Thursday, February 26, 2015

untitled I



Δεν φεύγεις ποτέ, έτσι? Πάλι  ήσουν εδώ και με κυνηγούσες κάτω από τα λευκά σεντόνια-ένας ζεστός, καλοκαιρινός Φλεβάρης. Το τοπίο άλλαζε με μια κίνηση της παλάμης σου σα να σβήνεις μαυροπίνακα. Ήσουν στα μαύρα και με περίμενες κάτω από  μπαλκόνι ,τα ξύλινα πατώματα είχαν ακίδες και έμπαιναν στα πόδια μου και δεν έφευγαν, και αυτό το έκανες εσύ.
Κάθε μέρα παίζαμε σε ένα στοιχειωμένο σπίτι με δυο παιδιά που περπατούσαν στα τέσσερα και γάβγιζαν σαν σκυλιά στις πόρτες. Η πισίνα λειτουργούσε, δίπλα στον Σαρωνικό, ένα συντριβάνι ίδιο με της Φοντάνα ντι Τρέβι με επιγραφή. Βουτούσα στο ένα έβγαινα στο άλλο και με κοιτούσες-δεν έμπαινες στο νερό, το βαθύ μέρος ήταν βαθύ πολύ. Τα μυστικά του κήπου έλεγες, ήταν μια ωραία ταινία, σα να έλεγες, χτύπα το κεφάλι σου στο ρηχό μέρος κι εγώ θα γελάω γιατί δεν θα πεθαίνεις. Υπήρχαν και άλλοι και δεν μας μιλούσαν, κρύβονταν στο σπίτι, έβγαιναν για να ψωνίσουν από το μανάβικο, κρέας που έτρεχε αίμα και λαχανικά ξεριζωμένα, μαγείρευαν? Δεν ξέρω αν μαγείρευαν, με έστελνες στο μανάβικο, αγόραζα κίτρινες και κόκκινες πιπεριές και φρέσκο βασιλικό. Φώναζες τα δυο παιδιά Απόλλωνα και Άρτεμη, τα δίδυμα που γεννήθηκαν στη Δήλο κάτω από τη μεγάλη, ανελέητη ζέστη.
Το έσκαγα και κολυμπούσα στη θάλασσα. Το ήξερες. Περίμενες να το σκάσω ,ήξερες πως δεν θα το έκανα  και πάλι το περίμενες. Η άμμος ήταν ξανθιά. Κρατιόμουν από αρμυρίκια για να μην πέσω, τρώγαμε τίποτα? Δεν τρώγαμε. Τα βράδια πηγαίναμε σε ένα μπαρ ξύλινο, παράγγελνες για μένα Dubbonet και έπινες από το δικό μου. Κανένας δεν μας πλησίαζε, γυρνούσαμε στο σπίτι, με άφηνες να κοιμηθώ και μετά έφευγες, χανόσουν σε διαδρόμους.
Έγραφα κάρτες σε παλιές μου συμμαθήτριες. Τις ταχυδρομούσα κι ας ήξερα πως δεν θα φτάσουν, πάλι στο μπακάλικο, μανιτάρια σαν πνευμόνια, φρούτα μεγάλα σαν γροθιές. Πρέπει να φύγω έλεγα,και γυρνούσα με το καλάθι και μια βιδωμένη γνάθο .Από κάτω ο Σαρωνικός με κορόιδευε. Κολύμπα σαν ψάρι έλεγε. Οι άλλοι έφευγαν μπροστά, εγώ κολυμπούσα στο συντριβάνι. Φώναζα το μικρό σου όνομα. Έκανες πως δεν ήσουν εσύ.
Είχα άβαφα χείλη και αλατισμένα μαλλιά, το μαύρο μου φόρεμα από τα φιλανθρωπικά και πέλματα με ακίδες. Τα μαλλιά μου κόνταιναν αντί να μεγαλώσουν. Πλενόμουν με μια πήλινη κανάτα. Λες και ήμασταν σε χρόνους αρχαίους, αγάλματα που ζωντάνεψαν, φιγούρες με ψηφιδωτά που έκαναν ένα βήμα μπροστά, που ξεκόλλησαν από τους τοίχους και άφησαν μόνο βότσαλα.
Το τελευταίο βράδυ, πάλι ντυμένος στα μάυρα, κοιμήθηκες στο κρεβάτι μου, δίπλα μου.Το πρωί άφησες ένα σημείωμα να φύγουμε μαζί.
Στο μπακάλικο έκλεψα 3 κραγιόν,Sabrina, Fire down below, Rain. Τρία ρουζ Amour, Exhibit A, Albatross. Τα έβαλα στην τσέπη. Δεν σε ακολούθησα. Τάισα τα παιδιά στην πύλη. Μου έγλειψαν τα χέρια.

Sunday, October 26, 2014

Γράμμα χωρίς αποστολέα και παραλήπτη

Περνάνε οι δρόμοι σαν τις νύχτες που έχω πονοκέφαλο, κέντρο Αθήνας με χρωματιστες πινακίδες και αδεσποτες γάτες στο διάβα μου κι εγω δεν ξέρω αν θέλω να τις χαιδεψω ή να τις κλωτσησω-κράτα με μη με παρασύρει ο κοσμος,κράτα με να μην τον παρασύρω εγω.εστρωσα ενα κόκκινο σεντόνι για να κρύβει το αίμα που βγαίνει κρύβεται οπως η ντροπη και λέω ασε με να σε κοιτάζω, ασε με να σε κοιτάζω μονο και μετα να φύγω δεν χρειάζεται να λέμε πολλα εξάλλου κουράζεται το στόμα και ξεραινεται και λέξεις δεν μπορει να προφερει.
Για αυτο φοραω κραγιόν μπεζ για να θυμίζει το στόμα των νεκρών αχρωμο και ξερό για αυτο φοραω τα παπούτσια που με πονάνε  
Τα φώτα σαν πληγωμένα πουλιά στην εθνική οδό και το παλτο σου είκοσι χρόνια στη ντουλάπα αφορετο 
Είπες θα μου μιλήσεις δεν μιλησες είπες θα με φροντίσεις δεν με φροντισες 
Με αφησες εδω στη λεωφόρο να σε περιμένω να έρθεις να με πάρεις κι εγω εκει 
Να σου αγοράζω καραμέλες με κανέλα που σ αρεσανε να μύριζω όμορφα Ουφ. Έρθεις και να σε φίλησω με τα σάπια μου δόντια 

