του φοράει μια καρφίτσα στο πέτο του.με ένα φυλαχτό για να μην τον ματιάζουν. η μπλούζα του καλοσιδερωμένη και φρεσκοπλυμένη,το παντελονάκι του με τσάκιση σαν μεγάλου.
όλοι τον κοιτάζουν στο βαγόνι του τραίνου. είναι όμορφος είναι όμορφος είναι όμορφος επαναλαμβάνει από μέσα της,είναι όμορφος και ας λέτε εσείς.το δέρμα του σαν το πτι μπερ που κάθε μέρα του βάζω στην κρέμα, σταρένιο,φρεσκοψημένο.τα μαλλιά του μαύρα μαύρα σαν τα μάτια του βελούδινη νύχτα.
κουνάει τα πόδια του σαν να παραπονιέται.την κοιτάζει σαν να της λέει πως κουράστηκε και θέλει να πάει στο κρεβάτι του,απλώνει ικετευτικά το χέρι προς τη μεριά της.
Ο γιατρός δεν ήταν αισιόδοξος. Δεν θέλω να σας στενοχωρήσω αλλά τα νέα δεν είναι καλά.
Δυστυχώς.Λυπάμαι.Κουράγιο.
Τρεις λέξεις θανατική καταδίκη. Μου ξεριζώνετε την ψυχή σα να βγάζετε σάπιο δόντι πήγε να του πει.Καταλαβαίνω αν θέλετε να κλάψετε,κάναμε ότι μπορούμε.Δύσκολη περίπτωση πολύ.Είστε πολύ νέα.Σύζυγος υπάρχει?
Θα έπρεπε να είστε έξω με τις φίλες σας, να χαζεύετε βιτρίνες, να γελάτε,να σας κρατάει κάποιος το χέρι με στοργή.
Δεν μίλησε καθόλου.Πήρε το καρότσι και πήγε προς την έξοδο.
Ανησύχησε μήπως τα πόδια του κρυώνουν, να μην κρυώσει, να τον σκεπάσω με την κουβέρτα,από τη βιασύνη ξέχασα τις κάλτσες,θα κρυώσει και θα φταίω εγώ.Θα πλέξω το χειμώνα γαλάζιες και κίτρινες,κίτρινες και γαλάζιες,με ρίγες και σούρες,θα καθόμαστε μαζί στην κουζίνα να του πλέκω.
Την ξανακοιτάει σαν να της λέει φοβάμαι.Κι εγώ θέλει να του πει,κι εγώ φοβάμαι.
Φοβάμαι που δεν σε βλέπουν τόσο όμορφο όσο σε βλέπω εγώ.Φοβάμαι που ψιθυρίζουν.Φοβάμαι τα βλέμματα του οίκτου.Φοβάμαι τις συζητήσεις πίσω από την πλάτη μου και τις εκφράσεις σηκώνει μεγάλο στραυρό και κρίμα.Αυτές τις λέξεις τις λένε για να με τρομάξουν.
Δεν ξέρουν πως εγώ είμαι η πιο ευτυχισμένη μητέρα του κόσμου.Και το πιο όμορφο παιδί του κόσμου είσαι εσύ.
Sunday, September 29, 2013
Thursday, September 05, 2013
coney island cream
Πέρασαν οι διακοπές και μας χαιρέτησαν,σε λίγο καιρό τα σαββατοκύριακα δεν θα ζητάμε τη θάλασσα,θα λέμε για αρωματικά τσάγια και κόζυ καφέ στο κέντρο, θα φοράμε μια χιλιομπαλωμένη μάλλον ζακέτα του πατέρα μας που λάπως θα μας τσιμπάει το μαλλί μά θα το αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα,θα λέμε τι ταινία θα δούμε απόψε, οι ειδήσεις των 9 των 10 τα πονεμένα πόδια μας όλη μέρα στους δρόμους, τα παιδιά γράφτηκαν στο φροντιστήριο, οι νεότεροι θα ξεχάσουν τα αλμυρά φιλιά που αντάλλαξαν σε κακόγουστα beach bar και θα αναζητήσουν νέα φλερτ, νέους έρωτες, θα βαφτούν πάλι με τα χρώματα του πολέμου, θα διηγούνται περιπέτειες διακοπών ή απογεύματα στο χωριό τους-και στα μέρη μου η θάλασσα το καταλαβαίνει,θυμώνει και αφρίζει.
