Saturday, September 27, 2008

wallow


τα άδεια σπίτια δεν είναι πάντα θλιβερά
οι λευκοί τοίχοι μπορούν ακόμα να ελπίζουν
δεν ξεκόλλησε ακόμα η άμμος από τα παντζούρια μου
σεπτέμβρης και τα αγκάθια στο δέρμα μου
δεν λεν να φύγουν
σπαταλημένες ώρες πάνω από χαρτιά και μολύβια
με αυτό το χείλος που θέλει να τρέμει κι εγώ δεν το αφήνω.
γιατί αν το αφήσω θα καταρρεύσει η γύψινη αυτή μάσκα
και οι τοίχοι και τα θεμέλια
θα πάρει ο βοριάς τις κουρτίνες να βουλιάξουν στο πιο βαθύ σημείο του ωκεανού
λευκό μέσα στο λευκό, το μάτι του Κύκλωπα μονίμως θολωμένο
από τη λαχτάρα να ριζώσει.
και οι γυναίκες της νύχτας
ακόμα περιμένουν να ξεριζώσουν τα βαμμένα μου νύχια να τραβήξουν το αίμα
για να κοιμηθούν
κι όταν φωνάζω δεν με ακούει κανείς τις νύχτες ή τις μέρες
και βαλτώνω αργά στη λασπωμένη άμμο
αχνή, άκληρη και μολυσμένη.

Tuesday, September 23, 2008

ice queen

μάλλινες κάλτσες μέχρι το γόνατο
αυτό το τσαλαβούτημα στα μουσκεμένα πλακάκια από το πρωτοβρόχι
για πρώτη φορά τα δικά μου γλυκά στο ψυγείο
τα μεσάνυχτα βράζει η τσαγιέρα στο μάτι της κουζίνας.
το γυμνό μου πρόσωπο στα χέρια σου
σα να περάσαν χρόνια χίλια
πάνω στο γραφείο τα μολύβια μου
τα σκουπισμένα δάκρυα, οι λυγμοί του χτες.
Κανέλα, κακάο, μοσχοκάρυδο, τα στεγνά μου χέρια στο αμπάρι
τα βήματα στη σκάλα των προγόνων μου
τα παιδιά γύρισαν εδώ και μέρες στα σχολεία.
Κρυστάλλινα κρύα νερά και ένας γκρίζος ουρανός
δυο τρία συρτάρια άνω κάτω
ένα φευγιό ακόμα στα κατάστιχα
το αίμα της ωριμότητας που στεγνώνει σαν το γάλα της συκιάς πάνω στο δέρμα.
καρύδι και φουντούκι και αμύγδαλο
"καρδιά μου τι να σε κεράσω"
δεν ξέρω τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
προσφέρω τους καρπούς της γης και βότσαλα,
κι αν καλοπιάσω τον καιρό μου χάρισμά σου,
το δικό μου φετινό φθινόπωρο.

Wednesday, September 17, 2008

τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι...


¨εχει στα μαλλιά κορδέλες στο κορμί της χίλιες βδέλλες"
πονεμένα μάτια, βρίσκω απασχολήσεις εφήμερες, κουβάδες με μαύρα νερά, lists of destruction πονεμένο στομάχι, είναι περίεργη αυτή η εποχή σου λέω, δεν ξέρεις αν φταις εσύ ή ο νοτιάς, παγωμένα νερά, σκόνη, ραθυμία,ανατριχίλες στο σώμα, φτηνά σήριαλ στην τηλεόραση, γυναίκες με κλαρωτές ρόμπες στο δρόμο, κλωτσάω ένα χαλίκι, ιδρώνω πάνω από ένα σίδερο, φοβάμαι τα βράδια, μην κοιτάς που κάνω τη γενναία, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, τα παιδιά κάτω στον κάμπο,τα πρόσωπα στον ύπνο με τα κοφτερά δόντια που στάζουν αίμα,εικόνες βυζαντινές τρομαχτικές, θέλω να έρθει ο δικός μου χειμώνας, να μου ζεσταίνεις τα πόδια μέσα από τις χοντρές κάλτσες και να με αγκαλιάζεις τα βροχερά πρωινά, να με παρηγορείς όταν κρυώνω, να κοιτάω τα όμορφα χέρια σου, να φιλάω την ανάσα σου.