Wednesday, May 28, 2014

hats off

χτες αγόρασα ένα πράσινο καπέλο, το χρώμα της ζήλειας. Η μαμά μου έλεγε πως είναι το χρώμα της ελπίδας και όταν τη ρώταγα χρώμα διάλεγε το πράσινο. Η μαμά μου δεν ήξερε τι σημαίνει ζήλεια-μερικοί άνθρωποι πάντα διαλέγουν τη χαρά.
Τα καπέλα προστατεύουν απ' τον ήλιο και καλύπτουν, το ήξερες πως η Γκάρμπο ξεκίνησε ως πωλήτρια σε κατάστημα καπέλων στη Στοκχόλμη?Παλιά υπήρχαν και θήκες, καπελιέρες, τώρα χάθηκαν και αυτές και τα κρεμάμε στο άγκιστρο στο δωμάτιο και μας μιλάνε σαν στρογγυλά στόματα.Παίρνουν ζωή μόνο όταν τα φοράμε?
Αγόρασα ένα πράσινο καπέλο, φτηνό και ευτελές σε αξία, για να καλύπτω το κεφάλι μου από τον ήλιο και το βλέμμα ενός ανελέητου θεού. Θα κρύβει τις ρίζες των μαλλιών μου όταν ξεπροβάλλουν με αναίδεια, θα ρίχνω την άκρη στο μέτωπό μου όταν δε θέλω να με βλέπουν-για ένα καθαρό μέτωπο ζούμε, για ένα φιλότιμο όπως έλεγε και ο Ιωάννου.
Όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τα καλοκαίρια και εγώ αισθάνομαι ευάλωτη σαν νεογέννητο βρέφος. Ο ήλιος είναι υπέρλαμπρος και εμείς δίπλα του χλωμαίνουμε σε λάμψη, είναι απαιτητικός και ματαιόδοξος, κάποιοι θα μείνουν στη σκια με καπέλα και μακριά μανίκια, λένε πως έχουν ευαίσθητο δέρμα και πονάει τα μάτια τους αλλά μάλλον κρύβουν την αλήθεια που θέλει να ξεπροβάλλει.
Πράσινο, το χρώμα της ελπίδας και του φθόνου,παράξενο που συμβαδίζουν χέρι χέρι.

Wednesday, April 09, 2014

the skin we live in

εκχύλισμα σαλιγκαριών για δέρμα χωρίς σημάδια
τίποτα για τα σημάδια της ψυχής 
στα φαρμακεία προσφέρουν ελιξήρια νεότητας και πανάκειες
ακόμα για τα φάρμακα που γλυκαίνουν θες κόκκινες γραμμές αυτό δεν άλλαξε

τι έβαλαν τόσες γυναίκες τόσα χρόνια
υδράργυρο και κιμωλία ίζημα από τη γη βατόμουρα πατζάρια
χλώριο και οξυγόνο οξέα που πάνε όλο και πιο βαθιά μέχρι να πιάσουν κόκκαλο
εύφλεκτο οινόπνευμα
σαν να τιμωρούν το δέρμα τους να τιμωρούν έναν καμβά που δείχνει λάθη

φυσικά κανένας δεν θέλει να θυμάται τα λάθη του παρελθόντος
τα πρόσωπα συγχωρούν ή δεν συγχωρούν αλλά θυμούνται
λευκά, σκουρόχρωμα, με κηλίδες ή χωρίς
οι ενοχές μας απλώνονται αργά τις ώρες που δεν έχουμε ιδέα
ησύχασε δεν πονάει όσο νόμιζες
άσε το χέρι σου 

 

Tuesday, April 01, 2014

γράμμα στον οδυσσέα α.

μια γυναίκα στο δρόμο φοράει ροζ πουά γόβες
που βρήκε πουά γόβες αναρωτιέμαι
πάνω στη Σόλωνος που τα πεζοδρόμιο είναι τόσο στενό
ροζ παλ σαν ρώγες έφηβης κοπέλας, λευκές βούλες όπως πάνω σε μανιτάρια
οι γάμπες της είναι ολόισιες και χωρίς σημάδια 
άραγε κρυώνει χωρίς καλσόν
στο περίπτερο πληρώνω ένα μπουκάλι νερό με κέρματα των 5 λεπτών
ο περιπτεράς βλέπει τηλεόραση και μπροστά του είναι παραταγμένα τα ματ
δεν δείχνει να τον νοιάζει και πολύ
προτιμά να μετράει τάλιρα 
είναι ένα τόσο ωραίο απόγευμα
ήθελα τσάι σπιτικό κρύο με λεμόνι αλλά κανένας πια δεν το φτιάχνει
ο ουρανός είναι ένα ροδάκινο που περιμένει να φαγωθεί
είναι άνοιξη 
(θέλει δουλειά πολλή)

από μέσα μου τραγουδάω το la boheme
έχω δυό πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες είμαι τραγούδι
δεν είμαι τραγούδι όταν με κοιτάς
γίνομαι άνθρωπος με τρεμάμενα γόνατα που δεν ισορροπούν σε γόβες
οι σταθμοί είναι κλειστοί που να πάω
(άνοιξε, άνοιξε γιατί δεν αντέχω)
έχει γυρίσει ο ήλιος έχει γυρίσει από καιρό
ψάχνω το άλογο του Ριχάρδου του Τρίτου το αιματοβαμμένο στέμμα
ψάχνω το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή το όπλο του Κώστα Καρυωτάκη
είναι βαθιά χωμένα κάτω στα πεζοδρόμια και πάνω τους κάνουν κλακ κλακ οι γόβες
(Θεέ μου πρωτομάστορα)
κι στα βουνά να με έχτιζες δεν θα σταματούσα να τραγουδάω 
και κάτω από τις κοίτες των ποταμών 
σου έγραφα από πίστη μου απαντούσες με γρίφους
κλείσε με στη θάλασσα εγώ θα βγω στη Λέσβο σαν το κεφάλι του Ορφέα
που ημέρωνε τα άγρια θηρία
(το σώμα του Μαγιού)

Monday, March 31, 2014

γύρη

Οι μέρες οι ηλιόλουστες είναι οι δυσκολότερες, όταν αλλάζει η ώρα-δεν τις αντέχεις. Αντέχεις πιο εύκολα το κρύο και τη βροχή και τα μεγάλα σκοτεινά απογεύματα, λες θα έρθει η άνοιξη και όλα θα είναι πάλι ωραία, θα βγουν τα κορίτσια περίπατο και θα χαμογελάσουν τα λουλούδια, θα έρθουν καλύτερες μέρες για μένα και για όλους
μα όταν έρχονται καταλαβαίνεις πως μεγαλύτερο ψέμα από αυτό δεν υπάρχει, οι ηλιόλουστες μέρες είναι εδώ και είναι το ίδιο σκληρές, το κρύβουν σε ένα μελιστάλαχτο ζεστό προσωπείο και πρέπει να ψάχνεις ξανά να βρεις παγίδες.
την άνοιξη αρχίζει ξανά η πανοπλία σου, γυαλιά ηλίου για να μην φαίνεται το βλέμμα, οι πρώτες ανησυχίες για τον ήλιο και την ακτινοβολία, ανησυχείς αν το καλοκαίρι θα είσαι όμορφη και ψάχνεις να βρεις ελαττώματα κι όταν πέφτει η νύχτα η ανησυχία μεγαλώνει
λες θέλω να γίνω γύρη
να αφήνω απαλή κίτρινη σκόνη στα μπαλκόνια να είμαι λεπτή και αόρατη σαν ιστός αράχνης, να γονιμοποιώ τα λουλούδια που ξεπροβάλλουν από τις φυλλωσιές
και να προκαλώ αλλεργίες, δάκρυα και μπουκωμένη αναπνοή χωρίς να με βλέπουν να τους περιβάλλω
να με φυσάει απαλά το αεράκι από τη μια άκρη της γης στην άλλη με στάσεις μόνο σε κάγκελα και παντζούρια ο ζεστός αέρας 
άσε με να γίνω γύρη να χαιδεύω τα δέντρα να χαιδεύω τα πρόσωπα
θα φύγω όταν ο ήλιος γίνει λαμπρότερος και το φως δυσβάσταχτο
την άνοιξη είμαστε πιο εύθραυστοι και βάζουμε πανοπλίες για να μην βλέπουν τα μάτια μας,γιατί κατά βάθος κλαίμε