την παρακολουθώ να παραπονιέται να εγκαταλείπεται και με το κύμα της να ξερνάει κομμάτια ξύλο ,σπασμένα πιάτα και πλακάκια και γυαλιά από μπουκάλια μπύρας,κουκούτσια από φρούτα , πλαστικές σακούλες μπουκάλια αντιηλιακών.
φτύνει τα περιττά ξανά στο πρόσωπό μας, οι νεκροί και τα οστά τους είναι ακόμα πιο βαθιά μην χαλάτε τον ύπνο τους ακόμα, σας στέλνουν κοφτερά φιλιά από την άβυσσο οι πνιγμένοι,με τα γυαλισμένα οστά τους τα λεία, είναι ακόμα πολύ νωρίς για δάκρυα καθώς απομακρυνόμαστε από τον ήλιο.
προχτές βρήκα στην άμμο δυο πλαστικά μπουκαλάκια από αυτά που έχουν στα εκκλησάκια για αγιασμό,για λάδι, φερμένα ποιος ξέρει από που και ξεβρασμένα στην αμμουδιά,άοσμα και πεντακάθαρα,και χωρίς ενοχές τα πέταξα στον κάδο των αχρήστων.
την παρακολουθώ να παραπονιέται να εγκαταλείπεται και με το κύμα της να ξερνάει κομμάτια ξύλο ,σπασμένα πιάτα και πλακάκια και γυαλιά από μπουκάλια μπύρας,κουκούτσια από φρούτα , πλαστικές σακούλες μπουκάλια αντιηλιακών.
φτύνει τα περιττά ξανά στο πρόσωπό μας, οι νεκροί και τα οστά τους είναι ακόμα πιο βαθιά μην χαλάτε τον ύπνο τους ακόμα, σας στέλνουν κοφτερά φιλιά από την άβυσσο οι πνιγμένοι,με τα γυαλισμένα οστά τους τα λεία, είναι ακόμα πολύ νωρίς για δάκρυα καθώς απομακρυνόμαστε από τον ήλιο.
προχτές βρήκα στην άμμο δυο πλαστικά μπουκαλάκια από αυτά που έχουν στα εκκλησάκια για αγιασμό,για λάδι, φερμένα ποιος ξέρει από που και ξεβρασμένα στην αμμουδιά,άοσμα και πεντακάθαρα,και χωρίς ενοχές τα πέταξα στον κάδο των αχρήστων.
Monday, September 02, 2013
στην κ που φετος δεν θα ερθει
δεν θα μπορέσει να έρθει φέτος, η μητέρα άρρωστη στο κρεβάτι να διατάζει και να θέλει την τηλεόραση ανοιχτή όλη την ημέρα,ο πατέρας αμίλητος στην εκκλησία και σιωπηλός σαν να θέλει να πει κάτι και να μη λέει,ο δικός της πίνει το ένα μετά το άλλο και της λέει που να τρέχουμε τώρα,μάζεψέ τα και έλα να μείνεις εδώ τι κάθεσαι άλλο μεγάλωσες δεν είσαι πια εκείνη που ήσουν
και αυτό περίμενε κάθε χρόνο,ένα μπαλκόνι και μια βεράντα έστω και στριμωγμένη με τη μάνα της κι εκείνη στο ντιβάνι,μα είχε η σοκολάτα άλλη γεύση και ο ουρανός χρώμα λιλά,την έκαναν να θυμάται κάτι που ίσως να ήθελε κάποια στιγμή πολύ,αλλά δεν το βρήκε ούτε δουλεύοντας στα καλά μαγαζιά του Κολωνακίου ούτε μετά που πήγαιναν στα μπαρ στο κέντρο και έπιναν ποτά με ονόματα προορισμών και σεξουαλικών υποννοουμένων,ούτε σε ένα ταξίδι στο εξωτερικό σε μια πόλη της κεντρικής Ευρώπης διάσημης για τα γλυκά της και τις δαντέλες της-το μόνο που θυμάται είναι μια ασπρόμαυρη τηλεόραση να δείχνει ειδήσεις σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και δεν ήθελε να καταλάβει, ούτε κάτι τριήμερα σε νησιά με γκόμενους που έτρωγαν σαν ζώα και το μεσημέρι ήθελαν να κοιμούνται κάτω από την επήρρεια της μπύρας-όχι δεν ήταν αυτό,τους έδιωξε όλους από το μυαλό της και ησύχασε κάπως,είπε στον δικό της πως δεν θα έρθει κι ας της αρέσει το ουίσκυ που αγοράζει κάθε φορά που πάει στην κάβα-