Sunday, September 14, 2008

hush, little darling


τα παράθυρα κλειστά, είμαι στο φως μια μικρή ηλιακτίδα και η " νύχτα λασπωμένο κρόσσι", είμαι μια μήτρα βαθιά, χωράω τα πάντα, πίστεψε με, θανάτους μάτια ξερατά ιδρώτα και δεν κλαίω αντέχω δες με
το αίμα στην άκρη του δρόμου
μια μάνα που ψάχνει τα παιδιά της
οι σκισμένες εφημερίδες στα περβάζια
τα μάτια μου αντέχουν τα πάντα
θορύβους θυμούς θυμοσοφίες δολοφονίες
τα φύκια που μαζεύονται στις θαλασσινές σπηλιές
οι δολοφόνοι πίσω από τα πατζούρια
τα ρούχα μου πιέζουν το δέρμα
σφιχτά χαμόγελα μέσα στη δυσωδία
και τα θύματα άγγελοι κρατιούνται με λύσσα
ήσουν δεκαοχτώ χρονών ήσουν ένα γερασμένο παιδί
ήσουν λευκός και όμορφος μέσα στα γαμπριάτικά σου
φρεσκοξυρισμένος ένα δάχτυλό σου προεξείχε
ήσουν στα μαύρα άγελος του θανάτου
ήσουν μωρό παιδί με ένα μπουκάλι στο χέρι σου
και δεν έχω καταλάβει ποιος ήσουν τελικά
μα ακόμα σε περιμένω, να δεις το καινούριο μου φόρεμα, γκρι, που σου άρεσε.
" που είναι το έλεος σου Ντόμινε "

Sunday, September 07, 2008

ο καπνός


και η φωνή της φλέρυς ευαίσθητη σαν το κρύσταλλο που γίνεται κομμάτια, και η εύθραυστη ψυχή μου, ανάβω τσιγάρο,ίσως και να καπνίζω όσο καιρό ζούσα, ίσως και πιο πριν, πριν γεννηθώ, τα δάχτυλα μου κάνουν κύκλους σαν του καπνού, ανακατεύεται η μυρωδιά του ταμπάκο με το άρωμά μου,coco mademoiselle και είναι Σεπτέμβρης και φυσάει, λίγη ζάχαρη άχνη στην γλώσσα μου, μάλλινο φανελάκι πλεκτές κάλτσες μέχρι το γόνατο, αν κρυώνουν τα πόδια μου τρέμω ολόκληρη, ψάχνω συνταγές, shepherds pie, χορταστικά φαγητά και επιδόρπια, βαριές κρέμες γάλακτος, βούτυρο, απαγορευμένες ουσίες πια, τσιγάρο, λιπαρά, το καράβι φωτισμένο πάει για άλλες πολιτείες, σφυρίζει τρεις φορές και εγώ χώνω τα παπούτσια μου στην άμμο, δεν πάει άλλο θέλω να πω μα δεν το λέω, ίσως και να είναι καλύτερα έτσι,ναι,έτσι ακριβως όπως τώρα.

Saturday, September 06, 2008

η κοκκινίλα...


από τα μάτια μου που δε φεύγει και κάτι εικόνες που σκόρπισαν σαν τη σκόνη, κάτι γυναίκες μόνες που το κραγιόν ξεφτίζει από τα χείλη παραγγέλνουν παγωτό σοκολάτα και καπνίζουν το τελευταίο τους τσιγάρο, ψάχνω ρουζ για να κρύψω τη χλωμάδα μου, όχι στα μάγουλα, μέσα μου, blushing tempting, fleur de flirt, foolish virgin, honey cafe, αποχρώσεις κοραλλί και ροδακινί και παρθενικό ροζ, τα δικά μου χείλη σκάνε και τα καίει το θαλασσόνερο, τα φαγωμένα μου νύχια πάνω στο τραπέζι σε πρώρο πλάνο, κάτι κουβέντες που δεν έγινα ποτέ, νοστάλγησα να ακούσω ένα τραγούδι του Αζναβούρ, ένα κοριτσάκι ψάχνει το χαμένο του παιχνίδι, το αδέσποτο του χωριού στην άκρη της αμμουδιάς, να σε ράψω αν πληγώθηκες, θέλω να μουτζουρώσω το μακιγιάζ των ματιών μου και να μη με αναγνωρίζει κανένας, να φορέσω ένα μάλλινο ροζ φουστάνι και να πάμε στο πέραμα και στο λαύριο να χαζέψουμε τα πλοία που σκουριάζουν, έτσι νιώθω κι εγώ καμιά φορά, πως σκουριάζω στο πέρασμα του χρόνου, πως γουργουρίζω με θόρυβο σαν ξεχαρβαλωμένη καφετιέρα, καλύπτω τα γόνατά μου με το φόρεμα, και να έπιανε λέει μια βροχή και να έφευγαν όλοι να κρυφτούν και να μέναμε οι δυο μας, και να πονάνε οι σταγόνες στο παραμελημένο δέρμα, να άδειαζε όλος ο κόσμος και εγώ να χαράζω κύκλους στην άμμο σαν σε αρχαία τελετή, να βλέπω τα χαμηλά σπίτια και τα σκοτάδια τους και να γίνομαι ένα, ο θάνατος μας περιτριγυρίζει δεν το καταλαβαίνεις, κάνε την υπόκλισή σου και περίμενε, δεν τελειώνουν οι στιγμές, τελειώνει μόνο το σώμα, σαν παλιό πλάνο σε ταινία που δεν είδε κανείς.