Sunday, March 23, 2014

η βία των προαστείων

σαν καρτ ποστάλ μοιάζουν οι ηλικιωμένοι στα προάστεια λουσμένοι από το φως ενός πορτατίφ ή μιας οθόνης με ανοιχτές ή μισάνοιχτες κουρτίνες
Σάββατο βράδυ και μόνο τα φώτα του δρόμου και των αυτοκινήτων να μου λένε έλα μαζί μου, στον κήπο του διπλανού σπιτιού ένας γέρος μόνος του πάνω σε μια πλαστική καρέκλα να αφουγκράζεται τη σιωπή 
αυτά τα άδεια Σάββατα της ζωής μας με ένα βιβλίο στα γόνατα που δεν διαβάζουμε
ήχοι από το διπλανό διαμέρισμα ένα κουδούνι χτυπάει 
σβηστά τα φώτα στην κουζίνα μας ένα τηλέφωνο που χτυπάει και δεν το σηκώνουμε, διαφημιστικά έντυπα που ξεχάσαμε να ρίξουμε στον κάδο
η μάνα μου στον καναπέ να καθαρίζει πορτοκάλια με την ασπρόμαυρη ζακέτα της
"πονάς?¨ "ναι"
(κι εγώ πονάω μαζί σου)
τα παιδιά που μαζεύονται κι ο ήλιος που πέφτει, πάλι δεν έχει τίποτα στην τηλεόραση

κάποτε μου υποσχέθηκες πως θα με μάθεις να πλέκω τώρα τα χέρια σου δεν πάνε
έχουν στραβώσει σαν γέρικα δέντρα
θέλω να σου πω έλα να αλλάξουμε χέρια να κοπώ εγώ με το μαχαίρι που ρίχνεις τις πορτοκαλόφλουδες στο πιάτο, έλα να σου γράψω πάλι σημειώματα και να τα αφήσω στο πορτοφόλι σου 
ελα να παίξουμε ένα παιχνίδι να γίνουν τα μαλλιά σου μαύρα όπως πριν να σβήσουν οι κηλίδες στα χέρια σου
κάποτε στην θέση σου η μάνα σου φοβόταν το σκοτάδι και τον ήχο του τηλεφώνου
έλα να ανταλλάξουμε ιστορίες και να γίνουν τα χέρια σου λευκά
μα πονάς και δεν μπορείς να θυμηθείς και εγώ κλείνω την πόρτα και δεν ξέρω τι να σου πω
 

Thursday, December 05, 2013

σάββα αγίου

και εκείνος στο δρόμο για το σπίτι ήθελε να γυρίσει πίσω σε εκείνη, έχεις δίκιο να θυμώνεις, μόνο τώρα σου είπα πως ομόρφυνες, εδώ και πέντε χρόνια σε βλέπω και έρχομαι στο σπίτι σου και κοιμόμαστε μαζί. Και δεν είμαι ερωτευμένος μαζί σου αλλά το σώμα σου είναι το μόνο που έχω. Ούτε το σπίτι μου ούτε η δουλειά μου, το σώμα σου, ούτε τα λίγα χρήματα που έχω σε οικονομίες,το σώμα σου και το πρόσωπό σου.
Το λίγο πεσμένο στήθος σου σφιγμένο μέσα στα απλά λευκά σουτιέν σου.Η τούφα που πέφτει στο μέτωπό σου και το ένα σου μάτι που είναι λίγο πιο μικρό το ένα από το άλλο και σπιθηρίζουν όταν θυμώνεις μαζί μου γιατί αργώ και είσαι κουρασμένη αλλά μετά με συγχωρείς και με αγκαλιάζεις πάλι. Και το κρεβάτι σου με την καράφα του νερού στο κομοδίνο με το πετσετάκι το κοφτό πάνω. Και δίπλα αυτός ο τόμος με τα ποιήματα του Ρίτσου, που τα βράδια που εγώ δεν είμαι εκεί διαβάζεις πριν κοιμηθείς.
Αυτό έχω μόνο στον κόσμο, σκεφτόταν μέσα στο αυτοκίνητο, ακούγοντας τις τελευταίες ειδήσεις της ημέρας, στον δρόμο για το σπίτι, η μόνη μου κληρονομιά ένα σώμα γυναικείο, ούτε καν στην ακμή του, στα νιάτα του, ένα σώμα φθαρμένο σαν κι εμένα και τη συνείδησή μου. Είναι αυτό έρωτας? Δεν ξέρω και μια ζωή θα αναρωτιέμαι, και είναι νύχτα με κρύο και το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ήταν να ξαπλώσω δίπλα της, να τη ζεστάνω,να της πω δεν είναι και πολύ, αλλά έχουμε ο ένας το σώμα του άλλου, αποκούμπι και βάσανο μαζί. Και δεν σου έχω κάνει ποτέ καν ένα δώρο, ούτε ένα μπουκάλι ουίσκυ καθώς έρχομαι, είμαι κάθαρμα,  ασυγχώρητος, και έφτασα σχεδόν πενήντα και δεν έχω ιδέα τι μου γίνεται, το μόνο σταθερό μου βάσανο να αγαπώ είσαι εσύ.

