και εκείνος στο δρόμο για το σπίτι ήθελε να γυρίσει πίσω σε εκείνη, έχεις δίκιο να θυμώνεις, μόνο τώρα σου είπα πως ομόρφυνες, εδώ και πέντε χρόνια σε βλέπω και έρχομαι στο σπίτι σου και κοιμόμαστε μαζί. Και δεν είμαι ερωτευμένος μαζί σου αλλά το σώμα σου είναι το μόνο που έχω. Ούτε το σπίτι μου ούτε η δουλειά μου, το σώμα σου, ούτε τα λίγα χρήματα που έχω σε οικονομίες,το σώμα σου και το πρόσωπό σου.
Το λίγο πεσμένο στήθος σου σφιγμένο μέσα στα απλά λευκά σουτιέν σου.Η τούφα που πέφτει στο μέτωπό σου και το ένα σου μάτι που είναι λίγο πιο μικρό το ένα από το άλλο και σπιθηρίζουν όταν θυμώνεις μαζί μου γιατί αργώ και είσαι κουρασμένη αλλά μετά με συγχωρείς και με αγκαλιάζεις πάλι. Και το κρεβάτι σου με την καράφα του νερού στο κομοδίνο με το πετσετάκι το κοφτό πάνω. Και δίπλα αυτός ο τόμος με τα ποιήματα του Ρίτσου, που τα βράδια που εγώ δεν είμαι εκεί διαβάζεις πριν κοιμηθείς.
Αυτό έχω μόνο στον κόσμο, σκεφτόταν μέσα στο αυτοκίνητο, ακούγοντας τις τελευταίες ειδήσεις της ημέρας, στον δρόμο για το σπίτι, η μόνη μου κληρονομιά ένα σώμα γυναικείο, ούτε καν στην ακμή του, στα νιάτα του, ένα σώμα φθαρμένο σαν κι εμένα και τη συνείδησή μου. Είναι αυτό έρωτας? Δεν ξέρω και μια ζωή θα αναρωτιέμαι, και είναι νύχτα με κρύο και το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ήταν να ξαπλώσω δίπλα της, να τη ζεστάνω,να της πω δεν είναι και πολύ, αλλά έχουμε ο ένας το σώμα του άλλου, αποκούμπι και βάσανο μαζί. Και δεν σου έχω κάνει ποτέ καν ένα δώρο, ούτε ένα μπουκάλι ουίσκυ καθώς έρχομαι, είμαι κάθαρμα, ασυγχώρητος, και έφτασα σχεδόν πενήντα και δεν έχω ιδέα τι μου γίνεται, το μόνο σταθερό μου βάσανο να αγαπώ είσαι εσύ.
Thursday, December 05, 2013
Wednesday, December 04, 2013
καθημερινές σκηνές
αυτή ακριβώς τη στιγμή ένα παράνομο ζευγάρι κάνει έρωτα σε άπλυτα σεντόνια, κρυώνει αλλά δεν περνάει από το μυαλό τους να σκεπάσουν τα γυμνά κορμιά τους, τα σώματά τους από την ηλικία έχουν κάπως χαλαρώσει, το στήθος της γυναίκας δεν είναι πια τόσο στητό,ο άνδρας έχει γκρίζες τρίχες στο στέρνο, παίζει στο ραδιόφωνο ένας σταθμός ειδήσεις και διαφημίσεις για τα Χριστούγεννα, ένα γεμάτο τασάκι στο κομοδίνο και δυο ποτήρια ουίσκυ σκέτο. εκείνη είναι νεότερη, κρατιέται σφιχτά πάνω του για να τον νιώσει πιο πολύ,τι μοναξιά να είσαι πιο μόνη όταν ο άλλος είναι μέσα σου, ακουμπάει τον ώμο του με τα δάχτυλά της, στον τοίχο σχηματίζονται σκιες, είναι βράδυ, οι ειδήσεις αρχίζουν ή έχουν τελειώσει για να δώσουν τη θέση τους σε διαφημίσεις, εκείνος από πάνω της είναι λίγο κουρασμένος, σκέφτεται το δρόμο για το σπίτι και το αποψινό κρύο, πως θα θελε να κοιμάται μαζί της τα βράδια μα δεν μπορεί, οι συνθήκες της ζωής, σταματάει για λίγο, τη ρωτάει αν κουράστηκε, εκείνη λέει,πως σου πέρασε από το μυαλό, συνέχισε.Εκείνος συνεχίζει με λιγότερη όρεξη, εκείνη γλιστράει, να το αφήσουμε καλύτερα,είμαστε και οι δυο κουρασμένη, ας προσπαθήσουμε αργότερα, δεν υπάρχει αργότερα λέει εκείνος, πρέπει να φύγω.
Εκείνη γυρνάει στο πλάι, εκείνος εκνευρίζεται, κοίτα τώρα την πουτάνα που μου κάνει γυμνάσια, μπαίνει μέσα της ξανά στη στάση αυτή λίγο με το ζόρι, εκείνη τον αφήνει, εκείνος ερεθίζεται από την αδιαφορία της περισσότερο,τη σφίγγει λίγο περισσότερο από όσο πρέπει, εκείνη συνεχίζει να μην έχει όρεξη αλλά κάπως λυπάται και της αρέσει που τον λυπάται, νιώθει καλύτερα από το να τη λυπάται αυτός, εκείνος τελειώνει πολύ έντονα, βγαίνει από μέσα της και γυρνάει πλευρό να ηρεμήσει, πίνει λίγο ακόμα, κρυώνεις του λέει εκείνη, όχι είμαι εντάξει, σκεπάσου εσύ, έχεις ανατριχιάσει. Εκείνη πηγαίνει στο μπάνιο και κάνει ντους, φοράει μια καρώ ρόμπα μπλε, πίνει και εκείνη μια γουλιά δίπλα του, την κοιτάει εκείνος και της λέει ομόρφυνες, τόσα χρόνια γνωριζόμαστε και ποτέ δεν σου είπα πως ομόρφυνες, πόσα χρόνια είναι, πέντε ή κάτι τέτοιο, τη σφίγγει στην αγκαλιά του, μυρίζουν τα μαλλιά της όμορφα, φρέζια, της σφίγγει το χέρι, ίσως να πηγαίναμε στον κινηματογράφο το σαββατοκύριακο, το ξέρει πως δεν μπορούν και οι δυο, σηκώνεται κι εκείνος για να κάνει ντους, εκείνη πίνει λίγο ακόμα για να ζεσταθεί, βγάζει τη ρόμπα και φοράει το νυχτικό της,γκρίζο με ένα φιόγκο στο μπούστο, εκείνος βγαίνει, θα ξαπλώσω για να κοιμηθώ είμαι πολύ κουρασμένη, βγες μόνος σου αυτή τη φορά, εντάξει της λέει εκείνος, ντύνεται γρήγορα,τη φιλάει στο μάγουλο και φοράει ήδη το σακάκι του, εκείνη σκεπάζεται μέχρι το κεφάλι, κλείνει τη λάμπα και μετά την ξανανοίγει, ξέχασε να βουρτσίσει τα δόντια της, βουρτσίζοντας τα λέει ναι ομόρφυνα, κλείνει το ραδιόφωνο, αύριο τα ποτήρια με το ουίσκυ, απόψε κάνει πολύ κρύο για να σηκωθεί ξανά,αγκαλιάζει το μαξιλάρι, θα τον ξαναδεί σύντομα,ίσως μεθαύριο, ίσως.
Εκείνη γυρνάει στο πλάι, εκείνος εκνευρίζεται, κοίτα τώρα την πουτάνα που μου κάνει γυμνάσια, μπαίνει μέσα της ξανά στη στάση αυτή λίγο με το ζόρι, εκείνη τον αφήνει, εκείνος ερεθίζεται από την αδιαφορία της περισσότερο,τη σφίγγει λίγο περισσότερο από όσο πρέπει, εκείνη συνεχίζει να μην έχει όρεξη αλλά κάπως λυπάται και της αρέσει που τον λυπάται, νιώθει καλύτερα από το να τη λυπάται αυτός, εκείνος τελειώνει πολύ έντονα, βγαίνει από μέσα της και γυρνάει πλευρό να ηρεμήσει, πίνει λίγο ακόμα, κρυώνεις του λέει εκείνη, όχι είμαι εντάξει, σκεπάσου εσύ, έχεις ανατριχιάσει. Εκείνη πηγαίνει στο μπάνιο και κάνει ντους, φοράει μια καρώ ρόμπα μπλε, πίνει και εκείνη μια γουλιά δίπλα του, την κοιτάει εκείνος και της λέει ομόρφυνες, τόσα χρόνια γνωριζόμαστε και ποτέ δεν σου είπα πως ομόρφυνες, πόσα χρόνια είναι, πέντε ή κάτι τέτοιο, τη σφίγγει στην αγκαλιά του, μυρίζουν τα μαλλιά της όμορφα, φρέζια, της σφίγγει το χέρι, ίσως να πηγαίναμε στον κινηματογράφο το σαββατοκύριακο, το ξέρει πως δεν μπορούν και οι δυο, σηκώνεται κι εκείνος για να κάνει ντους, εκείνη πίνει λίγο ακόμα για να ζεσταθεί, βγάζει τη ρόμπα και φοράει το νυχτικό της,γκρίζο με ένα φιόγκο στο μπούστο, εκείνος βγαίνει, θα ξαπλώσω για να κοιμηθώ είμαι πολύ κουρασμένη, βγες μόνος σου αυτή τη φορά, εντάξει της λέει εκείνος, ντύνεται γρήγορα,τη φιλάει στο μάγουλο και φοράει ήδη το σακάκι του, εκείνη σκεπάζεται μέχρι το κεφάλι, κλείνει τη λάμπα και μετά την ξανανοίγει, ξέχασε να βουρτσίσει τα δόντια της, βουρτσίζοντας τα λέει ναι ομόρφυνα, κλείνει το ραδιόφωνο, αύριο τα ποτήρια με το ουίσκυ, απόψε κάνει πολύ κρύο για να σηκωθεί ξανά,αγκαλιάζει το μαξιλάρι, θα τον ξαναδεί σύντομα,ίσως μεθαύριο, ίσως.
Tuesday, December 03, 2013
σαν το ματωμένο γαμο
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια χώρα που οι άνθρωποι ήταν ζαλισμένοι από γεγονότα. Κάποτε κατανάλωναν και έτσι περνούσε ο καιρός τους, προσπαθώντας να ζηλέψουν οι γείτονες, οι συγγενείς, οι γνωστοί, και να ξεχάσουν τις ταπεινές τους ρίζες που οι ίδιοι νόμιζαν ταπεινές,γιατί οι ρίζες ποτέ ταπεινές δεν είναι. Και όταν στη χώρα αυτή τέλειωσαν τα αγαθά άρχισαν να καταναλώνονται τα αισθήματα και ο φθόνος, γιατί όταν έχεις μάθεις να καταναλώνεις το κάνεις ασυναίσθητα. Και άρχισαν τα λόγια γιατί οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει πως οι πράξεις μετράνε στη ζωή, φτάνει να δείχνεις και να φαίνεσαι πιο έξυπνος από τον άλλον, ακόμα και αν δεν είσαι στην πραγματικότητα, και να γίνονται χαιρέκακοι, όλο και περσσότερο χαιρέκακοι, παρόλο που το αρνιούνταν και έγραφαν στους τοίχους "αγάπη ρε ******" δεν ήξεραν να αγαπήσουν καν τον τοίχο. Και κρατούσαν το κεφάλι με τα χέρια και δεν είχαν τι να πουν γιατί κάποτε ανακύκλωναν κουτσομπολιά αφού κανένας δεν τους έμαθε να συζητάνε ή να μένουν μόνοι, γράφουν σε τοίχους εικονικούς και διαβάζουν ασυνάρτητες προτάσεις από διάφορα status ανθρώπων που βρίσκονται για φαγητό και το φωτογραφίζουν, γιατί κανένας άλλος πληβείος δεν έχει την τύχη να πάει σε εστιατόρια και να ζηλέψει, όπως ζήλευε παλιά η γειτονιά ζηλεύει τώρα η γειτονιά η εικονική. Και ξέχασαν να βλέπουν τηλεόραση που τους έτρεφε σαν μητρικό γάλα ή τους νανούριζε και δεν μιλούσε ο ένας με τον άλλον, ούτε καν στο τηλέφωνο. Αλλά όλοι μαγείρευαν γιατί ανακάλυψαν την κουζίνα και τις σπιτικές μυρωδιές, αλλά τι να τις κάνεις τις σπιτικές μυρωδιές αν δεν έχεις σπίτι και κανέναν να καλέσεις, αφού δεν έχεις να μιλάς και να αγαπάς? Μια φορά και έναν καιρό μια πόλη αργοπέθαινε και την άφηναν να αργοπεθαίνει από ασφυξία, ασφυξία αισθημάτων, θυμού και φόβου, ασφυξία απραξίας, ασφυξία μίσους, γιατί μη μου πεις πως όταν μισείς δεν σε κουράζει, και όταν μισείς ξεχνάς ακόμα και το πένθος ενός γονιού που έχασε το παιδί του, να μην σου τύχει να μην σου τύχει έλεγε η γιαγιά μου και κανένας δεν σεβάστηκε τη σιωπή μιας μητέρας αλλά έκαναν υποθέσεις και τσακώνονταν από ψεύτικη συγκίνηση, μα η μητέρα τώρα πια δεν έχει κόρη και μόνο εκείνη το ξέρει πως πονάει, και μόνη της θα θρηνήσει το βράδυ, ενώ οι υπόλοιποι θα αναλώνονται ξανά σε συζητήσεις για την τρόικα και τη χώρα που αργοπεθαίνει από ασφυξία γιατί την έπνιξαν οι ίδιοι.