Thursday, September 04, 2008

και μερικές φορές


δεν με πειράζει ο συνωστισμός πάνω στο γραφείο μου
η σκόνη στα τραπέζια και τα αφημένα ποτήρια
πολλά ελαττώματα έγιναν παρελθόν
σαν το δροσερό νερό που κυλάει στην πλάτη μου
σαν τα παπούτσια που πιάνω στα χέρια μου για να περπατήσω στην άμμο
σαν το κραγιόν που φεύγει από τα χείλη
σαν τον πάγο που λιώνει στα ποτήρια
στους πάγκους των μπαρ μετά τα μεσάνυχτα
που κάποιος ξέχασε να τα μαζέψει
και είναι ο βοριάς και η δροσιά και η νύχτα που έρχεται νωρίς και με αγκαλιάζει
και μου λέει, τώρα, είμαι συμμαχός σου
και όχι εχθρός σου
σαν τη βουκαμβίλια στις αυλές των νησιών που σκορπίζει πέταλα σε στενοσόκακα και εκκλησιές
σαν το πορτοκαλί σούρουπο που χαιδεύει το εσωτερικό του μπράτσο μου
τα παιδιά που τρέχουν στην άμμο
δυο τρεις σκοποί του Νίνο Ρότα
et in arcadia ego.

Sunday, August 31, 2008

once again


δύσκολες οι νύχτες με κρύο
τρίζουν τα παραθυρόφυλλα
μαθαίνεις αν έχεις αντοχές όταν κλείνεις τα μάτια
κάπου το φεγγάρι που κρύβεται δεν ξέρει μυστικά
το χτύπημα της δερμάτινης ζώνης
τα εγκλήματα που δε μαθεύτηκαν ποτέ
οι αμαρτίες που δεν εξομολογήθηκαν
τα τραγούδια που δεν παίχτηκαν
το κοκκινισμένα δέρμα στα μάγουλα με τα αποτυπώματά του
the tatters of my wedding dress.
κι εσύ κοιμάσαι ήρεμη.
ούτε εφιάλτες ούτε βίαια ξυπνήματα
ούτε νοτισμένα μαξιλάρια .
μια προσευχή για μας τους αυπνους
που κρατάμε το κλειδί για τα κελιά μας
δεμένα στο λαιμό
με γροθιές σφιγμένες,
(when i am on a pedestal, you did not raise me there)
ακούμε όλο βράδυ το γέλιο μιας ύαινας που ξεσκίζει πλάσματα της νύχτας
βάζουμε με ανακούφιση αλάτι στις πληγές μας
διώχνουμε φύλακες άγγελους, κρατάμε μικρά φονικά
στην κόρη του ματιού μας.
(it is your flesh that i wear)

Wednesday, August 27, 2008

elizabeth short


πιο διάσημη νεκρη απο ότι ζωντανή
στα φώτα του Χόλλυγουντ
στο πεζοδρομιο που ρουφηξε το γυμνό σου σώμα
το παραμορφωμένο σου πια πρόσωπο
τα βαμμένα μαύρα σου μαλλιά
την περίεργη συμπεριφορά σου
τους αμέτρητους εραστές σου
τα διάσημά πια ονειρά σου
ελίζαμπεθ.
τραγική. αστεία. τρομαχτική. ερωτική.
νεκρή.
μια μαίρυλιν του θανάτου.
εσύ κρατάς το κλειδί για το έγκλημά σου.
στα σηκωμένα σου χέρια
κράτησες όνειρα δεκάδων κοριτσιών
με το αίμα σου γράφτηκαν βιβλία
στοιχειώνεις μπαρ ξενοδοχείων.
ερωμένη. πόρνη. αγία. νεκρή.
μέσα στη νύχτα του λος άντζελες.
ελίζαμπεθ.