κατηφόρισε προς το εμπορικό κέντρο για να καθίσει στο κλιματιζόμενο καφέ,ίσως να φταίει που είμαι Ιχθείς ξανασκέφτηκε,ρέπω προς τη μελαγχολία και ερωτεύομαι μόνο πλατωνικά,για μια στιγμή σιχάθηκε τον εαυτό της μετά το ξανασκέφτηκε κάπως και δήλωσε ας με συμπαθήσω λίγο,τουλάχιστον έχω ζωηρές μπούκλες και καλή αίσθηση του χιούμορ,θα πουν πως φταίει πως δεν έκανα παιδι,δεν ήθελα παιδί να πηγαίνουμε τα καλοκαιρια στο χωριό, να αγοράζω για χάρη του φρέσκα αυγά και να στίβω πορτοκαλάδες,λες κι εγω ξέρω τι θέλω,όλα είναι μέσα μου σαν το θολό νερό στον κάδο του πλυντηρίου,δεν ερωτεύτηκα αρκετά και δεν με ερωτεύτηκαν,δεν ζήλεψα την Ιουλιέτα και την Καρένινα τι να κάνω,σκέφτηκε να καπνίσει ένα τσιγάρο και βγήκε από το εμπορικό κέντρο,αγόρασε ένα περιοδικό και χάθηκε ξανά στο βρώμικο βαγόνι-κάποια βραδιά,κάποια βραδιά επιτέλους θα ονειρευόταν.
και αυτό περίμενε κάθε χρόνο,ένα μπαλκόνι και μια βεράντα έστω και στριμωγμένη με τη μάνα της κι εκείνη στο ντιβάνι,μα είχε η σοκολάτα άλλη γεύση και ο ουρανός χρώμα λιλά,την έκαναν να θυμάται κάτι που ίσως να ήθελε κάποια στιγμή πολύ,αλλά δεν το βρήκε ούτε δουλεύοντας στα καλά μαγαζιά του Κολωνακίου ούτε μετά που πήγαιναν στα μπαρ στο κέντρο και έπιναν ποτά με ονόματα προορισμών και σεξουαλικών υποννοουμένων,ούτε σε ένα ταξίδι στο εξωτερικό σε μια πόλη της κεντρικής Ευρώπης διάσημης για τα γλυκά της και τις δαντέλες της-το μόνο που θυμάται είναι μια ασπρόμαυρη τηλεόραση να δείχνει ειδήσεις σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και δεν ήθελε να καταλάβει, ούτε κάτι τριήμερα σε νησιά με γκόμενους που έτρωγαν σαν ζώα και το μεσημέρι ήθελαν να κοιμούνται κάτω από την επήρρεια της μπύρας-όχι δεν ήταν αυτό,τους έδιωξε όλους από το μυαλό της και ησύχασε κάπως,είπε στον δικό της πως δεν θα έρθει κι ας της αρέσει το ουίσκυ που αγοράζει κάθε φορά που πάει στην κάβα-
κατηφόρισε προς το εμπορικό κέντρο για να καθίσει στο κλιματιζόμενο καφέ,ίσως να φταίει που είμαι Ιχθείς ξανασκέφτηκε,ρέπω προς τη μελαγχολία και ερωτεύομαι μόνο πλατωνικά,για μια στιγμή σιχάθηκε τον εαυτό της μετά το ξανασκέφτηκε κάπως και δήλωσε ας με συμπαθήσω λίγο,τουλάχιστον έχω ζωηρές μπούκλες και καλή αίσθηση του χιούμορ,θα πουν πως φταίει πως δεν έκανα παιδι,δεν ήθελα παιδί να πηγαίνουμε τα καλοκαιρια στο χωριό, να αγοράζω για χάρη του φρέσκα αυγά και να στίβω πορτοκαλάδες,λες κι εγω ξέρω τι θέλω,όλα είναι μέσα μου σαν το θολό νερό στον κάδο του πλυντηρίου,δεν ερωτεύτηκα αρκετά και δεν με ερωτεύτηκαν,δεν ζήλεψα την Ιουλιέτα και την Καρένινα τι να κάνω,σκέφτηκε να καπνίσει ένα τσιγάρο και βγήκε από το εμπορικό κέντρο,αγόρασε ένα περιοδικό και χάθηκε ξανά στο βρώμικο βαγόνι-κάποια βραδιά,κάποια βραδιά επιτέλους θα ονειρευόταν.