Sunday, November 24, 2013
κυριακάτικα λείψανα
φτιάχνω τσάι με λεμόνι χωρίς ζάχαρη, το φλυτζάνι μου ζεσταίνει τα χέρια τις μέρες σαν αυτές, τις βροχερές. Κυριακή και κανένας δεν μπήκε ή δεν βγήκε από την πολυκατοικία, δεν άκουσα τα ασανσέρ να ανοιγοκλείνουν, τις πόρτες, τα κλειδιά να μπαίνουν στην εσοχή.
Δεν βγήκα για τσιγάρα για περίπατο για φαγητό να κατεβάσω τα σκουπίδια, ξύπνησα το πρωί και νόμιζα πως ήταν ακόμα βράδυ, σηκώθηκα με κόπο, έβαλα τα πόδια στο χαλί, τα ξανανέβασα πάνω στο κρεβάτι διστακτικά, μα σηκώθηκα και ήπια καφέ χωρίς να κοιτάω έξω, το τσαλακωμένο μου νυχτικό παραπονέθηκε, δεν σε κρατάω αρκετά ζεστή? δεν ένιωθα κρύο ή υγρασία, μόνο τη ζεστασιά μιας βροχερής Κυριακής μέσα σε σπίτια και καναπέδες και κουβέρτες ,ούτε ένα κακό όνειρο για απόψε, κάποιοι περιμένουν τα Χριστούγεννα. Φόρεσα μια ζακέτα, άνοιξα το παράθυρο να βγει ο κλειστός αέρας μιας νύχτας.
Μέχρι το τέλος της ημέρας δεν είδα ούτε έναν άνθρωπο στο δρόμο, έστρωσα το τραπέζι μου και χαμογέλασα, οι μέρες με βροχή είναι χαρούμενες μέρες, μέρες που δροσίζουν τη γη και μας αναγκάζουν να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, για αυτό σε πολλούς δεν αρέσουν.
Δεν βγήκα για τσιγάρα για περίπατο για φαγητό να κατεβάσω τα σκουπίδια, ξύπνησα το πρωί και νόμιζα πως ήταν ακόμα βράδυ, σηκώθηκα με κόπο, έβαλα τα πόδια στο χαλί, τα ξανανέβασα πάνω στο κρεβάτι διστακτικά, μα σηκώθηκα και ήπια καφέ χωρίς να κοιτάω έξω, το τσαλακωμένο μου νυχτικό παραπονέθηκε, δεν σε κρατάω αρκετά ζεστή? δεν ένιωθα κρύο ή υγρασία, μόνο τη ζεστασιά μιας βροχερής Κυριακής μέσα σε σπίτια και καναπέδες και κουβέρτες ,ούτε ένα κακό όνειρο για απόψε, κάποιοι περιμένουν τα Χριστούγεννα. Φόρεσα μια ζακέτα, άνοιξα το παράθυρο να βγει ο κλειστός αέρας μιας νύχτας.
Μέχρι το τέλος της ημέρας δεν είδα ούτε έναν άνθρωπο στο δρόμο, έστρωσα το τραπέζι μου και χαμογέλασα, οι μέρες με βροχή είναι χαρούμενες μέρες, μέρες που δροσίζουν τη γη και μας αναγκάζουν να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, για αυτό σε πολλούς δεν αρέσουν.
Monday, November 18, 2013
νοέμβρης
δεν έχω να πω πολλές ωραίες ιστορίες από το παρελθόν μου
δεν πήγα διακοπές με φίλους δεν ξενύχτησα πολύ
στον ύπνο μου κρατούσα τα μωρά σας στην αγκαλιά μου και τους τραγουδούσα
ίσως να μην είμαι πολύ έξυπνη για σοβαρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις
σου έγραψα μια φορά δεν απάντησες
δεύτερη είπα να μην απελπιστώ, είπα έτσι είναι η ζωή (πως να την αλλάξεις με μολύβι και χαρτί)
τρίτη είπα να ανησυχήσω αλλά καθησυχάστηκα , τράβηξα ένα λαγό από το καπέλο
έπλυνα το πρόσωπό μου για κάθε ενδεχόμενο
να είμαι καθαρή όταν έρθεις να μη με δεις να κλαίω
μετά είπα μα δεν κλαίω για σένα ούτε επειδή δεν έρχεσαι εσύ, πολύ αξία σου έδωσα
είπα θα τη βγάλουμε και απόψε πλάθοντας ιστορίες σαν ζυμάρι
μετά βγήκα στο δρόμο είχε πια νυχτώσει
είχα ξεχάσει το σακάκι μου γύρισα πίσω
έβαλα τα κλειδιά μου το πορτοφόλι μου είπα να εξαφανιστώ
έμεινα τελικά γιατί τα φώτα στα διόδια με ηρέμησαν
δεν έβαλα να πιω κάτι δεν πήρα κανένα τηλέφωνο
είπα χωρίς δεκανίκια και σπασμωδικές κινήσεις
είπα είσαι μια απελπισία άσε μας
καλύτερα να κινείσαι με δεκανίκια είναι πιο εύκολο από το να γλιστράς
αλλά ήταν πια αργά
για δάκρυα ή για χαμόγελα ήταν πια αργά
για σπαραγμούς ήταν αργά
κι όμως είπα κι απόψε θα νανουρίσω τα μωρά σας
πιο πολύ αυτά που ρίξατε για να συνεχισετε μια ζωή
εκείνα που δεν την έβγαλαν ως προτεραιότητα
εκείνα που δεν έχουν καν τάφο όπως τα όνειρα
απόψε φοβάμαι να σε σκεφτώ
όταν παλεύεις με το θηρίο απλά δίνεις στο θηρίο αξία
θα ξυπνήσω το πρωί όλα θα είναι εντάξει
θα φτιάξω καφέ και μια ζεστή ατμόσφαιρα
θα σε διαλύσω σαν τους κόκκους του όπως το λιώνει το νερό από το βραστήρα
θα έρθει ο χειμώνας και μετά οι άνοιξη
θα ανθίζουν οι πασχαλιές κάτω από τη νεκρή γη
θα τραγουδάω την πόρτα ανοίγω το βράδυ
είναι Νοέμβρης ανοίγω επιτέλους το παράθυρο
σαν κακό αστείο πέρασες και απόψε και έφυγες
δεν πήγα διακοπές με φίλους δεν ξενύχτησα πολύ
στον ύπνο μου κρατούσα τα μωρά σας στην αγκαλιά μου και τους τραγουδούσα
ίσως να μην είμαι πολύ έξυπνη για σοβαρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις
σου έγραψα μια φορά δεν απάντησες
δεύτερη είπα να μην απελπιστώ, είπα έτσι είναι η ζωή (πως να την αλλάξεις με μολύβι και χαρτί)
τρίτη είπα να ανησυχήσω αλλά καθησυχάστηκα , τράβηξα ένα λαγό από το καπέλο
έπλυνα το πρόσωπό μου για κάθε ενδεχόμενο
να είμαι καθαρή όταν έρθεις να μη με δεις να κλαίω
μετά είπα μα δεν κλαίω για σένα ούτε επειδή δεν έρχεσαι εσύ, πολύ αξία σου έδωσα
είπα θα τη βγάλουμε και απόψε πλάθοντας ιστορίες σαν ζυμάρι
μετά βγήκα στο δρόμο είχε πια νυχτώσει
είχα ξεχάσει το σακάκι μου γύρισα πίσω
έβαλα τα κλειδιά μου το πορτοφόλι μου είπα να εξαφανιστώ
έμεινα τελικά γιατί τα φώτα στα διόδια με ηρέμησαν
δεν έβαλα να πιω κάτι δεν πήρα κανένα τηλέφωνο
είπα χωρίς δεκανίκια και σπασμωδικές κινήσεις
είπα είσαι μια απελπισία άσε μας
καλύτερα να κινείσαι με δεκανίκια είναι πιο εύκολο από το να γλιστράς
αλλά ήταν πια αργά
για δάκρυα ή για χαμόγελα ήταν πια αργά
για σπαραγμούς ήταν αργά
κι όμως είπα κι απόψε θα νανουρίσω τα μωρά σας
πιο πολύ αυτά που ρίξατε για να συνεχισετε μια ζωή
εκείνα που δεν την έβγαλαν ως προτεραιότητα
εκείνα που δεν έχουν καν τάφο όπως τα όνειρα
απόψε φοβάμαι να σε σκεφτώ
όταν παλεύεις με το θηρίο απλά δίνεις στο θηρίο αξία
θα ξυπνήσω το πρωί όλα θα είναι εντάξει
θα φτιάξω καφέ και μια ζεστή ατμόσφαιρα
θα σε διαλύσω σαν τους κόκκους του όπως το λιώνει το νερό από το βραστήρα
θα έρθει ο χειμώνας και μετά οι άνοιξη
θα ανθίζουν οι πασχαλιές κάτω από τη νεκρή γη
θα τραγουδάω την πόρτα ανοίγω το βράδυ
είναι Νοέμβρης ανοίγω επιτέλους το παράθυρο
σαν κακό αστείο πέρασες και απόψε και έφυγες
Sunday, November 10, 2013
will you still...
πήγα σε εκθέσεις που ήθελαν να μου πουλήσουν από φιλία μέχρι μάλλινα κασκώλ, ήπια κοκτέιλ και χαμένα όνειρα και άγχη ντυμένα με βίντατζ σακάκια και ήρεμη, συγκαλυμμένη απελπισία,πήρα το μετρό και ταξί και βγήκα στο δρόμο με ένα ζευγάρι πέδιλα και στενοχωρήθηκα που άφησα την θαλπωρή ή όχι και τόσο θαλπωρή του διαμερίσματός μου ή του παιδικού μου δωματίου.