Tuesday, August 19, 2008

μικραίνει η καθε νύχτα


και εσύ να γράφεις κάθε βράδυ σε δάχτυλα και μπράτσα με μελάνια ανεξίτηλα, και να περιμένεις το ταχυδρομείο, δεν μου αρέσει όταν είσαι θυμωμένη, όταν κρίνεις, αυτό το βλέμμα σου το αυστηρό, ακόμα κι όταν λες πως με αγαπάς πολύ και αμέσως διορθώνεις ότι κάνω, και τα βαριά σου βήματα στις σκάλες και ο ήχος του σώματος πάνω στο στρώμα, ότι κάνω το κάνω για σένα, πόσο κανιβαλιστικό μου ακούγεται, καταβροχθίζεις ρυζόγαλα και γλυκά του κουταλιού και φέτες ψωμιού με βούτυρο και δεν ξέρω τι άλλο, και ανοίγεις με θόρυβο τα παράθυρα τα ξημερώματα, εσύ έφταιξες ή εγώ;
και όταν όλο αυτό τελειώσει θα θέλεις να το ξαναρχίσεις, ένα δύο τρία πάμε ξανά, ο ιδρώτας πάνω από το φρύδι σου, το στόμα σου να σκληραίνει, και ο αναστεναγμός πριν κοιμηθείς κάθε φορά να με παγώνει.

Sunday, August 17, 2008

nordic lights


η καρδια μου στα χερια σου
περνάει ο Αύγουστος σαν μέλισσα
στην παλάμη μου
η βισκόζη πάνω στο δέρμα μου
δροσίζει τους περαστικούς σε κεντρικους δρόμους
πνίγω με τη ζώνη μου τους περίεργους στους φάρους
κι αν σε παρέσυρα μη δίνεις σημασία.
πόσα χρόνια πόσοι δρόμοι
ένα τέλος στην Αλάσκα
ανήμερα Χριστούγεννα που έδινα τη ζωή μου σε ένα θνησιγενές μωρό
μέσα στο κρύο στα ματωμένα σεντόνια
κι όμως ξερω μόνο εσένα αγάπησα
άβολο μέσα στα κοστούμια σου
τα γκρίζα σου μαλλιά
τα λεπτά σου δάχτυλα τα διάφανα
το παγωτό με το σιρόπι κεράσι στους πάγκους
η βανίλια στο στόμα μου μέσα στη βροχή
κι αν με λες Ανναμπελ, δεν πειράζει,γλυκέ μου Χούμπερτ.
(επέτειος από την έκδοση της Λολίτας, του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ)

Monday, August 11, 2008

ifyouneedmenow

κουραστηκα να ντύνομαι στα λευκά
σαν την αθώα ψυχή μου που χάθηκε
τώρα θέλω μαύρα μάτια μουτζουρωμένα
ξεφτισμένα νύχια κοκκινόμαυρα
τα ρούχα μου τα σκισμένα σαν παλιές σημαίες
να δείχνουν καμένα δάχτυλα, κιρσούς, γρήγορα ζευγαρώματα ξεχασμένα σε πάγκους από μπαρ
να χύνεται αλκοολ στα χείλη μου κι εσύ να κοινωνάς
όπως κατεβαινει στο λαιμό
να πιέζω τα πονεμένα μου πόδια στην άμμο
και να φυσάει, απέναντι από τα ξερονήσια
φασκόμηλα και θυμάρι και κομματιασμένα φύκια
να ραίνουν τα μαλλιά μου
μέσα στα κόκκινα νερά που έγιναν το αίμα μου
ένα σκυλί αλυχτάει.
μα ούτε κι έτσι με σκοτώνουν.
ούτε τα λευκά μάτια των θαμώνων
οι ταγκισμένες κολώνιες τα ξεθυμασμένα βλέμματα
και δυο ακίδες που πονούν
εκεί, πάνω στην κλειδωση
αχ να χα εικόνες να σου έδειχνα
το λιωμένο μου πρόσωπο να γερνάει σε σημεία
γύρω απ' τα χείλη πάνω στους κροτάφους
να σου προσέφερα βρασμένο νερό για τη θυσία
στάρι κρασί μέλι γάλα
να σου δινα όλα τα χρώματα του κόσμου
και για τελευταία φορά να εξαυλωνόμουν
σαν το αέριο στο γκαζάκι, μια ευωδιά θανάτου,μια ανάμνηση
της λαίδης λάζαρος.