Saturday, August 31, 2013
once in a blue moon is not enough
τα βράδια φυσούσε στην μικρή πόλη. ήταν ένας άνεμος βαρύς και γλυκός σαν γλυκό ταψιού στο σπίτι της μάγισσας που είχε φυλακισμένο το Χάνσελ και τη Γκρέτελ.
Οι άνθρωποι είχαν χάσει όμως τη μυρωδιά και την αίσθησή της-περιφέρονταν με φούξια νύχια και δέρμα μαυρισμένο συνδυασμένο με ψέυτικα χαμόγελα-το δέρμα και τα δόντια τους γυάλιζαν σχεδόν αφύσικα,σαν τα παρκέ περασμένων χρόνων.
τα βράδια που φυσούσε στη μικρή πόλη έβγαινα μόλις έπεφτε ο ήλιος και πουλούσα το χαμόγελό μου σαν μάγισσα.μερικοί αγόραζαν και μερικοί έκαναν παζάρια.το στόλιζα, κι ας ήταν λίγο λεκιασμένο,τραβηγμένο ίσως σαν ξεχειλωμένο στρίφωμα. είχα μια λουλουδάτη τσάντα με κόκκινη φόδρα και ξεχασμένα μικρά αντικείμενα.καμιά φορά φωτογράφιζα τον εαυτό μου αγέλαστο για να σε θυμάμαι-δεν ήταν συχνά.
τα βράδια εκείνα μπορεί και να αγαπούσα τους ανθρώπους, αλλά μπορεί και όχι-ήταν ένα καλοκαίρι χωρίς πυρετούς και έρωτες,ένα καλοκαίρι χωρίς άμμο, ένα καλοκαίρι που δεν άκουσα λαικά τραγούδια με ένα νοητό τσεμπέρι στο κεφάλι-ήταν όλα χρυσά και ψεύτικα και ανώδυνα σαν μερικές μνήμες,σαν φορεμένες υποσχέσεις.το πρώτο καλοκαίρι που δεν ονειρεύτηκα κεράσια και ροδάκινα,μόνο πεύκα και τη δροσιά του βουνού.
το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου οι τσιγγάνοι που κατασκήνωσαν στην αλάνα έσφαξαν ένα γουρούνι, οι κάτοικοι ενοχλήθηκαν.
έφυγαν άρον άρον,αλλά δεν ξέρω αν τελικά το ζώο φαγώθηκε.
Οι άνθρωποι είχαν χάσει όμως τη μυρωδιά και την αίσθησή της-περιφέρονταν με φούξια νύχια και δέρμα μαυρισμένο συνδυασμένο με ψέυτικα χαμόγελα-το δέρμα και τα δόντια τους γυάλιζαν σχεδόν αφύσικα,σαν τα παρκέ περασμένων χρόνων.