έκανα κουβέντες χωρίς νόημα σε τουαλέτες θεάτρων σε κακές παραστάσεις με υπερτιμημένο καφέ και επαρχιακή μούχλα στα καλοχτενισμένα κεφάλια, κέρασα καφέδες και έναν ώμο περιφερόμενο για να κλάψουν, πήγα σε πάρτυ με βαρετές συζητήσεις και ακόμα βαρετότερους ανθρώπους και μίλησα περισπούδαστα για σκηνοθέτες που δεν έχω δει
είπα να τα πούμε και μου είπαν θα σε πάρω τηλέφωνο και είπα ναι και εννοούσα ίσως
φόρεσα ένα χαμόγελο και μια σφαίρα και γύρισα σπίτι με αγνώστους και είπα δεν ήταν τελικά και τόσο κακη ιδέα και άκουσα πως είμαι στρίγγλα και δυσπρόσιτη έφτιαξα τσάι και συμπάθεια και είπα τι ωραίο σπίτι, τι ωραία ζωή
ενώ μάκραιναν τα νύχια μου κάτω από τις παλάμες ήπια και ζαλίστηκα και έφυγα με βιαστικές δικαιολογίες κατούρησα σε μπάνια που μύριζαν cif και ψεύτικα λουλούδια και αρωματικό χώρου βανίλια
κάπνισα σε μπαλκόνια αντικαπνιστών φανατικών που δεν νοιάστηκαν πολύ για τα ευαίσθητα πνευμόνια μου και είπα ωραία θέα έχετε και μου το είπαν και εμένα
τις νύχτες τραγουδούσα στον εαυτό μου will you still love me tomorrow
μετά τα τηλέφωνα λιγόστεψαν και τα χαμόγελα το ίδιο
έβαζα άρωμα στο μαξιλάρι σου και σε φώναζα σύντροφο στα αστεία, περίμενα το τηλέφωνό σου για να πάμε για έναν καφέ κάπου σε ένα παγκάκι και δεν ήρθε ποτέ
έστρωνα το καλό τραπεζομάντιλο για να είναι καθαρά όταν έρθεις επίσκεψη και είχα ζεστό γάλα με κανέλα και μοσχοκάρυδο, ξανατραγουδούσα το will you still love me tomorrow
δεν ήρθες, αλλά είναι ωραίο τραγούδι, όπως και να το κάνεις
έκανα κουβέντες χωρίς νόημα σε τουαλέτες θεάτρων σε κακές παραστάσεις με υπερτιμημένο καφέ και επαρχιακή μούχλα στα καλοχτενισμένα κεφάλια, κέρασα καφέδες και έναν ώμο περιφερόμενο για να κλάψουν, πήγα σε πάρτυ με βαρετές συζητήσεις και ακόμα βαρετότερους ανθρώπους και μίλησα περισπούδαστα για σκηνοθέτες που δεν έχω δει
είπα να τα πούμε και μου είπαν θα σε πάρω τηλέφωνο και είπα ναι και εννοούσα ίσως
φόρεσα ένα χαμόγελο και μια σφαίρα και γύρισα σπίτι με αγνώστους και είπα δεν ήταν τελικά και τόσο κακη ιδέα και άκουσα πως είμαι στρίγγλα και δυσπρόσιτη έφτιαξα τσάι και συμπάθεια και είπα τι ωραίο σπίτι, τι ωραία ζωή
ενώ μάκραιναν τα νύχια μου κάτω από τις παλάμες ήπια και ζαλίστηκα και έφυγα με βιαστικές δικαιολογίες κατούρησα σε μπάνια που μύριζαν cif και ψεύτικα λουλούδια και αρωματικό χώρου βανίλια
κάπνισα σε μπαλκόνια αντικαπνιστών φανατικών που δεν νοιάστηκαν πολύ για τα ευαίσθητα πνευμόνια μου και είπα ωραία θέα έχετε και μου το είπαν και εμένα
τις νύχτες τραγουδούσα στον εαυτό μου will you still love me tomorrow
μετά τα τηλέφωνα λιγόστεψαν και τα χαμόγελα το ίδιο
έβαζα άρωμα στο μαξιλάρι σου και σε φώναζα σύντροφο στα αστεία, περίμενα το τηλέφωνό σου για να πάμε για έναν καφέ κάπου σε ένα παγκάκι και δεν ήρθε ποτέ
έστρωνα το καλό τραπεζομάντιλο για να είναι καθαρά όταν έρθεις επίσκεψη και είχα ζεστό γάλα με κανέλα και μοσχοκάρυδο, ξανατραγουδούσα το will you still love me tomorrow
δεν ήρθες, αλλά είναι ωραίο τραγούδι, όπως και να το κάνεις
Tuesday, October 29, 2013
παλιά προγράμματα
ας μείνουμε ένα βράδυ μόνοι ο ένας από μας να νοσταλγεί τον άλλον, να σκέφτομαι τι να σου πω όταν σε δω, να ξεχάσω πως είναι το σώμα σου στο κρεβάτι και να σε μυρίζω στα μαξιλάρια πάλι-να αναρωτηθώ αν γύρισες στο σπίτι με ασφάλεια.
να ξεχάσεις κι εσύ τα τραγούδια που αγαπώ και να με ρωτήσεις αλήθεια σου αρέσει τόσο ο Κοέν, είσαι χαζούλα που ξεχνάς το νούμερο του τηλεφώνου σου, προτιμάς το ξύδι ή το λεμόνι, να σου ξανακάνω τις ίδιες ερωτήσεις, θέλεις γάλα ή λεμόνι στο τσάι σου και να μη θυμώνεις-και όταν πηγαίνουμε στον κινηματογράφο πάλι να ρωτάς άν θέλω διάδρομο ή μέσα.
Και θα ήθελα να πάμε πάλι μαζί στον κινηματογράφο,να κόψουμε εισητήρια και να σου πω σώπα, αρχίζει η ταινία, όταν σβήνουν τα φώτα σβήνει κ ο έξω κόσμος, στο είχα πει,πρόσεχε, είναι κολλητική η μαγεία, σαν μια γρίπη που όλο υποτροπιάζει,σαν το αίμα που βράζει όταν έχουμε πυρετό.
Να δώσουμε ραντεβού μπροστά στον κινηματογράφο, να με ξεχωρίσεις από το παλτό μου, τώρα που νυχτώνει νωρίς στο φουαγιέ ανάβουν τα φώτα, στην Αλεξάνδρας και στην Κηφισίας η Αθήνα επιπλέει, όταν αρχίσουν τα κρύα θα είμαστε δυο ορφανά που ψάχνουν καταφύγιο από το κρύο, κωμωδία ή το δράμα μιας πράξεως.
Και να γυρίσουμε στο σπίτι χωριστά, να μετανιώνω που δεν σου είπα να έρθεις μαζί, να μου πεις να ξαναπάμε σύντομα,έρχεται χειμώνας πάλι στο εκράν, κι όταν φοβάσαι θα σε νανουρίζω με παλιά προγράμματα και αποκόμματα εισητηρίων.
να ξεχάσεις κι εσύ τα τραγούδια που αγαπώ και να με ρωτήσεις αλήθεια σου αρέσει τόσο ο Κοέν, είσαι χαζούλα που ξεχνάς το νούμερο του τηλεφώνου σου, προτιμάς το ξύδι ή το λεμόνι, να σου ξανακάνω τις ίδιες ερωτήσεις, θέλεις γάλα ή λεμόνι στο τσάι σου και να μη θυμώνεις-και όταν πηγαίνουμε στον κινηματογράφο πάλι να ρωτάς άν θέλω διάδρομο ή μέσα.
Και θα ήθελα να πάμε πάλι μαζί στον κινηματογράφο,να κόψουμε εισητήρια και να σου πω σώπα, αρχίζει η ταινία, όταν σβήνουν τα φώτα σβήνει κ ο έξω κόσμος, στο είχα πει,πρόσεχε, είναι κολλητική η μαγεία, σαν μια γρίπη που όλο υποτροπιάζει,σαν το αίμα που βράζει όταν έχουμε πυρετό.
Να δώσουμε ραντεβού μπροστά στον κινηματογράφο, να με ξεχωρίσεις από το παλτό μου, τώρα που νυχτώνει νωρίς στο φουαγιέ ανάβουν τα φώτα, στην Αλεξάνδρας και στην Κηφισίας η Αθήνα επιπλέει, όταν αρχίσουν τα κρύα θα είμαστε δυο ορφανά που ψάχνουν καταφύγιο από το κρύο, κωμωδία ή το δράμα μιας πράξεως.
Και να γυρίσουμε στο σπίτι χωριστά, να μετανιώνω που δεν σου είπα να έρθεις μαζί, να μου πεις να ξαναπάμε σύντομα,έρχεται χειμώνας πάλι στο εκράν, κι όταν φοβάσαι θα σε νανουρίζω με παλιά προγράμματα και αποκόμματα εισητηρίων.
Saturday, October 26, 2013
μέρες μαγισσών
και καθόταν σε ένα πιάνο με ένα μαύρο μάλλινο φουστάνι, τα χείλη της φουσκωμένα από τα δαγκωματα και τα φιλιά, σαν μαθήτρια Αρσακείου ή ωδείου, σαν να έδινε παράσταση στο σχολείο και κάτω την παρακαλουθούσαν, και έκλαιγε για μας, ήταν μια νύχτα του Οκτώβρη, έπεφταν τα φύλλα και δεν έβγαιναν τα όνειρα.
Ήθελε πραγματικά η Χιονάτη να φάει το μήλο? φυσικά και ήθελε,το μήλο ήταν εύγεστο, μυρωδάτο,εκεί είναι το δηλητήριο, στην ομορφιά του, στο κόκκινο χρώμα του,όλοι θέλουν να γευτούν την ομορφιά, να την κατασπαράξουν,ούτε η Χιονάτη ήταν τόσο αθώα,ήξερε πως το δηλητήριο είναι θελκτικό και κολλάει στα χείλη όπως τα φιλιά μετά από μια νύχτα έρωτα.
Πως μπορεί και κάτω από το μάλλινο φόρεμά της είχε και εκείνη είχε φρούτα για κέρασμα σε άγνωστα παλικάρια, πως έγραφε τραγούδια για να προσεγγίσει περαστικούς μέσα σε δάση. Και ήταν και κείνη,σου λέω,μάγισσα.
και σε θυμάμαι και σένα που ήσουν μια μάγισσα και πίστευες σε εκείνες μα δεν τις φοβόσουν σαν τις άλλες στη γειτονιά. Και κάτω από τα φορέματά σου τα μάλλινα δεν έκρυβες δηλητήρια γιατί ήξερες καλύτερα,την ομορφιά τη χαρίζουμε απλόχερα στα μικρά κορίτσια για να μεγαλώσουν και να δίνουν χαρά, και πως ο κόσμος μας είναι μαγικός χωρίς φίλτρα και μαντζούνια,κι ας γεννήθηκες σε χρονιά γρουσούζικη με τη μητέρα σου να ψιθυρίζει στο αυτί σου πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν ανοιχτές λεκάνες για να κάνουν παιδιά γερά που να μην τα παίρνει ο Χάρος.
Και ζεις μέσα μου μια μέρα σαν και αυτή, ζωντανεύουν τα μάτια σου τα καστανά πάνω από τα δικά μου, και για ένα μόνο λεπτό έχω τα χέρια μου σαν τα δικά σου, φθαρμένα.
Ήθελε πραγματικά η Χιονάτη να φάει το μήλο? φυσικά και ήθελε,το μήλο ήταν εύγεστο, μυρωδάτο,εκεί είναι το δηλητήριο, στην ομορφιά του, στο κόκκινο χρώμα του,όλοι θέλουν να γευτούν την ομορφιά, να την κατασπαράξουν,ούτε η Χιονάτη ήταν τόσο αθώα,ήξερε πως το δηλητήριο είναι θελκτικό και κολλάει στα χείλη όπως τα φιλιά μετά από μια νύχτα έρωτα.
Πως μπορεί και κάτω από το μάλλινο φόρεμά της είχε και εκείνη είχε φρούτα για κέρασμα σε άγνωστα παλικάρια, πως έγραφε τραγούδια για να προσεγγίσει περαστικούς μέσα σε δάση. Και ήταν και κείνη,σου λέω,μάγισσα.
και σε θυμάμαι και σένα που ήσουν μια μάγισσα και πίστευες σε εκείνες μα δεν τις φοβόσουν σαν τις άλλες στη γειτονιά. Και κάτω από τα φορέματά σου τα μάλλινα δεν έκρυβες δηλητήρια γιατί ήξερες καλύτερα,την ομορφιά τη χαρίζουμε απλόχερα στα μικρά κορίτσια για να μεγαλώσουν και να δίνουν χαρά, και πως ο κόσμος μας είναι μαγικός χωρίς φίλτρα και μαντζούνια,κι ας γεννήθηκες σε χρονιά γρουσούζικη με τη μητέρα σου να ψιθυρίζει στο αυτί σου πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν ανοιχτές λεκάνες για να κάνουν παιδιά γερά που να μην τα παίρνει ο Χάρος.