Thursday, August 07, 2008

cinnamon milk

και τα βράδια πίνω ζεστό γάλα με κανέλα,δεν ξέρω αν είναι βάλσαμο ή αν το μπαχάρι μέσα μου ξυπνάει πόθους άλλους, είναι ο καιρός αρκετά κρύος για να φορέσω κάλτσες πάνω από το γόνατο;
έχω ένα ζευγάρι, γκρι, σαν τον ουρανό πριν ξημερώσει, το avalanche του Cohen,κουνάω τα δάχτυλα των ποδιών μου μέσα από τα κοτλέ μου σχεδόν διαλυμένα παπούτσια, δεν θα μπει ποτέ τάξη σε αυτή την ντουλάπα τελικά, η θάλασσα θυμίζει πισίνα τα μεσημέρια, ήρεμη και γαλάζια, το κρύο νερό με ζωντανεύει,φωνάζω πως είμαι το δελφινοκόριτσο,τα χέρια μου πονάνε όταν ξυπνάω, σημάδια απ' τα μαξιλάρια.
Αυτοκίνητα περιμένουν σε σειρά έξω απ'τις ταβέρνες,fake letters fake lives, τα λαικά κορίτσια που σερβίρουν στα μπαρ, κατεστραμμένα ξανθά μαλλιά, χαμόγελο σε λίγο στραβά δόντια, το νερό γλυφό, δε χορταίνω σου λέω δε χορταίνω, πεταμένα περιοδικά σε κάδους απορριμμάτων και η ζωή η δική μου μεταίωρη,τα νύχια μου ξεβάφουν,απόχρωση κόκκινη σε μπεζ φόντο,και αν είναι η νύχτα αυτή δύσκολη,παρηγόρησέ με.

Friday, August 01, 2008

ογδοος μήνας


ξεχύνονται στην επαρχία άνθρωποι από όλες τις γωνιές
γεμάτοι από άχρηστα πράγματα στις βαλίτσες τους
ψηλοτάκουνα που δε θα φορεθούν στα στενοσόκακα
μπεστ σέλερ που δε θα διαβάσουν
μπάλες που θα ξεφουσκώσουν άδοξα
αρώματα με γιασεμί και περγαμόντο
παιδιά χαρούμενα ή θλιμμένα
φωνάζουν για προσοχή
πάντα ζητούν κάτι, πάντα κάτι έχουν να πουν
γυναίκες μόνες ή δεσμευμένες
αν κοιμούνται μόνες δεν θέλουν να το μάθει κανείς
βάζουν κρέμες στο σώμα, κραγιον στα χείλη
θέλουν να γνωρίσουν κάποιον για να ξεχάσουν
συνήθως μεθούν μόνες στον πάγκο ενός μπαρ
παραπατούν στο δρόμο για ένα φτηνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο
χαμογελούν στην ιδιοκτήτρια, βάζουν σκούρα γυαλιά
μπορεί και να συγκινούνται με τα παιδιά στην παραλία
μα λένε όχι ακόμα, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή
αλλάζουν κουβέντα
πιάνουν κουβέντα για τα σήριαλ που θα παίξουν το χειμώνα
θέλουν να φάνε σπιτικό ρυζόγαλο και γλυκό του κουταλιού
ψωνίζουν φτηνά δώρα για τη μητέρα τους
λένε πως δε θέλουν να φύγουν
όταν έρθει το φέρυ μετά το Δεκαπενταύγουστο χαίρονται που θα γυρίσουν στο σπίτι τους
με λίγη σκόνη στα έπιπλα, κάποια ρούχα ασιδέρωτα
μεγάλες συσκευασίες στιγμιαίου καφέ και απότιστες γλάστρες
κι αν κοιμηθούν,νησιά σκέφτονται, και ίσως να δακρύζουν.