τα βράδια που φυσούσε στη μικρή πόλη έβγαινα μόλις έπεφτε ο ήλιος και πουλούσα το χαμόγελό μου σαν μάγισσα.μερικοί αγόραζαν και μερικοί έκαναν παζάρια.το στόλιζα, κι ας ήταν λίγο λεκιασμένο,τραβηγμένο ίσως σαν ξεχειλωμένο στρίφωμα. είχα μια λουλουδάτη τσάντα με κόκκινη φόδρα και ξεχασμένα μικρά αντικείμενα.καμιά φορά φωτογράφιζα τον εαυτό μου αγέλαστο για να σε θυμάμαι-δεν ήταν συχνά.
τα βράδια εκείνα μπορεί και να αγαπούσα τους ανθρώπους, αλλά μπορεί και όχι-ήταν ένα καλοκαίρι χωρίς πυρετούς και έρωτες,ένα καλοκαίρι χωρίς άμμο, ένα καλοκαίρι που δεν άκουσα λαικά τραγούδια με ένα νοητό τσεμπέρι στο κεφάλι-ήταν όλα χρυσά και ψεύτικα και ανώδυνα σαν μερικές μνήμες,σαν φορεμένες υποσχέσεις.το πρώτο καλοκαίρι που δεν ονειρεύτηκα κεράσια και ροδάκινα,μόνο πεύκα και τη δροσιά του βουνού.
το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου οι τσιγγάνοι που κατασκήνωσαν στην αλάνα έσφαξαν ένα γουρούνι, οι κάτοικοι ενοχλήθηκαν.
έφυγαν άρον άρον,αλλά δεν ξέρω αν τελικά το ζώο φαγώθηκε.
Monday, July 22, 2013
η πανσέληνος στον υδροχόο
ο κύριος στην καρέκλα λέει να τρως τέσσερα βερύκοκα την ημέρα για τις πανάδες,με ρωτάει ποια είναι η σημαία του πλοίου.δεν ξέρω μου φαίνεται πράσινη ή κίτρινη,φυσάει πολύ για να είμαι συγκεντρωμένη όπως πρέπει,το ρυάκι από κάτω ξεχειλίζει και ο άνεμος σπρώχνει τα νερά προς τα πάνω.Πανσέληνος.
τριγύρω μου μιλούν για φεστιβάλ και παραστάσεις,γυναίκες ισορροπούν σε ψηλά τακούνια όπως στο θέατρο, τα μαλλιά τους ανεμίζουν στον αέρα και χάνουν το τέλειο σχήμα τους,φέτος ξανά κοραλλί νύχια και η ρίζα που στις διακοπές σκουραίνει στις ξανθές,η μικρή με τα κόκκινα γυαλιά φόρεσε φακούς επαφής και ξεθάρρεψε,τα καστανά της μαλλιά φτάνουν μέχρι τη μέση της.δεν ξέρεις καν τι σε περιμένει θέλω να της πω μα την αφήνω ανυποψίαστη να κοιτάξει με ύφος τους τριγύρω της σαν να της ανήκουν.
μα κι εσύ θα υποταχτείς θέλω να φωνάξω.
στα βράχια τα παιδιά μαζεύουν καβούρια και τα κρατάνε στα χέρια τους.ένα θηλυκό καβουράκι άπλωνε τα αυγά της πάνω στο χέρι της μικρής που την κρατούσε με γρήγορους,βιαστικούς ρυθμούς και για ένα λεπτό μου φάνηκαν τοξικά και δηλητηριώδη,σαν ψυχές.
τριγύρω μου μιλούν για φεστιβάλ και παραστάσεις,γυναίκες ισορροπούν σε ψηλά τακούνια όπως στο θέατρο, τα μαλλιά τους ανεμίζουν στον αέρα και χάνουν το τέλειο σχήμα τους,φέτος ξανά κοραλλί νύχια και η ρίζα που στις διακοπές σκουραίνει στις ξανθές,η μικρή με τα κόκκινα γυαλιά φόρεσε φακούς επαφής και ξεθάρρεψε,τα καστανά της μαλλιά φτάνουν μέχρι τη μέση της.δεν ξέρεις καν τι σε περιμένει θέλω να της πω μα την αφήνω ανυποψίαστη να κοιτάξει με ύφος τους τριγύρω της σαν να της ανήκουν.