Και ζεις μέσα μου μια μέρα σαν και αυτή, ζωντανεύουν τα μάτια σου τα καστανά πάνω από τα δικά μου, και για ένα μόνο λεπτό έχω τα χέρια μου σαν τα δικά σου, φθαρμένα.
Thursday, October 24, 2013
fall dreaminess
και γινόταν, που λες, μια γιορτή στην πόλη χωρίς ιδιαίτερο λόγο.Αποφασίστηκε δια μαγείας όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν πως ίσως και να αξίζουν μια ευκαιρία.
Στο κέντρο της πόλης και στα πλακόστρωτα οι κοπέλες με τα κυριακάτικά τους και το κόκκινο κραγιόν τους έβαζαν γλυκά σε δίσκους και τα άφηναν σε τάβλες, γλυκα ταψιού,γλυκά του κουταλιού,χαλβά σιμιγδαλένιο,καραμελωμένα μήλα και αχλάδια ποσέ σε παχύρρευστο σιρόπι.
Έκανε που λες, κρύο πολύ και τα σπίτια είχαν τις πόρτες τους ορθάνοιχτες. Παντού φαναράκια να δίνουν φως στο γκρίζο της ημέρας και τα τζάκια και οι σόμπες αναμμένες-και όλοι έτρωγαν ice-cream soda, με βανίλια παγωτό και σιρόπι μύρτιλλο.
Τα νέα ζευγάρια, κρυμμένα στις γωνίες έκαναν έρωτα σα να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο,φορώντας τα παλτά τους, ο ένας μέσα στον άλλον και αναβόσβηναν και εκείνοι σαν τα φαναράκια με κάθε οργασμό, ζέσταιναν τα χείλη τους και έμπλεκαν τα μαλλιά τους, και τάιζαν μετά ο ένας τον άλλον κάστανα από τη φουφού,ορθιοι, να κάνουν ένα διάλειμμα από τον κολλώδη έρωτα και να αφεθούν πάλι μετά.
Πάμε μια βόλτα μου είπες, το παλτό σου ήταν λευκό κατάλευκο,μα χαθήκαμε στο δρόμο και χώρισαν οι δρόμοι μας, σα να άναβαν πάλι τις λάμπες τη νύχτα μία μία, φως κίτρινο της ώχρας, μια βικτωριανή Αθήνα-δεν ήθελα να κάνω έρωτα σαν τα νέα ζευγάρια,με τύφλωνε η καθαρότητα των κορμιών τους,κοιτούσα να πόδια μου ντυμένα με γκρίζες μάλλινες κάλτσες με πλεξίδες στην άκρη της γάμπας,και εσύ με το λευκό παλτό σου έκανες πως δεν με έβλεπες.
Άναψα τσιγάρο και πήρα ένα παγωτό σόδα από ένα μπαρ, ήταν το ποτό της μέρας που μοίραζαν σε όλους που περνούσαν, είμαι γλυκιά και αναβράζουσα σα σόδα. Βγηκα με το γυάλινο μπωλ στο χέρι, λαίμαργη και χορτάτη, πεινασμένη και χορτασμένη από το κρύο μέσα κι έξω.
Και όλα τα κορίτσια της πόλης άνοιξαν τις ντουλάπες τους και πέταξαν τα ρούχα από το μπαλκόνι, να διαλέξουν οι περαστικοί πουκάμισα και φούστες κλος, βελούδινα σακάκια σε κόκκινο και κυπαρισσί. Και αντί για λουλούδια προσφέραμε ο ένας μεταξωτα μαντίλια με σπόρους ρόδι μέσα.
Σε φώναξα από μέσα μου.Δεν ήθελα όμως να έρθεις.
Στο κέντρο της πόλης και στα πλακόστρωτα οι κοπέλες με τα κυριακάτικά τους και το κόκκινο κραγιόν τους έβαζαν γλυκά σε δίσκους και τα άφηναν σε τάβλες, γλυκα ταψιού,γλυκά του κουταλιού,χαλβά σιμιγδαλένιο,καραμελωμένα μήλα και αχλάδια ποσέ σε παχύρρευστο σιρόπι.
Έκανε που λες, κρύο πολύ και τα σπίτια είχαν τις πόρτες τους ορθάνοιχτες. Παντού φαναράκια να δίνουν φως στο γκρίζο της ημέρας και τα τζάκια και οι σόμπες αναμμένες-και όλοι έτρωγαν ice-cream soda, με βανίλια παγωτό και σιρόπι μύρτιλλο.
Τα νέα ζευγάρια, κρυμμένα στις γωνίες έκαναν έρωτα σα να ήταν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο,φορώντας τα παλτά τους, ο ένας μέσα στον άλλον και αναβόσβηναν και εκείνοι σαν τα φαναράκια με κάθε οργασμό, ζέσταιναν τα χείλη τους και έμπλεκαν τα μαλλιά τους, και τάιζαν μετά ο ένας τον άλλον κάστανα από τη φουφού,ορθιοι, να κάνουν ένα διάλειμμα από τον κολλώδη έρωτα και να αφεθούν πάλι μετά.
Πάμε μια βόλτα μου είπες, το παλτό σου ήταν λευκό κατάλευκο,μα χαθήκαμε στο δρόμο και χώρισαν οι δρόμοι μας, σα να άναβαν πάλι τις λάμπες τη νύχτα μία μία, φως κίτρινο της ώχρας, μια βικτωριανή Αθήνα-δεν ήθελα να κάνω έρωτα σαν τα νέα ζευγάρια,με τύφλωνε η καθαρότητα των κορμιών τους,κοιτούσα να πόδια μου ντυμένα με γκρίζες μάλλινες κάλτσες με πλεξίδες στην άκρη της γάμπας,και εσύ με το λευκό παλτό σου έκανες πως δεν με έβλεπες.
Άναψα τσιγάρο και πήρα ένα παγωτό σόδα από ένα μπαρ, ήταν το ποτό της μέρας που μοίραζαν σε όλους που περνούσαν, είμαι γλυκιά και αναβράζουσα σα σόδα. Βγηκα με το γυάλινο μπωλ στο χέρι, λαίμαργη και χορτάτη, πεινασμένη και χορτασμένη από το κρύο μέσα κι έξω.
Και όλα τα κορίτσια της πόλης άνοιξαν τις ντουλάπες τους και πέταξαν τα ρούχα από το μπαλκόνι, να διαλέξουν οι περαστικοί πουκάμισα και φούστες κλος, βελούδινα σακάκια σε κόκκινο και κυπαρισσί. Και αντί για λουλούδια προσφέραμε ο ένας μεταξωτα μαντίλια με σπόρους ρόδι μέσα.
Σε φώναξα από μέσα μου.Δεν ήθελα όμως να έρθεις.
Tuesday, October 22, 2013
the importance of eyebrows
τις τελευταίες μέρες δεν μπορώ να βγω έξω αν δεν φτιάξω σωστά τα φρύδια μου, αν τα ξεχάσω είμαι γυμνή σαν χωρίς ρούχα.Βγάζω τις τρίχες με ένα τσιμπιδάκι, εκείνες που ξεφεύγουν από τη γραμμή, τα γεμίζω με μία καφετί πούδρα με κέρινη μυρωδιά, τα στρώνω ευλαβικά με ένα βουρτσάκι.Άλλες φορές με ένα μολύβι που έχει χρώμα "στάχτη" , ash, τα ζωγραφίζω και τα κάνω πιο σκούρα, πιο μακριά, πιο ογκώδη.Θέλω πάνω από τα μάτια μου να έχω τόξα σαν σοφός Κένταυρος, να πετυχαίνουν το σημάδι και να με μια σαιτιά να το ρίχνουν να ψυχορραγεί στο έδαφος.
Μόνο έτσι είναι τα μάτια μου προστατευμένα από καπνούς και στραβές ματιές, άστοχα σχόλια και κακές προθέσεις.
Ο κένταυρος Νέσσος προσπάθησε να βιάσει τη Διηάνειρα,τη σύζυγο του Ηρακλή,καθώς την περνούσε από το ποτάμι.Και οι κένταυροι, αντίθετα με τη μυθολογία και τα ψέματα που πλάθουμε στο μυαλό μας, δεν ήταν πάντα γενναίοι και και σοφοί,γίνονταν έρμαια των παθών τους, γίνονται ύπουλοι και μας δίνουν συνταγές για τον αιώνιο έρωτα ενώ στην πραγματικότητα μας κάνουν να τρώμε τις σάρκες μας.
Βαφή ματιών και φρυδιών, τα βαμμένα μάτια των Αιγυπτίων,των Φαραώ.Τα βαμμένα μάτια του προφήτη όταν προσευχόταν που ακόμα τιμούν οι μωαμεθανοί. Η Λιζ Τέιλορ με την αψίδα της σαν φτιαγμένη με μαθηματική ακρίβεια,γράφει not for sale στο butterfield 8 ή πετάει ποτήρια ουίσκυ στο Ρίτσαρντ Μπάρτον,χωρίς να φοβάται εκείνον, το αλκοόλ, τα σπασμένα γυαλιά ή τον εαυτό της.Τα φρύδια του Κωστή Παλαμά, λευκά και παντοδύναμα παρά την πείνα και το κρύο της Κατοχής.
Γαιτανόφρυδα,έλεγε ο παππούς μου,ο πατέρας του ήταν τόσο γυναικάς και κοκέτης που χτένιζε τα φρύδια του στον καθέφτη πριν βγει.Λένε πως ήταν όμορφος,πως ακόμα και στην Αθήνα οι γυναίκες έβγαιναν στα μπαλκόνια να τον δουν όταν περνούσε,τότε,και έφυγε νέος,πολύ νέος,όπως φεύγει και η ομορφιά.
Αφήνω το στόμα μου άβαφο τις περισσότερες φορές μήπως ξαφνικά εμφανιστείς από το πουθενά και θέλεις να με φιλήσεις.Το αφήνω άβαφο και χωρίς πυρομαχικά ακόμα κι αν ξέρω πως το φιλί σου μπορεί να μου σπασει τα δόντια.
Μόνο έτσι είναι τα μάτια μου προστατευμένα από καπνούς και στραβές ματιές, άστοχα σχόλια και κακές προθέσεις.
Ο κένταυρος Νέσσος προσπάθησε να βιάσει τη Διηάνειρα,τη σύζυγο του Ηρακλή,καθώς την περνούσε από το ποτάμι.Και οι κένταυροι, αντίθετα με τη μυθολογία και τα ψέματα που πλάθουμε στο μυαλό μας, δεν ήταν πάντα γενναίοι και και σοφοί,γίνονταν έρμαια των παθών τους, γίνονται ύπουλοι και μας δίνουν συνταγές για τον αιώνιο έρωτα ενώ στην πραγματικότητα μας κάνουν να τρώμε τις σάρκες μας.
Βαφή ματιών και φρυδιών, τα βαμμένα μάτια των Αιγυπτίων,των Φαραώ.Τα βαμμένα μάτια του προφήτη όταν προσευχόταν που ακόμα τιμούν οι μωαμεθανοί. Η Λιζ Τέιλορ με την αψίδα της σαν φτιαγμένη με μαθηματική ακρίβεια,γράφει not for sale στο butterfield 8 ή πετάει ποτήρια ουίσκυ στο Ρίτσαρντ Μπάρτον,χωρίς να φοβάται εκείνον, το αλκοόλ, τα σπασμένα γυαλιά ή τον εαυτό της.Τα φρύδια του Κωστή Παλαμά, λευκά και παντοδύναμα παρά την πείνα και το κρύο της Κατοχής.
Γαιτανόφρυδα,έλεγε ο παππούς μου,ο πατέρας του ήταν τόσο γυναικάς και κοκέτης που χτένιζε τα φρύδια του στον καθέφτη πριν βγει.Λένε πως ήταν όμορφος,πως ακόμα και στην Αθήνα οι γυναίκες έβγαιναν στα μπαλκόνια να τον δουν όταν περνούσε,τότε,και έφυγε νέος,πολύ νέος,όπως φεύγει και η ομορφιά.