Monday, July 28, 2008

νύχτες υγρες


κουραστηκα πια καθε βραδυ
να φτιάχνω το πρόσωπό μου
και να παίξω σε μια σκηνή
γεμάτη ακίδες
και να με χειροκροτούν παλιάτσοι
με σκιστά ματια και κάλους στα χέρια
ξυπόλητη, ιδρωμένη μα πάνω από όλα αγνή
με καμένους καρπούς από τσιγάρα
με το άρωμά μου να αναδεύει αναμνήσεις
πότε καλές πότε άσχημες
αλλοιωμένο από τα δυνατά φώτα
και ούτε ένα ποτήρι νερό στο πίσω μέρος
να δροσίσει τους αναμμένους κροτάφους μου
πυρωμένους από την κάψα χωραφιών
γεμάτα ακρωτηριασμένα μέλη
αφίλητων στρατιωτών.

Thursday, July 24, 2008

δυτικοι ανεμοι


παιρνουν μακρια τις δαιμονικες ψυχες
που ψαχνουν να βρουν τις πιο ενδόμυχες μου σκεψεις
πίσω από τις κόρες των ματιων μου
την κινηση του καρπου μου
το σουφρωμα των χειλιων μου.
προς τη δυση καιγονται τα σαπισμενα ξυλα, αυτα που έθρεψαν και μόλυναν
το τρυφερο δερμα απο τις γαμπες μου
μπηκαν κατω από τα νύχια μου
κατω απο τη γλώσσα μου
και με εκαναν να βγαζω μια φιδισια διχαλωτη γλωσσα
που σφυριζε και γεμιζε με γλιτσα τις πιο πολυτιμες μου σκεψεις.
Δεν ξερω τι ήταν πιο τρομαχτικο, το πρόσωπο μου εκείνες τις στιγμες
ή το γεγονός πως αισθανομουν πιο ανετα στο γυαλιστερο εκεινο φιδοτομαρο.
Μα οταν φυσαει απ το βορια και τη δύση
η θαλασσα ξεπλενει την ανατριχιαστική ουσια
αγκαλιαζει το πληγωμενο κορμί
και με το αλατι της το θρεφει.
Και με πληγωμενα μαγουλα, ματωμενα χειλη και μισα δάχτυλα,
ριχνω το σώμα μου σε εκεινη
και ελπιζω πως θα γινω ένα τοσο δα μικρο πετραδακι
να λαμποκοπαει με το φως του ήλιου
και με το κυμα να ξεβραζεται στις ακρογιαλιες
λιγο κοφτερο σε μερικες ακρες, μα γυμνο και ελαφρύ, σαν φύσημα του αέρα.

Thursday, July 10, 2008

δεν ξέρω τι θα πει θλίψη


τα βράδια που φυσάει έτσι
δεν ακούω ήρεμες ανάσες
μόνο αναστεναγμούς ερωτευμένων κοριτσιών
κρεμασμένες από κάποιο τηλέφωνο ή ένα σκισμένο σημείωμα
με κομμένη την αναπνοή και τις φλέβες
χωρίς ακόμα να έχουν στεγνώσει τα δάκρυά τους
με πασαλειμμένο το κραγιόν στο στόμα.
Ακούω τα κύματα να κατασπαράζουν έρωτες
κάτι γυναίκες με μαύρα να ζυμώνουν πρόσφορα
μαραμένες με μια λευκή γραμμή στη θέση των χειλιών.
Και σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια
κι εκείνο το παλιό πράσινο λεωφορείο με τα φθαρμένα καθίσματα
να πηγαινοφερνει τους ανθρώπους που αγάπησα
την πρώτη τουφα των μαλλιών μου
τα νιάτα της μάνας μου
την πρώτη μου κούκλα
την ανοιξιάτικη δροσιά και τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου
τα κόκκινα μάτια μου
τη μυρωδιά της ευτυχίας
μα θλίψη δε νιώθω.
μια πίκρα μόνο για την ομορφιά που χάνεται
χωρίς καν να μας αγγίξει
τα πρώτα βήματα χωρίς μελανιές στα γόνατα
και δεν θέλω να κλάψω,
μόνο να πω ευχαριστώ
δεν ξερω γιατί ,σε ποιον
και να σβηστώ κι εγώ ίδια με ένα φύσημα
του Προφήτη Ηλία παραμονή, μέσα στα θυμάρια.