Wednesday, December 04, 2013

καθημερινές σκηνές

αυτή ακριβώς τη στιγμή ένα παράνομο ζευγάρι κάνει έρωτα σε άπλυτα σεντόνια, κρυώνει αλλά δεν περνάει από το μυαλό τους να σκεπάσουν τα γυμνά κορμιά τους, τα σώματά τους από την ηλικία έχουν κάπως χαλαρώσει, το στήθος της γυναίκας δεν είναι πια τόσο στητό,ο άνδρας έχει γκρίζες τρίχες στο στέρνο, παίζει στο ραδιόφωνο ένας σταθμός ειδήσεις και διαφημίσεις για τα Χριστούγεννα, ένα γεμάτο τασάκι στο κομοδίνο και δυο ποτήρια ουίσκυ σκέτο. εκείνη είναι νεότερη, κρατιέται σφιχτά πάνω του για να τον νιώσει πιο πολύ,τι μοναξιά να είσαι πιο μόνη όταν ο άλλος είναι μέσα σου, ακουμπάει τον ώμο του με τα δάχτυλά της, στον τοίχο σχηματίζονται σκιες, είναι βράδυ, οι ειδήσεις αρχίζουν ή έχουν τελειώσει για να δώσουν τη θέση τους σε διαφημίσεις, εκείνος από πάνω της είναι λίγο κουρασμένος, σκέφτεται το δρόμο για το σπίτι και το αποψινό κρύο, πως θα θελε να κοιμάται μαζί της τα βράδια μα δεν μπορεί, οι συνθήκες της ζωής, σταματάει για λίγο, τη ρωτάει αν κουράστηκε, εκείνη λέει,πως σου πέρασε από το μυαλό, συνέχισε.Εκείνος συνεχίζει με λιγότερη όρεξη, εκείνη γλιστράει, να το αφήσουμε καλύτερα,είμαστε και οι δυο κουρασμένη, ας προσπαθήσουμε αργότερα, δεν υπάρχει αργότερα λέει εκείνος, πρέπει να φύγω.
Εκείνη γυρνάει στο πλάι, εκείνος εκνευρίζεται, κοίτα τώρα την πουτάνα που μου κάνει γυμνάσια, μπαίνει μέσα της ξανά στη στάση αυτή λίγο με το ζόρι, εκείνη τον αφήνει, εκείνος ερεθίζεται από την αδιαφορία της περισσότερο,τη σφίγγει λίγο περισσότερο από όσο πρέπει, εκείνη συνεχίζει να μην έχει όρεξη αλλά κάπως λυπάται και της αρέσει που τον λυπάται, νιώθει καλύτερα από το να τη λυπάται αυτός, εκείνος τελειώνει πολύ έντονα, βγαίνει από μέσα της και γυρνάει πλευρό να ηρεμήσει, πίνει λίγο ακόμα, κρυώνεις του λέει εκείνη, όχι είμαι εντάξει, σκεπάσου εσύ, έχεις ανατριχιάσει. Εκείνη πηγαίνει στο μπάνιο και κάνει ντους, φοράει μια καρώ ρόμπα μπλε, πίνει και εκείνη μια γουλιά δίπλα του, την κοιτάει εκείνος και της λέει ομόρφυνες, τόσα χρόνια γνωριζόμαστε και ποτέ δεν σου είπα πως ομόρφυνες, πόσα χρόνια είναι, πέντε ή κάτι τέτοιο, τη σφίγγει στην αγκαλιά του, μυρίζουν τα μαλλιά της όμορφα, φρέζια, της σφίγγει το χέρι, ίσως να πηγαίναμε στον κινηματογράφο το σαββατοκύριακο, το ξέρει πως δεν μπορούν και οι δυο, σηκώνεται κι εκείνος για να κάνει ντους, εκείνη πίνει λίγο ακόμα  για να ζεσταθεί, βγάζει τη ρόμπα και φοράει το νυχτικό της,γκρίζο με ένα φιόγκο στο μπούστο, εκείνος βγαίνει, θα ξαπλώσω για να κοιμηθώ είμαι πολύ κουρασμένη, βγες μόνος σου αυτή τη φορά, εντάξει της λέει εκείνος, ντύνεται γρήγορα,τη φιλάει στο μάγουλο και φοράει ήδη το σακάκι του, εκείνη σκεπάζεται μέχρι το κεφάλι, κλείνει τη λάμπα και μετά την ξανανοίγει, ξέχασε να βουρτσίσει τα δόντια της, βουρτσίζοντας τα λέει ναι ομόρφυνα, κλείνει το ραδιόφωνο, αύριο τα ποτήρια με το ουίσκυ, απόψε κάνει πολύ κρύο για να σηκωθεί ξανά,αγκαλιάζει το μαξιλάρι, θα τον ξαναδεί σύντομα,ίσως μεθαύριο, ίσως.

Tuesday, December 03, 2013

σαν το ματωμένο γαμο

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια χώρα που οι άνθρωποι ήταν ζαλισμένοι από γεγονότα. Κάποτε κατανάλωναν και έτσι περνούσε ο καιρός τους, προσπαθώντας να ζηλέψουν οι γείτονες, οι συγγενείς, οι γνωστοί, και να ξεχάσουν τις ταπεινές τους ρίζες που οι ίδιοι νόμιζαν ταπεινές,γιατί οι ρίζες ποτέ ταπεινές δεν είναι. Και όταν στη χώρα αυτή τέλειωσαν τα αγαθά άρχισαν να καταναλώνονται τα αισθήματα και ο φθόνος, γιατί όταν έχεις μάθεις να καταναλώνεις το κάνεις ασυναίσθητα. Και άρχισαν τα λόγια γιατί οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει πως οι πράξεις μετράνε στη ζωή, φτάνει να δείχνεις και να φαίνεσαι πιο έξυπνος από τον άλλον, ακόμα και αν δεν είσαι στην πραγματικότητα, και να γίνονται χαιρέκακοι, όλο και περσσότερο χαιρέκακοι, παρόλο που το αρνιούνταν και έγραφαν στους τοίχους "αγάπη ρε ******" δεν ήξεραν να αγαπήσουν καν τον τοίχο. Και κρατούσαν το κεφάλι με τα χέρια και δεν είχαν τι να πουν γιατί κάποτε ανακύκλωναν κουτσομπολιά αφού κανένας δεν τους έμαθε να συζητάνε ή να μένουν μόνοι, γράφουν σε τοίχους εικονικούς και διαβάζουν ασυνάρτητες προτάσεις από διάφορα status ανθρώπων που βρίσκονται για φαγητό και το φωτογραφίζουν, γιατί κανένας άλλος πληβείος δεν έχει την τύχη να πάει σε εστιατόρια και να ζηλέψει, όπως ζήλευε παλιά η γειτονιά ζηλεύει τώρα η γειτονιά η εικονική. Και ξέχασαν να βλέπουν τηλεόραση που τους έτρεφε σαν μητρικό γάλα ή τους νανούριζε και δεν μιλούσε ο ένας με τον άλλον, ούτε καν στο τηλέφωνο. Αλλά όλοι μαγείρευαν γιατί ανακάλυψαν την κουζίνα και τις σπιτικές μυρωδιές, αλλά τι να τις κάνεις τις σπιτικές μυρωδιές αν δεν έχεις σπίτι και κανέναν να καλέσεις, αφού δεν έχεις να μιλάς και να αγαπάς? Μια φορά και έναν καιρό μια πόλη αργοπέθαινε και την άφηναν να αργοπεθαίνει από ασφυξία, ασφυξία αισθημάτων, θυμού και φόβου, ασφυξία απραξίας, ασφυξία μίσους, γιατί μη μου πεις πως όταν μισείς δεν σε κουράζει, και όταν μισείς ξεχνάς ακόμα και το πένθος ενός γονιού που έχασε το παιδί του, να μην σου τύχει να μην σου τύχει έλεγε η γιαγιά μου και κανένας δεν σεβάστηκε τη σιωπή μιας μητέρας αλλά έκαναν υποθέσεις και τσακώνονταν από ψεύτικη συγκίνηση, μα η μητέρα τώρα πια δεν έχει κόρη και μόνο εκείνη το ξέρει πως πονάει, και μόνη της θα θρηνήσει το βράδυ, ενώ οι υπόλοιποι θα αναλώνονται ξανά σε συζητήσεις για την τρόικα και τη χώρα που αργοπεθαίνει από ασφυξία γιατί την έπνιξαν οι ίδιοι.