Αφήνω το στόμα μου άβαφο τις περισσότερες φορές μήπως ξαφνικά εμφανιστείς από το πουθενά και θέλεις να με φιλήσεις.Το αφήνω άβαφο και χωρίς πυρομαχικά ακόμα κι αν ξέρω πως το φιλί σου μπορεί να μου σπασει τα δόντια.
Monday, October 21, 2013
σε ξαναβρήκα
μα για πόσο θα κρατήσει αυτός ο ήλιος θα σκεφτεί με σταυρωμένα τα χέρια στο μπαλκόνι. δεν μου πάει ο ήλιος αυτός δεν είναι καν χαρούμενος.μικρό καλοκαιράκι του αη-δημήτρη λένε οι παλιοί στο καφενείο και κοιτούσαν τα μπράτσα της,λευκά και άδολα κάτω από το καθημερινό της φόρεμα, ελπίζοντας πως θα ζεσταθεί και θα σηκώσει και άλλο τα μανίκια της.Αλλά όχι, δεν θέλει να τους δώσει αυτή τη χαρά. τα μαλλιά της πάλι γέμισαν σκόνη και χώμα από το σκούπισμα του μπαλκονιού, πάλι να ζεσταίνει νερό στην κατσαρόλα για να λουστεί, να τα ξεβγάλει με ξύδι για να λάμπουν και να τα στεγνώσει δίπλα στο τζάκι που ανάβει έτσι για λίγο, ανάβουν το βράδυ όταν σκοτεινιάζει όταν γυρίζει ο πατέρας στο σπίτι και κάθεται αμίλητος. μα γιατί δε μας μιλάει την ακούω σχεδόν να σκέφτεται,γιατί ήμαστε κορίτσια και η γνώμη μας δε μετράει σε τίποτα,μας βλέπει σαν κάτι άλλο, μεταξύ ανθρώπων και παραδείσιων πουλιών και δούλων, αχ δυο κορίτσια του λένε συνεχώς οι γειτόνοι,θα θελα να λεγε για μας, είμαι ο πιο περήφανος από όλους σας για τα παιδιά μου, ο πιο περήφανος και ο πιο τυχερός.Και θα πρεπε να το λεγε και σε μας, αλλά δεν το λέει.
Και καμαρώνει που στο δρόμο με κοιτάζουν όταν βγαίνω για τα ψώνια,όταν σταματάω στη γειτόνισσα και όταν πάω στην κυρα-Λένη για βεγγέρα,και που είμαι η μόνη που δε φοβάμαι να περπατήσω το μονοπάτι που κόβει δρόμο ακόμα και αργά τη νύχτα.Καμαρώνει μα δεν λέει κουβέντα και αυτό σκοτώνει και εκείνον και εμένα.
Την παρακολουθώ και σαν να την ακούω. Μικρό καλοκαιράκι του Αη-Δημήτρη,πριν καποια χρόνια θα ξεσπούσε ο πόλεμος και θα άλλαζαν πολλά,εκείνη το θυμάται κι ας κάνει πως δεν το θυμάται γιατί θα ουρλιάξει και δεν μπορεί,να ουρλιάξει επειδή πείνασε και κρύωσε? όλοι πείνασαν και κρύωσαν και ακόμα πεινάνε και κρυώνουν.μόνο τα βράδια που φοβόταν πως θα ξυπνούσε και θα έβλεπε μπροστά της όλο το χωριό σκοτωμένο και εκείνη η μόνη ζωντανή, να μην ξέρει αν θα θέλει να ζήσει ή να μπει στην ομάδα με τα χλωμά, πεσμένα σώματα που κανένα δε φοράει παπούτσια και κάλτσες και τα πόδια τους είναι κέρινα μα τα πρόσωπά τους χαμογελαστά και να μην ξέρει ποιοι είναι οι ζωντανοί και ποιοι είναι οι πεθαμένοι.
Και καμαρώνει που στο δρόμο με κοιτάζουν όταν βγαίνω για τα ψώνια,όταν σταματάω στη γειτόνισσα και όταν πάω στην κυρα-Λένη για βεγγέρα,και που είμαι η μόνη που δε φοβάμαι να περπατήσω το μονοπάτι που κόβει δρόμο ακόμα και αργά τη νύχτα.Καμαρώνει μα δεν λέει κουβέντα και αυτό σκοτώνει και εκείνον και εμένα.
Την παρακολουθώ και σαν να την ακούω. Μικρό καλοκαιράκι του Αη-Δημήτρη,πριν καποια χρόνια θα ξεσπούσε ο πόλεμος και θα άλλαζαν πολλά,εκείνη το θυμάται κι ας κάνει πως δεν το θυμάται γιατί θα ουρλιάξει και δεν μπορεί,να ουρλιάξει επειδή πείνασε και κρύωσε? όλοι πείνασαν και κρύωσαν και ακόμα πεινάνε και κρυώνουν.μόνο τα βράδια που φοβόταν πως θα ξυπνούσε και θα έβλεπε μπροστά της όλο το χωριό σκοτωμένο και εκείνη η μόνη ζωντανή, να μην ξέρει αν θα θέλει να ζήσει ή να μπει στην ομάδα με τα χλωμά, πεσμένα σώματα που κανένα δε φοράει παπούτσια και κάλτσες και τα πόδια τους είναι κέρινα μα τα πρόσωπά τους χαμογελαστά και να μην ξέρει ποιοι είναι οι ζωντανοί και ποιοι είναι οι πεθαμένοι.
Saturday, October 12, 2013
Φτήνια
δεν λέει να σταματήσει ο πονοκέφαλος τις μέρες αυτές. Έχω δυο καλοξυσμένα μολύβια faber no 2 και τα περιεργάζομαι με ενδιαφέρον.Να τα βάλω μέσα στο αυτί μου,να δω πόσο θα πονέσω? Να τα γευτώ σαν τη Λούκα στον Υπνοβάτη της Καραπάνου, να κόβω τη μύτη κομματάκια κομματάκια και να τη φάω, εγώ κυρία μου τα ζω τα γραπτά μου,νιώθω τον πόνο της πένας μου, δεν είμαι φέηκ, ξεχάστε την Πλαθ και τη Σέξτον και την Καραπάνου,ήρθε αντάξια διάδοχος, διάδοχος του θρόνου,δελφίνη.
Ο ήλιος μας ξανάρθε.Φτιάχνω τσάι και καφέ-το μόνο που πετάω είναι φίλτρα.Μάλλον οι γείτονες σκέφτονται πως δεν τρώω,πως είμαι ένα πλάσμα που τρέφεται με υγρά και μυρωδιές σαν την Horla του Μωπασσάν,και άδεια μπουκάλια από νερό,ατέλειωτα μπουκάλια νερό. Στεγνώνω, μαζέυω,σαφρακιάζω σαν αποξηραμένο φρούτο,το μόνο που με σώζει είναι το νερό και η καφεινη,έχει ανθρώπινες ανάγκες άραγε η κοπέλα του τρίτου?
Έχει άραγε?
Μια φορά μου είπες πως δεν με παρεξηγείς όταν είμαι έτσι και εγώ λέω, μα πάντα είμαι έτσι,όλα τα άλλα είναι μια καλή μεταμφίεση, ένα καλό δέρμα που από κάτω κρύβει ηλεκτροφόρα χέλια. Μην αγγίζετε. Κάθε μέρα αδειάζω πύον από τους πόρους και το πετάω στον κάδο των αχρήστων. Αυτό είναι.
Σε μια βόλτα σε ένα εμπορικό κέντρο χαζεύω μια συλλογή από βεστιάρια και μουσειακές τσάντες Chanel και Hermes. Τα ρούχα είναι βελούδινα, μεταξωτά, κεντημένα στο χέρι. Αγγίζω ένα παλτό από φιδίσιο δέρμα και ανατριχιάζω, ήρθες και με βρήκες και εδώ λοιπόν,Φόβε, στα Μεσόγεια Αττικής , καταφύγιο Αρβανιτών, αχανών λακανόκηπων και παράνομων οικημάτων.
Κρατάω ένα γαλάζιο πλεκτό απο lambswool (αγνό,παρθενικό, καλά πάμε), προσιτής τιμής,και σκέφτομαι πως δε θα σου άρεσε καθόλου.Με τη σκέψη αυτή πάω κατευθείαν στο ταμείο,μια κυρία που μοιάζει φτηνή με το έντονο μολύβι χειλιών και καμμένα από το οξυζενέ μαλλιά μου παίρνει τη σειρά.Όχι, κάνω λάθος,η φτηνή της υπόθεσης είμαι εγώ.
Ο ήλιος μας ξανάρθε.Φτιάχνω τσάι και καφέ-το μόνο που πετάω είναι φίλτρα.Μάλλον οι γείτονες σκέφτονται πως δεν τρώω,πως είμαι ένα πλάσμα που τρέφεται με υγρά και μυρωδιές σαν την Horla του Μωπασσάν,και άδεια μπουκάλια από νερό,ατέλειωτα μπουκάλια νερό. Στεγνώνω, μαζέυω,σαφρακιάζω σαν αποξηραμένο φρούτο,το μόνο που με σώζει είναι το νερό και η καφεινη,έχει ανθρώπινες ανάγκες άραγε η κοπέλα του τρίτου?
Έχει άραγε?
Μια φορά μου είπες πως δεν με παρεξηγείς όταν είμαι έτσι και εγώ λέω, μα πάντα είμαι έτσι,όλα τα άλλα είναι μια καλή μεταμφίεση, ένα καλό δέρμα που από κάτω κρύβει ηλεκτροφόρα χέλια. Μην αγγίζετε. Κάθε μέρα αδειάζω πύον από τους πόρους και το πετάω στον κάδο των αχρήστων. Αυτό είναι.
Σε μια βόλτα σε ένα εμπορικό κέντρο χαζεύω μια συλλογή από βεστιάρια και μουσειακές τσάντες Chanel και Hermes. Τα ρούχα είναι βελούδινα, μεταξωτά, κεντημένα στο χέρι. Αγγίζω ένα παλτό από φιδίσιο δέρμα και ανατριχιάζω, ήρθες και με βρήκες και εδώ λοιπόν,Φόβε, στα Μεσόγεια Αττικής , καταφύγιο Αρβανιτών, αχανών λακανόκηπων και παράνομων οικημάτων.
Κρατάω ένα γαλάζιο πλεκτό απο lambswool (αγνό,παρθενικό, καλά πάμε), προσιτής τιμής,και σκέφτομαι πως δε θα σου άρεσε καθόλου.Με τη σκέψη αυτή πάω κατευθείαν στο ταμείο,μια κυρία που μοιάζει φτηνή με το έντονο μολύβι χειλιών και καμμένα από το οξυζενέ μαλλιά μου παίρνει τη σειρά.Όχι, κάνω λάθος,η φτηνή της υπόθεσης είμαι εγώ.
Monday, October 07, 2013
τα τσιγάρα που ανάψαμε
δεν σου κρατώ κακία αν θες να μάθεις. Αμφιβάλλω αν θες να μάθεις προφανώς. Μα εγώ θα το πω-ίσως και να το ακούσεις.
ίσως και να πηγαίναμε μια βόλτα στην εξοχή-να έμοιαζε με φιλμ του νεορεαλισμού,να έμοιαζε με τα τοπία που έφτιαχνες.Στην άμμο του μυαλού σου,στα βότσαλά του.Στο κέντρο υπάρχει μια λίμνη στρογγυλή με σύρμα στο κέντρο της που μας απαγορεύει να κολυμπάμε μέσα της.Είναι ένας μικρός κύκλος μα κανείς δεν ξέρει γιατί δεν μπορούμε να βουτήξουμε.Κολυμπάμε γύρω γύρω σαν τυφλά ψάρια, σαν ναρκωμένα-στο πλάι με την μέση μας να αγγίζει τον πάτο που είναι άμμος.Όπως ακριβώς το μυαλό σου, ψιλό και κοκκώδες.
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε-κάτι κολλάει στον ουρανίσκο μας.Τα χρώματα γύρω μας ψυχρά,γαλάζια, πράσινα, γκρίζα.Υπόλευκα και χαμηλής θερμοκρασίας. Και γύρω μας ένας θίασος τσιγγάνων με 2 γυναίκες κορυφαίες του χορού. Ούτε εκείνες μπορούν να μιλήσουν-οι άνδρες κοιτούν το έδαφος,έχουν ένα μαχαίρι στη ζώνη.Ακονισμένο.
