεύγει σαν τα χρόνια, αυτή η θαμπάδα του δέρματος στους καρπούς σου, κι όμως έλαμπες.
και όταν κοιτούσα αυτές τις παλιές φωτογραφίες σου
κι οταν έψαχνα τις τσέπες σου κρυφά
ήσουν δικός μου,μόνο δικός μου,στα μικρά παιδικά μου χέρια.
και ήσουν ο δικός μου ήρωας,αλάθητος, ανίκητος.
και κρατούσες τη ζωή μας όπως κρατούσες το τιμόνι, τραγουδώντας τη ζωή
κι εγώ να μετράω τις ουλές σου
τις πινελιές του πράσινου στα μάτια σου
τον ήχο του κλειδιού σου στην πόρτα
να σε παρακαλάω να μου λες ιστορίες, κι εγώ η μικρή μις μάκβεθ
να κρεμιέμαι απ τη ζωή σαν από τύχη, να λέω
είμαι σαν κι εσένα
σάρκα και οστά, και σου ρουφάω τη ζωή, είμαι το δικό σου αίμα.
κι όταν ανάσαινες ήσουν η δική μου αναπνοή και όταν πέθαινα εσύ ο θάνατος μου
-όσο ζω θα ζεις, ούτε μια μέρα παραπάνω-
και κρατάω το σακατεμένο σου δάχτυλο ακόμα
τα μάτια σου με πονάνε
κι όσο κοιμάσαι ταξιδεύει η ζωή
κι εσύ τρεμάμενος γερνάς-κι εγώ δε σε κρατάω πια απ' το χέρι.
Thursday, October 16, 2008
και ανυπομονώ
να έρθει ξανά ένας χειμώναςπάνω στα πατάρια των καφενείων γυναίκες φορούν έσάρπες κεντημένες
φερμένες από χώρες ξωτικές
κεντημένες από μάγισσες του Καυκάσου
με τα στόματα του βοριά να φυσούν στις άκρες
του ορίζοντα
το χρώμα του λυκόφωτος στις ραφές
σπουργίτια αθώα στα κλαδιά αιώνιων δέντρων
το χρώμα του βάθους του ωκεανού της καρδιάς σου
της αβύσσου της δικής μου
μαλακό μαλλί από ανάσες αγέννητων βρεφών
στον αργαλειό πλεγμένο
στα υγρά υπόγεια, στις γωνιές στοιβαγμένες κιτρινισμένες εφημερίδες.
και λέω δε θα κρυώνω πια
οι ώμοι μου θα ναι ζεστοί και φιλόξενοι
μα κάτι μέσα μου τρίζει-σαν τα τζιτζίκια που πιάναμε κάποτε στις ιδρωμένες μας παλάμες
και δεν μπορώ να σταματήσω να φοβάμαι
όσο ο κόσμος γυρίζει και αυτό το φθινόπωρο,
η υγρασία με σκοτώνει.
Sunday, October 12, 2008
betjeman
Here where the
cliff's alone prevail
I stand alone, exultant, free
and from the cushion of the gale
behold a huge
consoling sea.
john betjeman
cliff's alone prevail
I stand alone, exultant, free
and from the cushion of the gale
behold a huge
consoling sea.
john betjeman
Saturday, October 11, 2008
october songs
τα τραγουδια του οκτώβρη δεν τα πε ποτέ κανείςαρχίζει η εποχή με τα κομμάτια ξεραμένου δέρματος
στις παλάμες μου
τα σημάδια από τα ρούχα στο δέρμα μου
τα απομεινάρια πικνικ στα πάρκα
τα ψίχουλα που περίσσεψαν από ένα κυριακάτικο γεύμα
πόσο λυπάμαι,τα χρόνια που φύγαν,χαμένα, πριν να γνωρίσω εσένα
κοκκινίζουν τα χείλη από την αναμονή
όταν ξαγρυπνάω τις αυγές με τα χρώματα των ρόδων
τα γλυκά σου χρώματα όταν κοιμούνται τα πουλιά
κι εσύ ταξιδεύεις, ιερή μέσα στους αφρούς της θάλασσας
που σιγά σιγά κρυώνει
στις αγκαλιές αφίλητων αγοριών.
κι αν κοιμηθώ στην αγκαλιά σου
θα ναι για πάντα
η ομορφιά που δεν πονάει λίγες στιγμές
σαν σβηστή λάμπα τα απογεύματα
ο μεγάλος ύπνος, η καρδιά που σταμάτησε επιτέλους να ματώνει.
Subscribe to:
Posts (Atom)