Sunday, November 24, 2013

κυριακάτικα λείψανα

φτιάχνω τσάι με λεμόνι χωρίς ζάχαρη, το φλυτζάνι μου ζεσταίνει τα χέρια τις μέρες σαν αυτές, τις βροχερές. Κυριακή και κανένας δεν μπήκε ή δεν βγήκε από την πολυκατοικία, δεν άκουσα τα ασανσέρ να ανοιγοκλείνουν, τις πόρτες, τα κλειδιά να μπαίνουν στην εσοχή.
Δεν βγήκα για τσιγάρα για περίπατο για φαγητό να κατεβάσω τα σκουπίδια, ξύπνησα το πρωί και νόμιζα πως ήταν ακόμα βράδυ, σηκώθηκα με κόπο, έβαλα τα πόδια στο χαλί, τα ξανανέβασα πάνω στο κρεβάτι διστακτικά, μα σηκώθηκα και ήπια καφέ χωρίς να κοιτάω έξω, το τσαλακωμένο μου νυχτικό παραπονέθηκε, δεν σε κρατάω αρκετά ζεστή? δεν ένιωθα κρύο ή υγρασία, μόνο τη ζεστασιά μιας βροχερής Κυριακής μέσα σε σπίτια και καναπέδες και κουβέρτες ,ούτε ένα κακό όνειρο για απόψε, κάποιοι περιμένουν τα Χριστούγεννα. Φόρεσα μια ζακέτα, άνοιξα το παράθυρο να βγει ο κλειστός αέρας μιας νύχτας. 
Μέχρι το τέλος της ημέρας δεν είδα ούτε έναν άνθρωπο στο δρόμο, έστρωσα το τραπέζι μου και χαμογέλασα, οι μέρες με βροχή είναι χαρούμενες μέρες, μέρες που δροσίζουν τη γη και μας αναγκάζουν να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, για αυτό σε πολλούς δεν αρέσουν.

Monday, November 18, 2013

νοέμβρης

δεν έχω να πω πολλές ωραίες ιστορίες από το παρελθόν μου
δεν πήγα διακοπές με φίλους δεν ξενύχτησα πολύ
στον ύπνο μου κρατούσα τα μωρά σας στην αγκαλιά μου και τους τραγουδούσα
ίσως να μην είμαι πολύ έξυπνη για σοβαρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις

σου έγραψα μια φορά δεν απάντησες
δεύτερη είπα να μην απελπιστώ, είπα έτσι είναι η ζωή (πως να την αλλάξεις με μολύβι και χαρτί)
τρίτη είπα να ανησυχήσω αλλά καθησυχάστηκα , τράβηξα ένα λαγό από το καπέλο
έπλυνα το πρόσωπό μου για κάθε ενδεχόμενο
να είμαι καθαρή όταν έρθεις να μη με δεις να κλαίω
μετά είπα μα δεν κλαίω για σένα ούτε επειδή δεν έρχεσαι εσύ, πολύ αξία σου έδωσα
είπα θα τη βγάλουμε και απόψε πλάθοντας ιστορίες σαν ζυμάρι

μετά βγήκα στο δρόμο είχε πια νυχτώσει
είχα ξεχάσει το σακάκι μου γύρισα πίσω
έβαλα τα κλειδιά μου το πορτοφόλι μου είπα να εξαφανιστώ
έμεινα τελικά γιατί τα φώτα στα διόδια με ηρέμησαν 

δεν έβαλα να πιω κάτι δεν πήρα κανένα τηλέφωνο
είπα χωρίς δεκανίκια και σπασμωδικές κινήσεις
είπα είσαι μια απελπισία άσε μας
καλύτερα να κινείσαι με δεκανίκια είναι πιο εύκολο από το να γλιστράς 
αλλά ήταν πια αργά 
για δάκρυα ή για χαμόγελα ήταν πια αργά
για σπαραγμούς ήταν αργά 

κι όμως είπα κι απόψε θα νανουρίσω τα μωρά σας
πιο πολύ αυτά που ρίξατε για να συνεχισετε μια ζωή
εκείνα που δεν την έβγαλαν ως προτεραιότητα
εκείνα που δεν έχουν καν τάφο όπως τα όνειρα 

απόψε φοβάμαι να σε σκεφτώ
όταν παλεύεις με το θηρίο απλά δίνεις στο θηρίο αξία
θα ξυπνήσω το πρωί όλα θα είναι εντάξει
θα φτιάξω καφέ και μια ζεστή ατμόσφαιρα
θα σε διαλύσω σαν τους κόκκους του όπως το λιώνει το νερό από το βραστήρα

θα έρθει ο χειμώνας και μετά οι άνοιξη
θα ανθίζουν οι πασχαλιές κάτω από τη νεκρή γη
θα τραγουδάω την πόρτα ανοίγω το βράδυ
είναι Νοέμβρης ανοίγω επιτέλους το παράθυρο
σαν κακό αστείο πέρασες και απόψε και έφυγες

Sunday, November 10, 2013

will you still...

πήγα σε εκθέσεις που ήθελαν να μου πουλήσουν από φιλία μέχρι μάλλινα κασκώλ, ήπια κοκτέιλ και χαμένα όνειρα και άγχη ντυμένα με βίντατζ σακάκια και ήρεμη, συγκαλυμμένη απελπισία,πήρα το μετρό και ταξί και βγήκα στο δρόμο με ένα ζευγάρι πέδιλα και στενοχωρήθηκα που άφησα την θαλπωρή ή όχι και τόσο θαλπωρή του διαμερίσματός μου ή του παιδικού μου δωματίου. 
έκανα κουβέντες χωρίς νόημα σε τουαλέτες θεάτρων σε κακές παραστάσεις με υπερτιμημένο καφέ και επαρχιακή μούχλα στα καλοχτενισμένα κεφάλια, κέρασα καφέδες και έναν ώμο περιφερόμενο για να κλάψουν, πήγα σε πάρτυ με βαρετές συζητήσεις και ακόμα βαρετότερους ανθρώπους και μίλησα περισπούδαστα για σκηνοθέτες που δεν έχω δει
είπα να τα πούμε και μου είπαν θα σε πάρω τηλέφωνο και είπα ναι και εννοούσα ίσως
φόρεσα ένα χαμόγελο και μια σφαίρα και γύρισα σπίτι με αγνώστους και είπα δεν ήταν τελικά και τόσο κακη ιδέα και άκουσα πως είμαι στρίγγλα και δυσπρόσιτη έφτιαξα τσάι και συμπάθεια και είπα τι ωραίο σπίτι, τι ωραία ζωή 
ενώ μάκραιναν τα νύχια μου κάτω από τις παλάμες ήπια και ζαλίστηκα και έφυγα με βιαστικές δικαιολογίες κατούρησα σε μπάνια που μύριζαν cif και ψεύτικα λουλούδια και αρωματικό χώρου βανίλια
κάπνισα σε μπαλκόνια αντικαπνιστών φανατικών που δεν νοιάστηκαν πολύ για τα ευαίσθητα πνευμόνια μου και είπα ωραία θέα έχετε και μου το είπαν και εμένα
τις νύχτες τραγουδούσα στον εαυτό μου will you still love me tomorrow
μετά τα τηλέφωνα λιγόστεψαν και τα χαμόγελα το ίδιο
έβαζα άρωμα στο μαξιλάρι σου και σε φώναζα σύντροφο στα αστεία, περίμενα το τηλέφωνό σου για να πάμε για έναν καφέ κάπου σε ένα παγκάκι και δεν ήρθε ποτέ
έστρωνα το καλό τραπεζομάντιλο για να είναι καθαρά όταν έρθεις επίσκεψη και είχα ζεστό γάλα με κανέλα και μοσχοκάρυδο, ξανατραγουδούσα το will you still love me tomorrow
δεν ήρθες, αλλά είναι ωραίο τραγούδι, όπως και να το κάνεις