Και 2 τσιγγάνες δίνουν η μια στην άλλη φουστάνια.Ένα μαύρο πλεκτό στο χέρι, ένα γκρίζο που θα ταίριαζε σε γραμματέα,καλοκαιρινά με τιράντες, χειμωνιάτικα με μανίκια 3/4.Σε στραβές κρεμάστρες που μας δίνουν στο καθαριστήριο και μετά θέλουμε να τις πετάξουμε μα τις κρατάμε για άγνωστους λόγους και μας πληγώνουν τα μάτια στη ντουλάπα.
Και ο βουβός θίασος αυτός συνέχεια μαζεύει τα ρούχα αυτά που δεν ανήκει σε κανέναν, οι γυναίκες έχουν ψηλούς μαύρους κότσους και πρόσωπα σουφρωμένα,κρέμονται πάνω τους τάματα και μισοφέγγαρα και γιαταγάνια, και στον πάτο της λίμνης τα ρούχα όλα μαζί πέφτουν κρεμασμένα, και έχουν πάνω τους καρφιτσωμένο σε ένα χαρτάκι το όνομά σου
ίσως και να πηγαίναμε μια βόλτα στην εξοχή-να έμοιαζε με φιλμ του νεορεαλισμού,να έμοιαζε με τα τοπία που έφτιαχνες.Στην άμμο του μυαλού σου,στα βότσαλά του.Στο κέντρο υπάρχει μια λίμνη στρογγυλή με σύρμα στο κέντρο της που μας απαγορεύει να κολυμπάμε μέσα της.Είναι ένας μικρός κύκλος μα κανείς δεν ξέρει γιατί δεν μπορούμε να βουτήξουμε.Κολυμπάμε γύρω γύρω σαν τυφλά ψάρια, σαν ναρκωμένα-στο πλάι με την μέση μας να αγγίζει τον πάτο που είναι άμμος.Όπως ακριβώς το μυαλό σου, ψιλό και κοκκώδες.
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε-κάτι κολλάει στον ουρανίσκο μας.Τα χρώματα γύρω μας ψυχρά,γαλάζια, πράσινα, γκρίζα.Υπόλευκα και χαμηλής θερμοκρασίας. Και γύρω μας ένας θίασος τσιγγάνων με 2 γυναίκες κορυφαίες του χορού. Ούτε εκείνες μπορούν να μιλήσουν-οι άνδρες κοιτούν το έδαφος,έχουν ένα μαχαίρι στη ζώνη.Ακονισμένο.
Και 2 τσιγγάνες δίνουν η μια στην άλλη φουστάνια.Ένα μαύρο πλεκτό στο χέρι, ένα γκρίζο που θα ταίριαζε σε γραμματέα,καλοκαιρινά με τιράντες, χειμωνιάτικα με μανίκια 3/4.Σε στραβές κρεμάστρες που μας δίνουν στο καθαριστήριο και μετά θέλουμε να τις πετάξουμε μα τις κρατάμε για άγνωστους λόγους και μας πληγώνουν τα μάτια στη ντουλάπα.
Και ο βουβός θίασος αυτός συνέχεια μαζεύει τα ρούχα αυτά που δεν ανήκει σε κανέναν, οι γυναίκες έχουν ψηλούς μαύρους κότσους και πρόσωπα σουφρωμένα,κρέμονται πάνω τους τάματα και μισοφέγγαρα και γιαταγάνια, και στον πάτο της λίμνης τα ρούχα όλα μαζί πέφτουν κρεμασμένα, και έχουν πάνω τους καρφιτσωμένο σε ένα χαρτάκι το όνομά σου
Thursday, October 03, 2013
κάποτε ήταν δύο ανθρωποι σε μια ακρογιαλιά
τον πηγαίνει συχνά στη θάλασσα, στην παραλία, από το χέρι. Δεν θα μάθει ποτέ να κολυμπάει μα γιατί να τη στερηθεί? Κρατάει το χερι της στη διαδρομή και σηκώνει το κεφάλι του να νιώσει τον άνεμο που φυσάει.Της σφίγγει το χέρι περισσότερο.
Όταν σηκώνει το κεφάλι του έτσι φαίνονται καθαρά τα σημάδια από τα ράμματα.
Ροζ, λευκά σκουλήκια πάνω στο κεφάλι του παιδιού της μαρμαρωμένα. Με τον καιρό θα γίνουν πιο λεπτά, σαν σε κέντημα.
Δεν θέλει να σκέφτεται τώρα το νυστέρι, όχι τώρα.
Τώρα είναι η ώρα του παιχνιδιού,του απογευματινού μπάνιου. Συνεχίζουν να περπατάνε.Του δείχνει τους γλάρους στον ορίζοντα.Όταν πετάνε χαμηλά θα έχουμε τρικυμία. Οι γλάροι τρώνε ψαράκια σαν εσένα,το ήξερες? Τα ψαρεύουν με το ράμφος τους και πετάνε μετά ψηλά στον ουρανό. Είναι λευκοί σαν τον αφρό της θάλασσας και κάνουν παρέα στα πλοία. Κι έτσι δεν είμαστε μόνοι μας όταν ταξιδεύουμε,έχουμε τους γλάρους συντροφιά.
Την κοιτάει με τα μεγάλα μάτια του. Θαυμάζει και το μαγιώ του, τις σαγιονάρες του.Περπατάει αβέβαιο, λίγο φοβισμένο, μα χαμογελάει.
¨Οταν κάθονται στην παραλία του δίνει ένα αδειο μπουκάλι και μαζεύει θησαυρούς.
Βοτσαλάκια ανοιχτόχρωμα, ροζ και λευκά σαν τα ράμματά του.
(Θέλει να κλάψει.Όχι τώρα διατάζει τον εαυτό της.Σφίγγει τα δόντια,κακή συνήθεια)
Της φέρνει και κοχύλια και χρωματιστα γυαλάκια. Τα απλώνει στην πετσέτα και τα χαζεύει.
Πάμε να τα πλύνουμε καλά,να τα πάρουμε στο σπίτι για ενθύμιο,του λέει, είναι ώρα για το φαγητό σου, να ξεκουραστείς, να κοιμηθείς.
Στην παραλία είναι μόνοι. Σιγά σιγά θα σουρουπώσει.
Της δίνει στο χέρι μια πετρούλα στρογγυλη, μετά αλλάζει γνώμη,την ακουμπάει στην κοιλιά της και την πιέζει.
Είναι γκρίζα σαν το μαγιώ της τον ουρανό την ψυχή της.
Του λέει ευχαριστώ πολυ, του δίνει ένα φιλί.
Οι γλάροι σιωπαίνουν.
Όταν σηκώνει το κεφάλι του έτσι φαίνονται καθαρά τα σημάδια από τα ράμματα.
Ροζ, λευκά σκουλήκια πάνω στο κεφάλι του παιδιού της μαρμαρωμένα. Με τον καιρό θα γίνουν πιο λεπτά, σαν σε κέντημα.
Δεν θέλει να σκέφτεται τώρα το νυστέρι, όχι τώρα.
Τώρα είναι η ώρα του παιχνιδιού,του απογευματινού μπάνιου. Συνεχίζουν να περπατάνε.Του δείχνει τους γλάρους στον ορίζοντα.Όταν πετάνε χαμηλά θα έχουμε τρικυμία. Οι γλάροι τρώνε ψαράκια σαν εσένα,το ήξερες? Τα ψαρεύουν με το ράμφος τους και πετάνε μετά ψηλά στον ουρανό. Είναι λευκοί σαν τον αφρό της θάλασσας και κάνουν παρέα στα πλοία. Κι έτσι δεν είμαστε μόνοι μας όταν ταξιδεύουμε,έχουμε τους γλάρους συντροφιά.
Την κοιτάει με τα μεγάλα μάτια του. Θαυμάζει και το μαγιώ του, τις σαγιονάρες του.Περπατάει αβέβαιο, λίγο φοβισμένο, μα χαμογελάει.
¨Οταν κάθονται στην παραλία του δίνει ένα αδειο μπουκάλι και μαζεύει θησαυρούς.
Βοτσαλάκια ανοιχτόχρωμα, ροζ και λευκά σαν τα ράμματά του.
(Θέλει να κλάψει.Όχι τώρα διατάζει τον εαυτό της.Σφίγγει τα δόντια,κακή συνήθεια)
Της φέρνει και κοχύλια και χρωματιστα γυαλάκια. Τα απλώνει στην πετσέτα και τα χαζεύει.
Πάμε να τα πλύνουμε καλά,να τα πάρουμε στο σπίτι για ενθύμιο,του λέει, είναι ώρα για το φαγητό σου, να ξεκουραστείς, να κοιμηθείς.
Στην παραλία είναι μόνοι. Σιγά σιγά θα σουρουπώσει.
Της δίνει στο χέρι μια πετρούλα στρογγυλη, μετά αλλάζει γνώμη,την ακουμπάει στην κοιλιά της και την πιέζει.
Είναι γκρίζα σαν το μαγιώ της τον ουρανό την ψυχή της.
Του λέει ευχαριστώ πολυ, του δίνει ένα φιλί.
Οι γλάροι σιωπαίνουν.
Sunday, September 29, 2013
in memoriam
του φοράει μια καρφίτσα στο πέτο του.με ένα φυλαχτό για να μην τον ματιάζουν. η μπλούζα του καλοσιδερωμένη και φρεσκοπλυμένη,το παντελονάκι του με τσάκιση σαν μεγάλου.
όλοι τον κοιτάζουν στο βαγόνι του τραίνου. είναι όμορφος είναι όμορφος είναι όμορφος επαναλαμβάνει από μέσα της,είναι όμορφος και ας λέτε εσείς.το δέρμα του σαν το πτι μπερ που κάθε μέρα του βάζω στην κρέμα, σταρένιο,φρεσκοψημένο.τα μαλλιά του μαύρα μαύρα σαν τα μάτια του βελούδινη νύχτα.
κουνάει τα πόδια του σαν να παραπονιέται.την κοιτάζει σαν να της λέει πως κουράστηκε και θέλει να πάει στο κρεβάτι του,απλώνει ικετευτικά το χέρι προς τη μεριά της.
Ο γιατρός δεν ήταν αισιόδοξος. Δεν θέλω να σας στενοχωρήσω αλλά τα νέα δεν είναι καλά.
Δυστυχώς.Λυπάμαι.Κουράγιο.
Τρεις λέξεις θανατική καταδίκη. Μου ξεριζώνετε την ψυχή σα να βγάζετε σάπιο δόντι πήγε να του πει.Καταλαβαίνω αν θέλετε να κλάψετε,κάναμε ότι μπορούμε.Δύσκολη περίπτωση πολύ.Είστε πολύ νέα.Σύζυγος υπάρχει?
Θα έπρεπε να είστε έξω με τις φίλες σας, να χαζεύετε βιτρίνες, να γελάτε,να σας κρατάει κάποιος το χέρι με στοργή.
Δεν μίλησε καθόλου.Πήρε το καρότσι και πήγε προς την έξοδο.
Ανησύχησε μήπως τα πόδια του κρυώνουν, να μην κρυώσει, να τον σκεπάσω με την κουβέρτα,από τη βιασύνη ξέχασα τις κάλτσες,θα κρυώσει και θα φταίω εγώ.Θα πλέξω το χειμώνα γαλάζιες και κίτρινες,κίτρινες και γαλάζιες,με ρίγες και σούρες,θα καθόμαστε μαζί στην κουζίνα να του πλέκω.
Την ξανακοιτάει σαν να της λέει φοβάμαι.Κι εγώ θέλει να του πει,κι εγώ φοβάμαι.
Φοβάμαι που δεν σε βλέπουν τόσο όμορφο όσο σε βλέπω εγώ.Φοβάμαι που ψιθυρίζουν.Φοβάμαι τα βλέμματα του οίκτου.Φοβάμαι τις συζητήσεις πίσω από την πλάτη μου και τις εκφράσεις σηκώνει μεγάλο στραυρό και κρίμα.Αυτές τις λέξεις τις λένε για να με τρομάξουν.
