
Sunday, August 31, 2008
once again

Wednesday, August 27, 2008
elizabeth short

Tuesday, August 19, 2008
μικραίνει η καθε νύχτα

Sunday, August 17, 2008
nordic lights

Monday, August 11, 2008
ifyouneedmenow
κουραστηκα να ντύνομαι στα λευκάσαν την αθώα ψυχή μου που χάθηκε
τώρα θέλω μαύρα μάτια μουτζουρωμένα
ξεφτισμένα νύχια κοκκινόμαυρα
τα ρούχα μου τα σκισμένα σαν παλιές σημαίες
να δείχνουν καμένα δάχτυλα, κιρσούς, γρήγορα ζευγαρώματα ξεχασμένα σε πάγκους από μπαρ
να χύνεται αλκοολ στα χείλη μου κι εσύ να κοινωνάς
όπως κατεβαινει στο λαιμό
να πιέζω τα πονεμένα μου πόδια στην άμμο
και να φυσάει, απέναντι από τα ξερονήσια
φασκόμηλα και θυμάρι και κομματιασμένα φύκια
να ραίνουν τα μαλλιά μου
μέσα στα κόκκινα νερά που έγιναν το αίμα μου
ένα σκυλί αλυχτάει.
μα ούτε κι έτσι με σκοτώνουν.
ούτε τα λευκά μάτια των θαμώνων
οι ταγκισμένες κολώνιες τα ξεθυμασμένα βλέμματα
και δυο ακίδες που πονούν
εκεί, πάνω στην κλειδωση
αχ να χα εικόνες να σου έδειχνα
το λιωμένο μου πρόσωπο να γερνάει σε σημεία
γύρω απ' τα χείλη πάνω στους κροτάφους
να σου προσέφερα βρασμένο νερό για τη θυσία
στάρι κρασί μέλι γάλα
να σου δινα όλα τα χρώματα του κόσμου
και για τελευταία φορά να εξαυλωνόμουν
σαν το αέριο στο γκαζάκι, μια ευωδιά θανάτου,μια ανάμνηση
της λαίδης λάζαρος.
Thursday, August 07, 2008
cinnamon milk
και τα βράδια πίνω ζεστό γάλα με κανέλα,δεν ξέρω αν είναι βάλσαμο ή αν το μπαχάρι μέσα μου ξυπνάει πόθους άλλους, είναι ο καιρός αρκετά κρύος για να φορέσω κάλτσες πάνω από το γόνατο;έχω ένα ζευγάρι, γκρι, σαν τον ουρανό πριν ξημερώσει, το avalanche του Cohen,κουνάω τα δάχτυλα των ποδιών μου μέσα από τα κοτλέ μου σχεδόν διαλυμένα παπούτσια, δεν θα μπει ποτέ τάξη σε αυτή την ντουλάπα τελικά, η θάλασσα θυμίζει πισίνα τα μεσημέρια, ήρεμη και γαλάζια, το κρύο νερό με ζωντανεύει,φωνάζω πως είμαι το δελφινοκόριτσο,τα χέρια μου πονάνε όταν ξυπνάω, σημάδια απ' τα μαξιλάρια.
Αυτοκίνητα περιμένουν σε σειρά έξω απ'τις ταβέρνες,fake letters fake lives, τα λαικά κορίτσια που σερβίρουν στα μπαρ, κατεστραμμένα ξανθά μαλλιά, χαμόγελο σε λίγο στραβά δόντια, το νερό γλυφό, δε χορταίνω σου λέω δε χορταίνω, πεταμένα περιοδικά σε κάδους απορριμμάτων και η ζωή η δική μου μεταίωρη,τα νύχια μου ξεβάφουν,απόχρωση κόκκινη σε μπεζ φόντο,και αν είναι η νύχτα αυτή δύσκολη,παρηγόρησέ με.
Friday, August 01, 2008
ογδοος μήνας