Tuesday, October 29, 2013

παλιά προγράμματα

ας μείνουμε ένα βράδυ μόνοι ο ένας από μας να νοσταλγεί τον άλλον, να σκέφτομαι τι να σου πω όταν σε δω, να ξεχάσω πως είναι το σώμα σου στο κρεβάτι και να σε μυρίζω στα μαξιλάρια πάλι-να αναρωτηθώ αν γύρισες στο σπίτι με ασφάλεια.
να ξεχάσεις κι εσύ τα τραγούδια που αγαπώ και να με ρωτήσεις αλήθεια σου αρέσει τόσο ο Κοέν, είσαι χαζούλα που ξεχνάς το νούμερο του τηλεφώνου σου, προτιμάς το ξύδι ή το λεμόνι, να σου ξανακάνω τις ίδιες ερωτήσεις, θέλεις γάλα ή λεμόνι στο τσάι σου και να μη θυμώνεις-και όταν πηγαίνουμε στον κινηματογράφο πάλι να ρωτάς άν θέλω διάδρομο ή μέσα.
Και θα ήθελα να πάμε πάλι μαζί στον κινηματογράφο,να κόψουμε εισητήρια και να σου πω σώπα, αρχίζει η ταινία, όταν σβήνουν τα φώτα σβήνει κ ο έξω κόσμος, στο είχα πει,πρόσεχε, είναι κολλητική η μαγεία, σαν μια γρίπη που όλο υποτροπιάζει,σαν το αίμα που βράζει όταν έχουμε πυρετό.
Να δώσουμε ραντεβού μπροστά στον κινηματογράφο, να με ξεχωρίσεις από το παλτό μου, τώρα που νυχτώνει νωρίς στο φουαγιέ ανάβουν τα φώτα, στην Αλεξάνδρας και στην Κηφισίας η Αθήνα επιπλέει, όταν αρχίσουν τα κρύα θα είμαστε δυο ορφανά που ψάχνουν καταφύγιο από το κρύο, κωμωδία ή το δράμα μιας πράξεως.
Και να γυρίσουμε στο σπίτι χωριστά, να μετανιώνω που δεν σου είπα να έρθεις μαζί, να μου πεις να ξαναπάμε σύντομα,έρχεται χειμώνας πάλι στο εκράν, κι όταν φοβάσαι θα σε νανουρίζω με παλιά προγράμματα και αποκόμματα εισητηρίων.

Saturday, October 26, 2013

μέρες μαγισσών

και καθόταν σε ένα πιάνο με ένα μαύρο μάλλινο φουστάνι, τα χείλη της φουσκωμένα από τα δαγκωματα και τα φιλιά, σαν μαθήτρια Αρσακείου ή ωδείου, σαν να έδινε παράσταση στο σχολείο και κάτω την παρακαλουθούσαν, και έκλαιγε για μας, ήταν μια νύχτα του Οκτώβρη, έπεφταν τα φύλλα και δεν έβγαιναν τα όνειρα.
Ήθελε πραγματικά η Χιονάτη να φάει το μήλο? φυσικά και ήθελε,το μήλο ήταν εύγεστο, μυρωδάτο,εκεί είναι το δηλητήριο, στην ομορφιά του, στο κόκκινο χρώμα του,όλοι θέλουν να γευτούν την ομορφιά, να την κατασπαράξουν,ούτε η Χιονάτη ήταν τόσο αθώα,ήξερε πως το δηλητήριο είναι θελκτικό και κολλάει στα χείλη όπως τα φιλιά μετά από μια νύχτα έρωτα.
Πως μπορεί και κάτω από το μάλλινο φόρεμά της είχε και εκείνη είχε φρούτα για κέρασμα σε άγνωστα παλικάρια, πως έγραφε τραγούδια για να προσεγγίσει περαστικούς μέσα σε δάση. Και ήταν και κείνη,σου λέω,μάγισσα.
και σε θυμάμαι και σένα που ήσουν μια μάγισσα και πίστευες σε εκείνες μα δεν τις φοβόσουν σαν τις άλλες στη γειτονιά. Και κάτω από τα φορέματά σου τα μάλλινα δεν έκρυβες δηλητήρια γιατί ήξερες καλύτερα,την ομορφιά τη χαρίζουμε απλόχερα στα μικρά κορίτσια για να μεγαλώσουν και να δίνουν χαρά, και πως ο κόσμος μας είναι μαγικός χωρίς φίλτρα και μαντζούνια,κι ας γεννήθηκες σε χρονιά γρουσούζικη με τη μητέρα σου να ψιθυρίζει στο αυτί σου πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν ανοιχτές λεκάνες για να κάνουν παιδιά γερά που να μην τα παίρνει ο Χάρος. 
Και ζεις μέσα μου μια μέρα σαν και αυτή, ζωντανεύουν τα μάτια σου τα καστανά πάνω από τα δικά μου, και για ένα μόνο λεπτό έχω τα χέρια μου σαν τα δικά σου, φθαρμένα.

Thursday, October 24, 2013

fall dreaminess

και γινόταν, που λες, μια γιορτή στην πόλη χωρίς ιδιαίτερο λόγο.Αποφασίστηκε δια μαγείας όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν πως ίσως και να αξίζουν μια ευκαιρία.
Στο κέντρο της πόλης και στα πλακόστρωτα οι κοπέλες με τα κυριακάτικά τους και το κόκκινο κραγιόν τους έβαζαν γλυκά σε δίσκους και τα άφηναν σε τάβλες, γλυκα ταψιού,γλυκά του κουταλιού,χαλβά σιμιγδαλένιο,καραμελωμένα μήλα και αχλάδια ποσέ σε παχύρρευστο σιρόπι. 
Έκανε που λες, κρύο πολύ και τα σπίτια είχαν τις πόρτες τους ορθάνοιχτες. Παντού φαναράκια να δίνουν φως στο γκρίζο της ημέρας και τα τζάκια και οι σόμπες αναμμένες-και όλοι έτρωγαν ice-cream soda, με βανίλια παγωτό και σιρόπι μύρτιλλο.
Τα νέα ζευγάρια, κρυμμένα στις γωνίες έκαναν έρωτα σα να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο,φορώντας τα παλτά τους, ο ένας μέσα στον άλλον και αναβόσβηναν και εκείνοι σαν τα φαναράκια με κάθε οργασμό, ζέσταιναν τα χείλη τους και έμπλεκαν τα μαλλιά τους, και τάιζαν μετά ο ένας τον άλλον κάστανα από τη φουφού,ορθιοι, να κάνουν ένα διάλειμμα από τον κολλώδη έρωτα και να αφεθούν πάλι μετά.
Πάμε μια βόλτα μου είπες, το παλτό σου ήταν λευκό κατάλευκο,μα χαθήκαμε στο δρόμο και χώρισαν οι δρόμοι μας, σα να άναβαν πάλι τις λάμπες τη νύχτα μία μία, φως κίτρινο της ώχρας, μια βικτωριανή Αθήνα-δεν ήθελα να κάνω έρωτα σαν τα νέα ζευγάρια,με τύφλωνε η καθαρότητα των κορμιών τους,κοιτούσα να πόδια μου ντυμένα με γκρίζες μάλλινες κάλτσες με πλεξίδες στην άκρη της γάμπας,και εσύ με το λευκό παλτό σου έκανες πως δεν με έβλεπες.
Άναψα τσιγάρο και πήρα ένα παγωτό σόδα από ένα μπαρ, ήταν το ποτό της μέρας που μοίραζαν σε όλους που περνούσαν, είμαι γλυκιά και αναβράζουσα σα σόδα. Βγηκα με το γυάλινο μπωλ στο χέρι, λαίμαργη και χορτάτη, πεινασμένη και χορτασμένη από το κρύο μέσα κι έξω.
Και όλα τα κορίτσια της πόλης άνοιξαν τις ντουλάπες τους και πέταξαν τα ρούχα από το μπαλκόνι, να διαλέξουν οι περαστικοί πουκάμισα και φούστες κλος, βελούδινα σακάκια σε κόκκινο και κυπαρισσί. Και αντί για λουλούδια προσφέραμε ο ένας μεταξωτα μαντίλια με σπόρους ρόδι μέσα.
Σε φώναξα από μέσα μου.Δεν ήθελα όμως να έρθεις.
 