Δεν ξέρουν πως εγώ είμαι η πιο ευτυχισμένη μητέρα του κόσμου.Και το πιο όμορφο παιδί του κόσμου είσαι εσύ.
όλοι τον κοιτάζουν στο βαγόνι του τραίνου. είναι όμορφος είναι όμορφος είναι όμορφος επαναλαμβάνει από μέσα της,είναι όμορφος και ας λέτε εσείς.το δέρμα του σαν το πτι μπερ που κάθε μέρα του βάζω στην κρέμα, σταρένιο,φρεσκοψημένο.τα μαλλιά του μαύρα μαύρα σαν τα μάτια του βελούδινη νύχτα.
κουνάει τα πόδια του σαν να παραπονιέται.την κοιτάζει σαν να της λέει πως κουράστηκε και θέλει να πάει στο κρεβάτι του,απλώνει ικετευτικά το χέρι προς τη μεριά της.
Ο γιατρός δεν ήταν αισιόδοξος. Δεν θέλω να σας στενοχωρήσω αλλά τα νέα δεν είναι καλά.
Δυστυχώς.Λυπάμαι.Κουράγιο.
Τρεις λέξεις θανατική καταδίκη. Μου ξεριζώνετε την ψυχή σα να βγάζετε σάπιο δόντι πήγε να του πει.Καταλαβαίνω αν θέλετε να κλάψετε,κάναμε ότι μπορούμε.Δύσκολη περίπτωση πολύ.Είστε πολύ νέα.Σύζυγος υπάρχει?
Θα έπρεπε να είστε έξω με τις φίλες σας, να χαζεύετε βιτρίνες, να γελάτε,να σας κρατάει κάποιος το χέρι με στοργή.
Δεν μίλησε καθόλου.Πήρε το καρότσι και πήγε προς την έξοδο.
Ανησύχησε μήπως τα πόδια του κρυώνουν, να μην κρυώσει, να τον σκεπάσω με την κουβέρτα,από τη βιασύνη ξέχασα τις κάλτσες,θα κρυώσει και θα φταίω εγώ.Θα πλέξω το χειμώνα γαλάζιες και κίτρινες,κίτρινες και γαλάζιες,με ρίγες και σούρες,θα καθόμαστε μαζί στην κουζίνα να του πλέκω.
Την ξανακοιτάει σαν να της λέει φοβάμαι.Κι εγώ θέλει να του πει,κι εγώ φοβάμαι.
Φοβάμαι που δεν σε βλέπουν τόσο όμορφο όσο σε βλέπω εγώ.Φοβάμαι που ψιθυρίζουν.Φοβάμαι τα βλέμματα του οίκτου.Φοβάμαι τις συζητήσεις πίσω από την πλάτη μου και τις εκφράσεις σηκώνει μεγάλο στραυρό και κρίμα.Αυτές τις λέξεις τις λένε για να με τρομάξουν.
Δεν ξέρουν πως εγώ είμαι η πιο ευτυχισμένη μητέρα του κόσμου.Και το πιο όμορφο παιδί του κόσμου είσαι εσύ.
Thursday, September 05, 2013
coney island cream
Πέρασαν οι διακοπές και μας χαιρέτησαν,σε λίγο καιρό τα σαββατοκύριακα δεν θα ζητάμε τη θάλασσα,θα λέμε για αρωματικά τσάγια και κόζυ καφέ στο κέντρο, θα φοράμε μια χιλιομπαλωμένη μάλλον ζακέτα του πατέρα μας που λάπως θα μας τσιμπάει το μαλλί μά θα το αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα,θα λέμε τι ταινία θα δούμε απόψε, οι ειδήσεις των 9 των 10 τα πονεμένα πόδια μας όλη μέρα στους δρόμους, τα παιδιά γράφτηκαν στο φροντιστήριο, οι νεότεροι θα ξεχάσουν τα αλμυρά φιλιά που αντάλλαξαν σε κακόγουστα beach bar και θα αναζητήσουν νέα φλερτ, νέους έρωτες, θα βαφτούν πάλι με τα χρώματα του πολέμου, θα διηγούνται περιπέτειες διακοπών ή απογεύματα στο χωριό τους-και στα μέρη μου η θάλασσα το καταλαβαίνει,θυμώνει και αφρίζει.
την παρακολουθώ να παραπονιέται να εγκαταλείπεται και με το κύμα της να ξερνάει κομμάτια ξύλο ,σπασμένα πιάτα και πλακάκια και γυαλιά από μπουκάλια μπύρας,κουκούτσια από φρούτα , πλαστικές σακούλες μπουκάλια αντιηλιακών.
φτύνει τα περιττά ξανά στο πρόσωπό μας, οι νεκροί και τα οστά τους είναι ακόμα πιο βαθιά μην χαλάτε τον ύπνο τους ακόμα, σας στέλνουν κοφτερά φιλιά από την άβυσσο οι πνιγμένοι,με τα γυαλισμένα οστά τους τα λεία, είναι ακόμα πολύ νωρίς για δάκρυα καθώς απομακρυνόμαστε από τον ήλιο.
προχτές βρήκα στην άμμο δυο πλαστικά μπουκαλάκια από αυτά που έχουν στα εκκλησάκια για αγιασμό,για λάδι, φερμένα ποιος ξέρει από που και ξεβρασμένα στην αμμουδιά,άοσμα και πεντακάθαρα,και χωρίς ενοχές τα πέταξα στον κάδο των αχρήστων.
την παρακολουθώ να παραπονιέται να εγκαταλείπεται και με το κύμα της να ξερνάει κομμάτια ξύλο ,σπασμένα πιάτα και πλακάκια και γυαλιά από μπουκάλια μπύρας,κουκούτσια από φρούτα , πλαστικές σακούλες μπουκάλια αντιηλιακών.
φτύνει τα περιττά ξανά στο πρόσωπό μας, οι νεκροί και τα οστά τους είναι ακόμα πιο βαθιά μην χαλάτε τον ύπνο τους ακόμα, σας στέλνουν κοφτερά φιλιά από την άβυσσο οι πνιγμένοι,με τα γυαλισμένα οστά τους τα λεία, είναι ακόμα πολύ νωρίς για δάκρυα καθώς απομακρυνόμαστε από τον ήλιο.
προχτές βρήκα στην άμμο δυο πλαστικά μπουκαλάκια από αυτά που έχουν στα εκκλησάκια για αγιασμό,για λάδι, φερμένα ποιος ξέρει από που και ξεβρασμένα στην αμμουδιά,άοσμα και πεντακάθαρα,και χωρίς ενοχές τα πέταξα στον κάδο των αχρήστων.
Monday, September 02, 2013
στην κ που φετος δεν θα ερθει
δεν θα μπορέσει να έρθει φέτος, η μητέρα άρρωστη στο κρεβάτι να διατάζει και να θέλει την τηλεόραση ανοιχτή όλη την ημέρα,ο πατέρας αμίλητος στην εκκλησία και σιωπηλός σαν να θέλει να πει κάτι και να μη λέει,ο δικός της πίνει το ένα μετά το άλλο και της λέει που να τρέχουμε τώρα,μάζεψέ τα και έλα να μείνεις εδώ τι κάθεσαι άλλο μεγάλωσες δεν είσαι πια εκείνη που ήσουν
και αυτό περίμενε κάθε χρόνο,ένα μπαλκόνι και μια βεράντα έστω και στριμωγμένη με τη μάνα της κι εκείνη στο ντιβάνι,μα είχε η σοκολάτα άλλη γεύση και ο ουρανός χρώμα λιλά,την έκαναν να θυμάται κάτι που ίσως να ήθελε κάποια στιγμή πολύ,αλλά δεν το βρήκε ούτε δουλεύοντας στα καλά μαγαζιά του Κολωνακίου ούτε μετά που πήγαιναν στα μπαρ στο κέντρο και έπιναν ποτά με ονόματα προορισμών και σεξουαλικών υποννοουμένων,ούτε σε ένα ταξίδι στο εξωτερικό σε μια πόλη της κεντρικής Ευρώπης διάσημης για τα γλυκά της και τις δαντέλες της-το μόνο που θυμάται είναι μια ασπρόμαυρη τηλεόραση να δείχνει ειδήσεις σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και δεν ήθελε να καταλάβει, ούτε κάτι τριήμερα σε νησιά με γκόμενους που έτρωγαν σαν ζώα και το μεσημέρι ήθελαν να κοιμούνται κάτω από την επήρρεια της μπύρας-όχι δεν ήταν αυτό,τους έδιωξε όλους από το μυαλό της και ησύχασε κάπως,είπε στον δικό της πως δεν θα έρθει κι ας της αρέσει το ουίσκυ που αγοράζει κάθε φορά που πάει στην κάβα-
κατηφόρισε προς το εμπορικό κέντρο για να καθίσει στο κλιματιζόμενο καφέ,ίσως να φταίει που είμαι Ιχθείς ξανασκέφτηκε,ρέπω προς τη μελαγχολία και ερωτεύομαι μόνο πλατωνικά,για μια στιγμή σιχάθηκε τον εαυτό της μετά το ξανασκέφτηκε κάπως και δήλωσε ας με συμπαθήσω λίγο,τουλάχιστον έχω ζωηρές μπούκλες και καλή αίσθηση του χιούμορ,θα πουν πως φταίει πως δεν έκανα παιδι,δεν ήθελα παιδί να πηγαίνουμε τα καλοκαιρια στο χωριό, να αγοράζω για χάρη του φρέσκα αυγά και να στίβω πορτοκαλάδες,λες κι εγω ξέρω τι θέλω,όλα είναι μέσα μου σαν το θολό νερό στον κάδο του πλυντηρίου,δεν ερωτεύτηκα αρκετά και δεν με ερωτεύτηκαν,δεν ζήλεψα την Ιουλιέτα και την Καρένινα τι να κάνω,σκέφτηκε να καπνίσει ένα τσιγάρο και βγήκε από το εμπορικό κέντρο,αγόρασε ένα περιοδικό και χάθηκε ξανά στο βρώμικο βαγόνι-κάποια βραδιά,κάποια βραδιά επιτέλους θα ονειρευόταν.
και αυτό περίμενε κάθε χρόνο,ένα μπαλκόνι και μια βεράντα έστω και στριμωγμένη με τη μάνα της κι εκείνη στο ντιβάνι,μα είχε η σοκολάτα άλλη γεύση και ο ουρανός χρώμα λιλά,την έκαναν να θυμάται κάτι που ίσως να ήθελε κάποια στιγμή πολύ,αλλά δεν το βρήκε ούτε δουλεύοντας στα καλά μαγαζιά του Κολωνακίου ούτε μετά που πήγαιναν στα μπαρ στο κέντρο και έπιναν ποτά με ονόματα προορισμών και σεξουαλικών υποννοουμένων,ούτε σε ένα ταξίδι στο εξωτερικό σε μια πόλη της κεντρικής Ευρώπης διάσημης για τα γλυκά της και τις δαντέλες της-το μόνο που θυμάται είναι μια ασπρόμαυρη τηλεόραση να δείχνει ειδήσεις σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και δεν ήθελε να καταλάβει, ούτε κάτι τριήμερα σε νησιά με γκόμενους που έτρωγαν σαν ζώα και το μεσημέρι ήθελαν να κοιμούνται κάτω από την επήρρεια της μπύρας-όχι δεν ήταν αυτό,τους έδιωξε όλους από το μυαλό της και ησύχασε κάπως,είπε στον δικό της πως δεν θα έρθει κι ας της αρέσει το ουίσκυ που αγοράζει κάθε φορά που πάει στην κάβα-
κατηφόρισε προς το εμπορικό κέντρο για να καθίσει στο κλιματιζόμενο καφέ,ίσως να φταίει που είμαι Ιχθείς ξανασκέφτηκε,ρέπω προς τη μελαγχολία και ερωτεύομαι μόνο πλατωνικά,για μια στιγμή σιχάθηκε τον εαυτό της μετά το ξανασκέφτηκε κάπως και δήλωσε ας με συμπαθήσω λίγο,τουλάχιστον έχω ζωηρές μπούκλες και καλή αίσθηση του χιούμορ,θα πουν πως φταίει πως δεν έκανα παιδι,δεν ήθελα παιδί να πηγαίνουμε τα καλοκαιρια στο χωριό, να αγοράζω για χάρη του φρέσκα αυγά και να στίβω πορτοκαλάδες,λες κι εγω ξέρω τι θέλω,όλα είναι μέσα μου σαν το θολό νερό στον κάδο του πλυντηρίου,δεν ερωτεύτηκα αρκετά και δεν με ερωτεύτηκαν,δεν ζήλεψα την Ιουλιέτα και την Καρένινα τι να κάνω,σκέφτηκε να καπνίσει ένα τσιγάρο και βγήκε από το εμπορικό κέντρο,αγόρασε ένα περιοδικό και χάθηκε ξανά στο βρώμικο βαγόνι-κάποια βραδιά,κάποια βραδιά επιτέλους θα ονειρευόταν.