μα κι εσύ θα υποταχτείς θέλω να φωνάξω.
στα βράχια τα παιδιά μαζεύουν καβούρια και τα κρατάνε στα χέρια τους.ένα θηλυκό καβουράκι άπλωνε τα αυγά της πάνω στο χέρι της μικρής που την κρατούσε με γρήγορους,βιαστικούς ρυθμούς και για ένα λεπτό μου φάνηκαν τοξικά και δηλητηριώδη,σαν ψυχές.
Saturday, June 22, 2013
με ένα στιλέτο ανάμεσα στα δόντια σου
μακάρι να ήταν οι ζωές μας σελίδες και να τις σκίζαμε όπως όταν είμαστε θυμωμένοι.
θα ήμουν κι εγώ μια κόλλα στον κάλαθο στον αχρήστων μαζί με τα τσιγάρα και τα κουτιά από τα φάρμακα, τα αμέτρητα μπουκάλια νερού και τις αποδείξεις που ποτέ δεν μπαίνουν σε τάξη.και θα με πετούσες εσύ στο τέλος της μέρας ή θα βαριόσουν να με κατεβάσεις κάτω.
απόψε η νύχτα είναι γεμάτη δαιμόνια και προφήτες.μην κρίνετε για να μην κριθείτε.βλακείες.κόβω μαχαίρι άσχημες σκέψεις, παίζω με τα μαλλιά μου.
Θέλω να σου πω να πάμε μια βόλτα και ας πεις δεν θέλω.Θέλω να σου πω να πάμε ένα ταξίδι και ας πεις δεν θέλω.Μετά θα θέλω να σε βλέπω να φεύγεις και να χαίρομαι που στενοχωριέμαι και χαίρομαι ξανά-τουλάχιστον η υποκρισία σου αληθινή είναι.
Θέλω να σου λέω πως φοβάμαι και να κουνάς τους ώμους σου αδιάφορα,να μου αρνιέσαι την παραμικρή χαρά και να να ξέρω πως ανυπομονείς να δεις κάποια άλλη.
Να σκέφτεσαι πως σε κούρασα και πως φλυαρώ και πως είμαι καλή για λίγη ώρα,σαν διάλειμμα ή ένα γερό μεθύσι.και εγώ θα βλέπω πως με περιπαίζεις και θα φουσκώνω από χαρά και ηδονή.θα θέλω να σου δώσω μια γροθιά στο στόμα και μετά να σε φιλήσω σαν προδότης
και μετά να μου πεις τι όμορφη που είσαι
με αυτό το στιλέτο που κρατάς ανάμεσα στα δόντια σου
θα ήμουν κι εγώ μια κόλλα στον κάλαθο στον αχρήστων μαζί με τα τσιγάρα και τα κουτιά από τα φάρμακα, τα αμέτρητα μπουκάλια νερού και τις αποδείξεις που ποτέ δεν μπαίνουν σε τάξη.και θα με πετούσες εσύ στο τέλος της μέρας ή θα βαριόσουν να με κατεβάσεις κάτω.
απόψε η νύχτα είναι γεμάτη δαιμόνια και προφήτες.μην κρίνετε για να μην κριθείτε.βλακείες.κόβω μαχαίρι άσχημες σκέψεις, παίζω με τα μαλλιά μου.
Θέλω να σου πω να πάμε μια βόλτα και ας πεις δεν θέλω.Θέλω να σου πω να πάμε ένα ταξίδι και ας πεις δεν θέλω.Μετά θα θέλω να σε βλέπω να φεύγεις και να χαίρομαι που στενοχωριέμαι και χαίρομαι ξανά-τουλάχιστον η υποκρισία σου αληθινή είναι.
Θέλω να σου λέω πως φοβάμαι και να κουνάς τους ώμους σου αδιάφορα,να μου αρνιέσαι την παραμικρή χαρά και να να ξέρω πως ανυπομονείς να δεις κάποια άλλη.