Tuesday, October 22, 2013

the importance of eyebrows

τις τελευταίες μέρες δεν μπορώ να βγω έξω αν δεν φτιάξω σωστά τα φρύδια μου, αν τα ξεχάσω είμαι γυμνή σαν χωρίς ρούχα.Βγάζω τις τρίχες με ένα τσιμπιδάκι, εκείνες που ξεφεύγουν από τη γραμμή, τα γεμίζω με μία καφετί πούδρα με κέρινη μυρωδιά, τα στρώνω ευλαβικά με ένα βουρτσάκι.Άλλες φορές με ένα μολύβι που έχει χρώμα "στάχτη" , ash, τα ζωγραφίζω και τα κάνω πιο σκούρα, πιο μακριά, πιο ογκώδη.Θέλω πάνω από τα μάτια μου να έχω τόξα σαν σοφός Κένταυρος, να πετυχαίνουν το σημάδι και να με μια σαιτιά να το ρίχνουν να ψυχορραγεί στο έδαφος.
Μόνο έτσι είναι τα μάτια μου προστατευμένα από καπνούς και στραβές ματιές, άστοχα σχόλια και κακές προθέσεις.
Ο κένταυρος Νέσσος προσπάθησε να βιάσει τη Διηάνειρα,τη σύζυγο του Ηρακλή,καθώς την περνούσε από το ποτάμι.Και οι κένταυροι, αντίθετα με τη μυθολογία και τα ψέματα που πλάθουμε στο μυαλό μας, δεν ήταν πάντα γενναίοι και και σοφοί,γίνονταν έρμαια των παθών τους, γίνονται ύπουλοι και μας δίνουν συνταγές για τον αιώνιο έρωτα ενώ στην πραγματικότητα μας κάνουν να τρώμε τις σάρκες μας.
Βαφή ματιών και φρυδιών, τα βαμμένα μάτια των Αιγυπτίων,των Φαραώ.Τα βαμμένα μάτια του προφήτη όταν προσευχόταν που ακόμα τιμούν οι μωαμεθανοί. Η Λιζ Τέιλορ με την αψίδα της σαν φτιαγμένη με μαθηματική ακρίβεια,γράφει not for sale στο butterfield 8 ή πετάει ποτήρια ουίσκυ στο Ρίτσαρντ Μπάρτον,χωρίς να φοβάται εκείνον, το αλκοόλ, τα σπασμένα γυαλιά ή τον εαυτό της.Τα φρύδια του Κωστή Παλαμά, λευκά και παντοδύναμα παρά την πείνα και το κρύο της Κατοχής.
Γαιτανόφρυδα,έλεγε ο παππούς μου,ο πατέρας του ήταν τόσο γυναικάς και κοκέτης που χτένιζε τα φρύδια του στον καθέφτη πριν βγει.Λένε πως ήταν όμορφος,πως ακόμα και στην Αθήνα οι γυναίκες έβγαιναν στα μπαλκόνια να τον δουν όταν περνούσε,τότε,και έφυγε νέος,πολύ νέος,όπως φεύγει και η ομορφιά. 
Αφήνω το στόμα μου άβαφο τις περισσότερες φορές μήπως ξαφνικά εμφανιστείς από το πουθενά και θέλεις να με φιλήσεις.Το αφήνω άβαφο και χωρίς πυρομαχικά ακόμα κι αν ξέρω πως το φιλί σου μπορεί να μου σπασει τα δόντια.

Monday, October 21, 2013

σε ξαναβρήκα

μα για πόσο θα κρατήσει αυτός ο ήλιος θα σκεφτεί με σταυρωμένα τα χέρια στο μπαλκόνι. δεν μου πάει ο ήλιος αυτός δεν είναι καν χαρούμενος.μικρό καλοκαιράκι του αη-δημήτρη λένε οι παλιοί στο καφενείο και κοιτούσαν τα μπράτσα της,λευκά και άδολα κάτω από το καθημερινό της φόρεμα, ελπίζοντας πως θα ζεσταθεί και θα σηκώσει και άλλο τα μανίκια της.Αλλά όχι, δεν θέλει να τους δώσει αυτή τη χαρά. τα μαλλιά της πάλι γέμισαν σκόνη και χώμα από το σκούπισμα του μπαλκονιού, πάλι να ζεσταίνει νερό στην κατσαρόλα για να λουστεί, να τα ξεβγάλει με ξύδι για να λάμπουν και να τα στεγνώσει δίπλα στο τζάκι που ανάβει έτσι για λίγο, ανάβουν το βράδυ όταν σκοτεινιάζει όταν γυρίζει ο πατέρας στο σπίτι και κάθεται αμίλητος. μα γιατί δε μας μιλάει την ακούω σχεδόν να σκέφτεται,γιατί ήμαστε κορίτσια και η γνώμη μας δε μετράει σε τίποτα,μας βλέπει σαν κάτι άλλο, μεταξύ ανθρώπων και παραδείσιων πουλιών και δούλων, αχ δυο κορίτσια του λένε συνεχώς οι γειτόνοι,θα θελα να λεγε για μας, είμαι ο πιο περήφανος από όλους σας για τα παιδιά μου, ο πιο περήφανος και ο πιο τυχερός.Και θα πρεπε να το λεγε και σε μας, αλλά δεν το λέει.
Και καμαρώνει που στο δρόμο με κοιτάζουν όταν βγαίνω για τα ψώνια,όταν σταματάω στη γειτόνισσα και όταν πάω στην κυρα-Λένη για βεγγέρα,και που είμαι η μόνη που δε φοβάμαι να περπατήσω το μονοπάτι που κόβει δρόμο ακόμα και αργά τη νύχτα.Καμαρώνει μα δεν λέει κουβέντα και αυτό σκοτώνει και εκείνον και εμένα.
Την παρακολουθώ και σαν να την ακούω. Μικρό καλοκαιράκι του Αη-Δημήτρη,πριν καποια χρόνια θα ξεσπούσε ο πόλεμος και θα άλλαζαν πολλά,εκείνη το θυμάται κι ας κάνει πως δεν το θυμάται γιατί θα ουρλιάξει και δεν μπορεί,να ουρλιάξει επειδή πείνασε και κρύωσε? όλοι πείνασαν και κρύωσαν και ακόμα πεινάνε και κρυώνουν.μόνο τα βράδια που φοβόταν πως θα ξυπνούσε και θα έβλεπε μπροστά της όλο το χωριό σκοτωμένο και εκείνη η μόνη ζωντανή, να μην ξέρει αν θα θέλει να ζήσει ή να μπει στην ομάδα με τα χλωμά, πεσμένα σώματα που κανένα δε φοράει παπούτσια και κάλτσες και τα πόδια τους είναι κέρινα μα τα πρόσωπά τους χαμογελαστά και να μην ξέρει ποιοι είναι οι ζωντανοί και ποιοι είναι οι πεθαμένοι.