Saturday, August 31, 2013
once in a blue moon is not enough
τα βράδια φυσούσε στην μικρή πόλη. ήταν ένας άνεμος βαρύς και γλυκός σαν γλυκό ταψιού στο σπίτι της μάγισσας που είχε φυλακισμένο το Χάνσελ και τη Γκρέτελ.
Οι άνθρωποι είχαν χάσει όμως τη μυρωδιά και την αίσθησή της-περιφέρονταν με φούξια νύχια και δέρμα μαυρισμένο συνδυασμένο με ψέυτικα χαμόγελα-το δέρμα και τα δόντια τους γυάλιζαν σχεδόν αφύσικα,σαν τα παρκέ περασμένων χρόνων.
τα βράδια που φυσούσε στη μικρή πόλη έβγαινα μόλις έπεφτε ο ήλιος και πουλούσα το χαμόγελό μου σαν μάγισσα.μερικοί αγόραζαν και μερικοί έκαναν παζάρια.το στόλιζα, κι ας ήταν λίγο λεκιασμένο,τραβηγμένο ίσως σαν ξεχειλωμένο στρίφωμα. είχα μια λουλουδάτη τσάντα με κόκκινη φόδρα και ξεχασμένα μικρά αντικείμενα.καμιά φορά φωτογράφιζα τον εαυτό μου αγέλαστο για να σε θυμάμαι-δεν ήταν συχνά.
τα βράδια εκείνα μπορεί και να αγαπούσα τους ανθρώπους, αλλά μπορεί και όχι-ήταν ένα καλοκαίρι χωρίς πυρετούς και έρωτες,ένα καλοκαίρι χωρίς άμμο, ένα καλοκαίρι που δεν άκουσα λαικά τραγούδια με ένα νοητό τσεμπέρι στο κεφάλι-ήταν όλα χρυσά και ψεύτικα και ανώδυνα σαν μερικές μνήμες,σαν φορεμένες υποσχέσεις.το πρώτο καλοκαίρι που δεν ονειρεύτηκα κεράσια και ροδάκινα,μόνο πεύκα και τη δροσιά του βουνού.
το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου οι τσιγγάνοι που κατασκήνωσαν στην αλάνα έσφαξαν ένα γουρούνι, οι κάτοικοι ενοχλήθηκαν.
έφυγαν άρον άρον,αλλά δεν ξέρω αν τελικά το ζώο φαγώθηκε.
Οι άνθρωποι είχαν χάσει όμως τη μυρωδιά και την αίσθησή της-περιφέρονταν με φούξια νύχια και δέρμα μαυρισμένο συνδυασμένο με ψέυτικα χαμόγελα-το δέρμα και τα δόντια τους γυάλιζαν σχεδόν αφύσικα,σαν τα παρκέ περασμένων χρόνων.
τα βράδια που φυσούσε στη μικρή πόλη έβγαινα μόλις έπεφτε ο ήλιος και πουλούσα το χαμόγελό μου σαν μάγισσα.μερικοί αγόραζαν και μερικοί έκαναν παζάρια.το στόλιζα, κι ας ήταν λίγο λεκιασμένο,τραβηγμένο ίσως σαν ξεχειλωμένο στρίφωμα. είχα μια λουλουδάτη τσάντα με κόκκινη φόδρα και ξεχασμένα μικρά αντικείμενα.καμιά φορά φωτογράφιζα τον εαυτό μου αγέλαστο για να σε θυμάμαι-δεν ήταν συχνά.
τα βράδια εκείνα μπορεί και να αγαπούσα τους ανθρώπους, αλλά μπορεί και όχι-ήταν ένα καλοκαίρι χωρίς πυρετούς και έρωτες,ένα καλοκαίρι χωρίς άμμο, ένα καλοκαίρι που δεν άκουσα λαικά τραγούδια με ένα νοητό τσεμπέρι στο κεφάλι-ήταν όλα χρυσά και ψεύτικα και ανώδυνα σαν μερικές μνήμες,σαν φορεμένες υποσχέσεις.το πρώτο καλοκαίρι που δεν ονειρεύτηκα κεράσια και ροδάκινα,μόνο πεύκα και τη δροσιά του βουνού.
το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου οι τσιγγάνοι που κατασκήνωσαν στην αλάνα έσφαξαν ένα γουρούνι, οι κάτοικοι ενοχλήθηκαν.
έφυγαν άρον άρον,αλλά δεν ξέρω αν τελικά το ζώο φαγώθηκε.
Monday, July 22, 2013
η πανσέληνος στον υδροχόο
ο κύριος στην καρέκλα λέει να τρως τέσσερα βερύκοκα την ημέρα για τις πανάδες,με ρωτάει ποια είναι η σημαία του πλοίου.δεν ξέρω μου φαίνεται πράσινη ή κίτρινη,φυσάει πολύ για να είμαι συγκεντρωμένη όπως πρέπει,το ρυάκι από κάτω ξεχειλίζει και ο άνεμος σπρώχνει τα νερά προς τα πάνω.Πανσέληνος.
τριγύρω μου μιλούν για φεστιβάλ και παραστάσεις,γυναίκες ισορροπούν σε ψηλά τακούνια όπως στο θέατρο, τα μαλλιά τους ανεμίζουν στον αέρα και χάνουν το τέλειο σχήμα τους,φέτος ξανά κοραλλί νύχια και η ρίζα που στις διακοπές σκουραίνει στις ξανθές,η μικρή με τα κόκκινα γυαλιά φόρεσε φακούς επαφής και ξεθάρρεψε,τα καστανά της μαλλιά φτάνουν μέχρι τη μέση της.δεν ξέρεις καν τι σε περιμένει θέλω να της πω μα την αφήνω ανυποψίαστη να κοιτάξει με ύφος τους τριγύρω της σαν να της ανήκουν.
μα κι εσύ θα υποταχτείς θέλω να φωνάξω.
στα βράχια τα παιδιά μαζεύουν καβούρια και τα κρατάνε στα χέρια τους.ένα θηλυκό καβουράκι άπλωνε τα αυγά της πάνω στο χέρι της μικρής που την κρατούσε με γρήγορους,βιαστικούς ρυθμούς και για ένα λεπτό μου φάνηκαν τοξικά και δηλητηριώδη,σαν ψυχές.
τριγύρω μου μιλούν για φεστιβάλ και παραστάσεις,γυναίκες ισορροπούν σε ψηλά τακούνια όπως στο θέατρο, τα μαλλιά τους ανεμίζουν στον αέρα και χάνουν το τέλειο σχήμα τους,φέτος ξανά κοραλλί νύχια και η ρίζα που στις διακοπές σκουραίνει στις ξανθές,η μικρή με τα κόκκινα γυαλιά φόρεσε φακούς επαφής και ξεθάρρεψε,τα καστανά της μαλλιά φτάνουν μέχρι τη μέση της.δεν ξέρεις καν τι σε περιμένει θέλω να της πω μα την αφήνω ανυποψίαστη να κοιτάξει με ύφος τους τριγύρω της σαν να της ανήκουν.
μα κι εσύ θα υποταχτείς θέλω να φωνάξω.
στα βράχια τα παιδιά μαζεύουν καβούρια και τα κρατάνε στα χέρια τους.ένα θηλυκό καβουράκι άπλωνε τα αυγά της πάνω στο χέρι της μικρής που την κρατούσε με γρήγορους,βιαστικούς ρυθμούς και για ένα λεπτό μου φάνηκαν τοξικά και δηλητηριώδη,σαν ψυχές.
Saturday, June 22, 2013
με ένα στιλέτο ανάμεσα στα δόντια σου
μακάρι να ήταν οι ζωές μας σελίδες και να τις σκίζαμε όπως όταν είμαστε θυμωμένοι.
θα ήμουν κι εγώ μια κόλλα στον κάλαθο στον αχρήστων μαζί με τα τσιγάρα και τα κουτιά από τα φάρμακα, τα αμέτρητα μπουκάλια νερού και τις αποδείξεις που ποτέ δεν μπαίνουν σε τάξη.και θα με πετούσες εσύ στο τέλος της μέρας ή θα βαριόσουν να με κατεβάσεις κάτω.
απόψε η νύχτα είναι γεμάτη δαιμόνια και προφήτες.μην κρίνετε για να μην κριθείτε.βλακείες.κόβω μαχαίρι άσχημες σκέψεις, παίζω με τα μαλλιά μου.
Θέλω να σου πω να πάμε μια βόλτα και ας πεις δεν θέλω.Θέλω να σου πω να πάμε ένα ταξίδι και ας πεις δεν θέλω.Μετά θα θέλω να σε βλέπω να φεύγεις και να χαίρομαι που στενοχωριέμαι και χαίρομαι ξανά-τουλάχιστον η υποκρισία σου αληθινή είναι.
Θέλω να σου λέω πως φοβάμαι και να κουνάς τους ώμους σου αδιάφορα,να μου αρνιέσαι την παραμικρή χαρά και να να ξέρω πως ανυπομονείς να δεις κάποια άλλη.
Να σκέφτεσαι πως σε κούρασα και πως φλυαρώ και πως είμαι καλή για λίγη ώρα,σαν διάλειμμα ή ένα γερό μεθύσι.και εγώ θα βλέπω πως με περιπαίζεις και θα φουσκώνω από χαρά και ηδονή.θα θέλω να σου δώσω μια γροθιά στο στόμα και μετά να σε φιλήσω σαν προδότης
και μετά να μου πεις τι όμορφη που είσαι
με αυτό το στιλέτο που κρατάς ανάμεσα στα δόντια σου
θα ήμουν κι εγώ μια κόλλα στον κάλαθο στον αχρήστων μαζί με τα τσιγάρα και τα κουτιά από τα φάρμακα, τα αμέτρητα μπουκάλια νερού και τις αποδείξεις που ποτέ δεν μπαίνουν σε τάξη.και θα με πετούσες εσύ στο τέλος της μέρας ή θα βαριόσουν να με κατεβάσεις κάτω.
απόψε η νύχτα είναι γεμάτη δαιμόνια και προφήτες.μην κρίνετε για να μην κριθείτε.βλακείες.κόβω μαχαίρι άσχημες σκέψεις, παίζω με τα μαλλιά μου.
Θέλω να σου πω να πάμε μια βόλτα και ας πεις δεν θέλω.Θέλω να σου πω να πάμε ένα ταξίδι και ας πεις δεν θέλω.Μετά θα θέλω να σε βλέπω να φεύγεις και να χαίρομαι που στενοχωριέμαι και χαίρομαι ξανά-τουλάχιστον η υποκρισία σου αληθινή είναι.
Θέλω να σου λέω πως φοβάμαι και να κουνάς τους ώμους σου αδιάφορα,να μου αρνιέσαι την παραμικρή χαρά και να να ξέρω πως ανυπομονείς να δεις κάποια άλλη.
Να σκέφτεσαι πως σε κούρασα και πως φλυαρώ και πως είμαι καλή για λίγη ώρα,σαν διάλειμμα ή ένα γερό μεθύσι.και εγώ θα βλέπω πως με περιπαίζεις και θα φουσκώνω από χαρά και ηδονή.θα θέλω να σου δώσω μια γροθιά στο στόμα και μετά να σε φιλήσω σαν προδότης
και μετά να μου πεις τι όμορφη που είσαι
με αυτό το στιλέτο που κρατάς ανάμεσα στα δόντια σου
Subscribe to:
Posts (Atom)