Monday, July 07, 2008

στα μουδιασμένα μου χέρια


δεν ξέρω να διαβάσω πια άλλα βιβλία
ξεχνάω αμέσως τις προτάσεις και τις φράσεις
δεν ξέρω να γράψω πια άλλα ποιήματα
τα χέρια μου βγαίνουν να αλητέψουν
σε σώματα κρυφά και ανάσες
θέλουν να πιάσουν θαλάσσιες ανεμώνες και κρυψώνες παιδιών
τα χαμένα ρύζια των γαμήλιων τελετών
να τα πετάξουν στα σαπισμένα πλοία σε όλα τα λιμάνια του κόσμου
να γίνουν μαργαριτάρια δακρυσμένα.
Τα χέρια μου θέλουν να γίνουν γοργόνες
να ρωτάν τους ναυτικούς αν ζει ο αδερφός μου ο μονάκριβος
και όταν λένε όχι να τσακίζουν με μανια τα πλοία με την ουρά τους
ή να συνοδεύουν τα φρεσκοβαμμένα καικια στο Αιγαίο
να γίνουν ερωμένες του θεού Ποσειδώνα
σα γυναίκες μοιραίες που πίνουν σε κάποιο μπαρ
να διηγούνται ιστορίες κάποιου άλλου
μπορεί και ψέματα μπορεί και αλήθεια
να χαρίσουν κούκλες στα παιδιά και να φτιάξουν χάρτινα καραβάκια
τους θησαυρούς του Σολομώντα να μοιράσουν.
Και αν κάποια στιγμή κοιμηθούν μέσα στη θολούρα
να ξεχάσουν πως είναι κάποιου χέρια
και να τραβήξουν προς τον ουρανό,
σαν δυο ωχρά μπαλόνια.

Tuesday, July 01, 2008

φύλλα πεσμένα


το γαλάζιο πουά φουστάνι
για κυριακάτικες βόλτες στα σοκάκια
ποτέ δεν το απέκτησα
γλυκά ταψιού και αναψυκτικά, υποβρύχια, αφεψήματα
καφέδες μυρωδάτοι
η καρδιά σκορπάει στη ζύμη που αχνίζει
σε πυρωμένους φούρνους
σε στενοσόκακα της πρωτεύουσας
σε κάτι παρηκμασμένα καφενεία
με τα κυριακάτικά τους κρυφά αναστενάζουν
σαν ηρωίδες μυθιστορήματος σε συνέχειες
διορθώνουν λίγο τη φθηνή τους πούδρα
στο πρόσωπό τους
και το ανοιχτόχρωμο κραγιόν κρυφά
αγορασμένο σε καλάθια κάποιου πανηγυριού
της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Ειρήνης ίσως
και κοιτάζονται στον καθρέφτη κατάματα
δε θα γεράσω ποτέ λένε
δε θα γεράσω
θα μείνω δροσερή σαν κρίνο
μετά δαγκώνουν τα χείλη για να μη βγει ο λυγμός
αγαπούν κάποιον παντρεμένο ή κάποιον σταρ του κινηματογράφου
και πίσω από κάποιον πάγκο
με το τρανζίστορ να παίζει τα λαικά
ψήνουν σκέτους καφέδες, σερβίρουν παγωμένα νερά και λεμονάδες.
Και εγώ σκέφτομαι εσένα Πιερ Πάολο
στις όχθες μιας έρημης παραλίας
να κάνεις κύκλους με βότσαλα
και να περπατάς πάνω στα κύματα.

Sunday, June 29, 2008

μελτέμια


και δεν ήρθε ποτέ εδώ
η κάντιλλακ του Τζων Ρέντυ, ίσως και να μην έχει σημασία, άρχισαν κιόλας τα μελτέμια, τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες, σα να μην έχει αλλάξει τίποτα, φιλάω το νότο, κοιτάω τα γλαρόπουλα να πετάνε χαμηλά, λινά ρούχα για λίγη δροσιά, ο πειραιάς καίγεται και καίγομαι κι εγώ μαζί, καταμεσήμερο, άδεια καράβια, άδειες παραλίες, σκονισμένα ράφια, βιβλία που δεν έχω καταφέρει να διαβάσω, τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, ζεσταίνομαι, αφήνω σημάδια από τα κόκκινα νύχια μου στα πλακάκια, από τα κόκκινα χείλη μου στον καθρέφτη, κολλάζ με μανία, ένα δέρμα τεντωμένο σα σκοινί, ο δρόμος ζεστός, μου καίει τα πόδια.