ξεχύνονται στην επαρχία άνθρωποι από όλες τις γωνιές
γεμάτοι από άχρηστα πράγματα στις βαλίτσες τους
ψηλοτάκουνα που δε θα φορεθούν στα στενοσόκακα
μπεστ σέλερ που δε θα διαβάσουν
μπάλες που θα ξεφουσκώσουν άδοξα
αρώματα με γιασεμί και περγαμόντο
παιδιά χαρούμενα ή θλιμμένα
φωνάζουν για προσοχή
πάντα ζητούν κάτι, πάντα κάτι έχουν να πουν
γυναίκες μόνες ή δεσμευμένες
αν κοιμούνται μόνες δεν θέλουν να το μάθει κανείς
βάζουν κρέμες στο σώμα, κραγιον στα χείλη
θέλουν να γνωρίσουν κάποιον για να ξεχάσουν
συνήθως μεθούν μόνες στον πάγκο ενός μπαρ
παραπατούν στο δρόμο για ένα φτηνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο
χαμογελούν στην ιδιοκτήτρια, βάζουν σκούρα γυαλιά
μπορεί και να συγκινούνται με τα παιδιά στην παραλία
μα λένε όχι ακόμα, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή
αλλάζουν κουβέντα
πιάνουν κουβέντα για τα σήριαλ που θα παίξουν το χειμώνα
θέλουν να φάνε σπιτικό ρυζόγαλο και γλυκό του κουταλιού
ψωνίζουν φτηνά δώρα για τη μητέρα τους
λένε πως δε θέλουν να φύγουν
όταν έρθει το φέρυ μετά το Δεκαπενταύγουστο χαίρονται που θα γυρίσουν στο σπίτι τους
με λίγη σκόνη στα έπιπλα, κάποια ρούχα ασιδέρωτα
μεγάλες συσκευασίες στιγμιαίου καφέ και απότιστες γλάστρες
κι αν κοιμηθούν,νησιά σκέφτονται, και ίσως να δακρύζουν.
Monday, July 28, 2008
νύχτες υγρες

Thursday, July 24, 2008
δυτικοι ανεμοι

Thursday, July 10, 2008
δεν ξέρω τι θα πει θλίψη

Monday, July 07, 2008
στα μουδιασμένα μου χέρια

Tuesday, July 01, 2008
φύλλα πεσμένα

Sunday, June 29, 2008
μελτέμια

Monday, June 23, 2008
ο ζεστός αέρας

Saturday, June 21, 2008
to market! to market!
μπισκότα κάθε είδους, με σοκολάτα, με αμύγδαλο, με φράουλα, βουτύρου
και τραγανές γκοφρέτες με πραλίνα
σοκολάτες στο χαρτί με τζίντζερ και κανέλα
τα δυο μου μάτια αχόρταγα
προσπερνώ τα προιόντα διαίτης
γάλα για πεινασμένα μωρά σαν μικρά χελιδονάκια στη φωλιά
μερέντα μέλι φυστικοβούτυρο σαλέπι
μαρμελάδα σύκο και μύρτιλλο, κάστανο
για πρωινά στην εξοχή
φραγκοστάφυλο και βατόμουρο σε φρυγανισμένο ψωμί
σταγόνες κουβερτούρας
τα μπαχάρια παράδεισος, κανέλα πάνω σε ζεστό ρυζόγαλο,
μοσχοκάρυδο, πιπέρι να γαργαλάει τη γλώσσα
το αλάτι της γης
παιδιά στα καρότσια προσπαθούν να πιάσουν τα χρώματα
τα χέρια τους σαν φάροι
τσάι φερμένο από την Κίνα σε πλοία ξύλινα
καφές απ' τη Σουμάτρα
τις νύχτες που ξαγρυπνούν οι ερωτευμένοι
στα ταμεία μπάλες μέντας λιώνουν στο στόμα
μαστίχα χιώτικη αχ αυτές οι σταγόνες
καραμέλες βουτύρου στον πάτο της τσάντας μου
σαν χιλιάδες χαμένα κλειδιά της μνήμης
Saturday, June 14, 2008
χωρίς ανάσα

