ήρθες στο μυαλό μου πριν δυο χρόνια, ξημερώματα,και φορώντας έναν καφέ μπερέ και μεταξωτές κάλτσες. Δεν είδα το πρόσωπό σου- ήσουν κρεμασμένη βλέπεις.
Έξω από την αποθήκη. Είδα όμως τα μαύρα γυαλιστερά σου μαλλιά και κατάλαβα πως έχεις όμορφα, ρόδινα χείλη σε σχήμα καρδιάς.
Είχες μια ιστορία να μου πεις-την έγραψα όπως μου την διηγήθηκες. Και μετά μου είπες κι άλλες,κι άλλες, κι άλλες. Και προσπάθησα να τις γράψω όλες, μα καμιά φορά ξέφευγες σαν το ζαρκάδι.
'Εψαξα το πρόσωπό σου. Δεν το έβρισκα. Το έψαξα σε βιβλία, παλιές φωτογραφίες και ταινίες. Δεν βρήκα το πρόσωπό σου και ας ήξερα ακριβώς πως ήταν.
Σε σύστησα σε μερικούς άλλους-σε κατάλαβε μόνο ένας, ή δύο,και ήταν σημαδιακό.
Για μένα ήσουν ιέρεια. Η αγία πόρνη, το εξιλαστήριο θύμα, ο αμνός του Θεού.
Περάσαμε τόσα πολλά μαζί που σχεδόν γίναμε ένα, μα εσύ ήσουν κάτι παραπάνω, και έτσι σε αντέγραψα λίγο και έγινα η Τσέρυ. Τελικά εγώ πήρα από σένα ή εσύ από μένα;
Κλέβει η τέχνη τη ζωή ή η ζωή την τέχνη;
Ζωή κλεμμένη, δάκρυα σε σελλυλόιντ, δάκρυα σε χαρτιά πεταμένα.
μα εσύ γεννημένη ελεύθερη,δεν μπορείς άλλο να μείνεις μαζί μου, μέσα μου. Εγώ σου ρουφάω το αίμα, κι ας μην έχεις αίμα.
Θα σε αφήσω να φύγεις λοιπόν,να πετάξεις, σαν το καναρίνι το Τζιτζιφρίγκο στο "Οι Γερμανοί ξανάρχονται". Να βρεις αυτά που αγαπάς,τα πεζοδρόμια, τη μορφίνη, τα ξωκλήσια, τη θάλασσα, τα ξερόνησα, το Παρίσι, τη Βιέννη. Να γίνεις επιτέλους ντίβα.
Εγώ θα παραμείνω η Τσέρυ, μόνο επειδή μου αρέσουν τα κεράσια. Δεν είμαι το φτηνό αντίγραφό σου,όχι ότι ήμουν ποτέ, αλλά μπλεχτήκαμε εις σάρκα μία κάποια στιγμή.
Στο λευκό σου δέρμα θα γράψουν ποιήματα άντρες σωρό και για τα χείλη σου θα κρεμαστούν χίλιοι.
Δεν χρειάζεται να σου πω καλή τύχη-εσύ είσαι η τύχη.