Saturday, October 12, 2013

Φτήνια

δεν λέει να σταματήσει ο πονοκέφαλος τις μέρες αυτές. Έχω δυο καλοξυσμένα μολύβια faber no 2 και τα περιεργάζομαι με ενδιαφέρον.Να τα βάλω μέσα στο αυτί μου,να δω πόσο θα πονέσω? Να τα γευτώ σαν τη Λούκα στον Υπνοβάτη της Καραπάνου, να κόβω τη μύτη κομματάκια κομματάκια και να τη φάω, εγώ κυρία μου τα ζω τα γραπτά μου,νιώθω τον πόνο της πένας μου, δεν είμαι φέηκ, ξεχάστε την Πλαθ και τη Σέξτον και την Καραπάνου,ήρθε αντάξια διάδοχος, διάδοχος του θρόνου,δελφίνη.

Ο ήλιος μας ξανάρθε.Φτιάχνω τσάι και καφέ-το μόνο που πετάω είναι φίλτρα.Μάλλον οι γείτονες σκέφτονται πως δεν τρώω,πως είμαι ένα πλάσμα που τρέφεται με υγρά και μυρωδιές σαν την Horla του Μωπασσάν,και άδεια μπουκάλια από νερό,ατέλειωτα μπουκάλια νερό. Στεγνώνω, μαζέυω,σαφρακιάζω σαν αποξηραμένο φρούτο,το μόνο που με σώζει είναι το νερό και η καφεινη,έχει ανθρώπινες ανάγκες άραγε η κοπέλα του τρίτου?

Έχει άραγε?

Μια φορά μου είπες πως δεν με παρεξηγείς όταν είμαι έτσι και εγώ λέω, μα πάντα είμαι έτσι,όλα τα άλλα είναι μια καλή μεταμφίεση, ένα καλό δέρμα που από κάτω κρύβει ηλεκτροφόρα χέλια. Μην αγγίζετε. Κάθε μέρα αδειάζω πύον από τους πόρους και το πετάω στον κάδο των αχρήστων. Αυτό είναι.
Σε μια βόλτα σε ένα εμπορικό κέντρο χαζεύω μια συλλογή από βεστιάρια και μουσειακές τσάντες Chanel και Hermes. Τα ρούχα είναι βελούδινα, μεταξωτά, κεντημένα στο χέρι. Αγγίζω ένα παλτό από φιδίσιο δέρμα και ανατριχιάζω, ήρθες και με βρήκες και εδώ λοιπόν,Φόβε, στα Μεσόγεια Αττικής , καταφύγιο Αρβανιτών, αχανών λακανόκηπων και παράνομων οικημάτων.
Κρατάω ένα γαλάζιο πλεκτό απο lambswool (αγνό,παρθενικό, καλά πάμε), προσιτής τιμής,και σκέφτομαι πως δε θα σου άρεσε καθόλου.Με τη σκέψη αυτή πάω κατευθείαν στο ταμείο,μια κυρία που μοιάζει φτηνή με το έντονο μολύβι χειλιών και καμμένα από το οξυζενέ μαλλιά μου παίρνει τη σειρά.Όχι, κάνω λάθος,η φτηνή της υπόθεσης είμαι εγώ.

Monday, October 07, 2013

τα τσιγάρα που ανάψαμε

δεν σου κρατώ κακία αν θες να μάθεις. Αμφιβάλλω αν θες να μάθεις προφανώς. Μα εγώ θα το πω-ίσως και να το ακούσεις.
ίσως και να πηγαίναμε μια βόλτα στην εξοχή-να έμοιαζε με φιλμ του νεορεαλισμού,να έμοιαζε με τα τοπία που έφτιαχνες.Στην άμμο του μυαλού σου,στα βότσαλά του.Στο κέντρο υπάρχει μια λίμνη στρογγυλή με σύρμα στο κέντρο της που μας απαγορεύει να κολυμπάμε μέσα της.Είναι ένας μικρός κύκλος μα κανείς δεν ξέρει γιατί δεν μπορούμε να βουτήξουμε.Κολυμπάμε γύρω γύρω σαν τυφλά ψάρια, σαν ναρκωμένα-στο πλάι με την μέση μας να αγγίζει τον πάτο που είναι άμμος.Όπως ακριβώς το μυαλό σου, ψιλό και κοκκώδες.
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε-κάτι κολλάει στον ουρανίσκο μας.Τα χρώματα γύρω μας ψυχρά,γαλάζια, πράσινα, γκρίζα.Υπόλευκα και χαμηλής θερμοκρασίας. Και γύρω μας ένας θίασος τσιγγάνων με 2 γυναίκες κορυφαίες του χορού.  Ούτε εκείνες μπορούν να μιλήσουν-οι άνδρες κοιτούν το έδαφος,έχουν ένα μαχαίρι στη ζώνη.Ακονισμένο.
Και 2 τσιγγάνες δίνουν η μια στην άλλη φουστάνια.Ένα μαύρο πλεκτό στο χέρι, ένα γκρίζο που θα ταίριαζε σε γραμματέα,καλοκαιρινά με τιράντες, χειμωνιάτικα με μανίκια 3/4.Σε στραβές κρεμάστρες που μας δίνουν στο καθαριστήριο και μετά θέλουμε να τις πετάξουμε μα τις κρατάμε για άγνωστους λόγους και μας πληγώνουν τα μάτια στη ντουλάπα.
Και ο βουβός θίασος αυτός συνέχεια μαζεύει τα ρούχα αυτά που δεν ανήκει σε κανέναν, οι γυναίκες έχουν ψηλούς μαύρους κότσους και πρόσωπα σουφρωμένα,κρέμονται πάνω τους τάματα και μισοφέγγαρα και γιαταγάνια, και στον πάτο της λίμνης τα ρούχα όλα μαζί πέφτουν κρεμασμένα, και έχουν πάνω τους καρφιτσωμένο σε ένα χαρτάκι το όνομά σου