ο ήλιος με θαμπώνει .σα να βλέπω άστρα μέρα μεσημέρι .βλέπω τα νερά, τα παιδιά που παίζουν, τα πολυτελή κότερα να βαριούνται στα ανοιχτά, πιάτα με φρέσκο ψάρι για χατήρι των πρωτευουσιάνων, και τα κοιτάζω σα να ναι για πρώτη φορά, σα να μην έχω περάσει όλη μου τη ζωή εδώ, μέσα στα χώματα και την άμμο.
δεν ξέρω πως περνάνε οι νύχτες μου. ίσως κάπου να αναβοσβήνει μια τηλεόραση. ίσως κάπου να τσουγκρίζουν ποτήρια, θανατηφόρα δηλητήρια, το κόκκινο φόρεμα στην ντουλάπα όπως πάντα, πετάω από δω και από κει, δείξε μας πως φουμάρουν οι μάγκες, δε μου πάει που είναι όλοι χαμογελαστοί, ίσως και να ξέρουν καλύτερα βέβαια, νιφάδες με βρώμη για μεσημεριανό, δεν έχω γονείς, δεν έχω παρελθόν, περπατάω στην άμμο, δυο παρατημένες βάρκες, κατεβάζω το γείσο του καπέλου για να μη βλέπουν το πρόσωπό μου, τα μικρά αστράκια στα μάτια μου, δεν θέλω να ξέρουν, θέλω να το ξέρω μόνο εγώ και κανένας άλλος.
Friday, June 13, 2008
στα έρημα σοκάκια

Thursday, June 05, 2008
εικόνες
δώστε μου λευκά πλαίσια
να τοποθετήσω το σώμα μου, τα χέρια μου, τα ρίγη μου.
να ξεχειλίσουν οι κορνίζες απ΄το αίμα μου
τα μαύρα μανιτάρια στην καρδιά μου
οι νεκρές φύσεις στο βλέμμα μου.
να κοιμηθώ μια βραδιά
σα να 'μαι ορφανή, υγρή, μόνη στον κόσμο
κανένας να μη νοιάζεται
και η αγκαλιά αδειανή από λουλούδια και υποσχέσεις.
στους δρόμους ενός κέντρου
διαλύομαι σαν ατμός
στα χέρια των αγνώστων.
Wednesday, June 04, 2008
στα νεκρά μου δάχτυλα
οι ρυτίδες της μάνας μου γύρω από το στόμα
λαμποκοπάνε τα πρωινά
οι νύχτες γλιστράνε σαν πρωινές δροσοσταλίδες.
Τις μέρες μου
καίγεται η άσφαλτος
τα ρούχα μου σε σωρούς στο πάτωμα
κρεμ, γαλάζια, ροζ και λευκά πέταλα
κάθε ρούχο και μια πόλη, μια μυρωδιά, ένα αγχωμένο τσιγάρο στα ανοιχτά.
Δε μου φτάνει το νερό.
Διψάω, αυτές οι κοκκινίλες στο λάρυγγα
δεν προκλήθηκαν από χέρια, όνειρα, χαμογελαστά πρόσωπα.
Μόνο η αίσθηση του πνιγμού
δυο τρεις ανάσες έξω απ' το Μακρονήσι,
την ώρα που κοιμόταν το παιδί στο πίσω κάθισμα
μια γεύση μούχλας μέσα στο στόμα μου
και ο καιρός να περνάει, αγέρωχος, σα βοριάς, σα να κοιμούνται πια όλοι οι θεοί.
και γεννιόμουν,
γεννιόμουν μέσα σε καμπίνες και διαδρόμους
σε βρώμικα ποτήρια του καφέ και λεκιασμένα στρώματα,
γεννιόμουν σε στεγνωμένα χείλη και ροζιασμένα χέρια.
και πονούσε η ανάσα,
πονούσε το βλέμμα, το δάκρυ που δε βγήκε,
ο λυγμός που κατέβηκε στο λαιμό ξανά.
Δεν κοιμόμουν.
Και όταν τα βλέφαρά μου έκλειναν, έβλεπαν το θάνατο.
αγέρωχο σαν το βοριά, να προχωράει στο θρίαμβό του.