Να σκέφτεσαι πως σε κούρασα και πως φλυαρώ και πως είμαι καλή για λίγη ώρα,σαν διάλειμμα ή ένα γερό μεθύσι.και εγώ θα βλέπω πως με περιπαίζεις και θα φουσκώνω από χαρά και ηδονή.θα θέλω να σου δώσω μια γροθιά στο στόμα και μετά να σε φιλήσω σαν προδότης
και μετά να μου πεις τι όμορφη που είσαι
με αυτό το στιλέτο που κρατάς ανάμεσα στα δόντια σου
Friday, June 21, 2013
΄τιποτε αλλο
τα μεσημέρια με όλες τις πόρτες κλειστές και την αντηλιά νιώθεις πιο ευάλωτη από ότι τη νύχτα. είναι αυτό το λευκό που σε τσακίζει στο μάτι.πίνω καφέ από ένα πορτοκαλί φλυτζάνι που άνηκε σε ένα σετ που ράγισε κατά κάθος.Έμεινε μόνο αυτό ίσως από λάθος.
Έχω μέρες να δω όνειρα να πω πως κάποιος μου στένει μήνυμα ή θέλει κάτι να μου πει.
Έντυσα ένα παλιό ημερολόγιο του 2000 με χαρτί περυτιλίγματος και το χαζεύω στο γραφείο.
Χτες που κατέβηκα ήμασταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Ήπια μια σοκολάτα που με πόνεσε στο στομάχι-στο μπαρ έβαλαν φώτα νέον γαλάζια και δεν μου άρεσαν, μα δεν είπα κάτι, ακόμα και να με ρωτήσουν δεν θα έλεγα κάτι, φαίνεται το γούστο μου είναι λειψό.
Έρχεται το τριήμερο και η θερινή ισημερία, στη βόρεια ευρώπη θα δέσουν κορδέλες στα μαλλιά και εγώ με κόπο θα σκεφτώ πως δεν είναι καλή ιδέα μια μακριά κορδέλα σαν σχοινί στο λαιμό.
Σταμάτα να σκέφτεσαι έτσι λέει μια φωνή μέσα μου.
Στρώσε το κρεβάτι σου και συνέχισε. Μου φάνηκε πως σε είδα στον αφρό των κυμάτων αλλά έκανα πάλι λάθος. Άλλη μια φορά και άλλη μια απάτη του ματιού. Ήταν μια γαλάζια πλαστική σακούλα που την έφερε ο βοριάς και τίποτε άλλο.
Έχω μέρες να δω όνειρα να πω πως κάποιος μου στένει μήνυμα ή θέλει κάτι να μου πει.
Έντυσα ένα παλιό ημερολόγιο του 2000 με χαρτί περυτιλίγματος και το χαζεύω στο γραφείο.
Χτες που κατέβηκα ήμασταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Ήπια μια σοκολάτα που με πόνεσε στο στομάχι-στο μπαρ έβαλαν φώτα νέον γαλάζια και δεν μου άρεσαν, μα δεν είπα κάτι, ακόμα και να με ρωτήσουν δεν θα έλεγα κάτι, φαίνεται το γούστο μου είναι λειψό.
Έρχεται το τριήμερο και η θερινή ισημερία, στη βόρεια ευρώπη θα δέσουν κορδέλες στα μαλλιά και εγώ με κόπο θα σκεφτώ πως δεν είναι καλή ιδέα μια μακριά κορδέλα σαν σχοινί στο λαιμό.
Σταμάτα να σκέφτεσαι έτσι λέει μια φωνή μέσα μου.
Στρώσε το κρεβάτι σου και συνέχισε. Μου φάνηκε πως σε είδα στον αφρό των κυμάτων αλλά έκανα πάλι λάθος. Άλλη μια φορά και άλλη μια απάτη του ματιού. Ήταν μια γαλάζια πλαστική σακούλα που την έφερε ο βοριάς και τίποτε άλλο.
Wednesday, June 19, 2013
ανεμίζοντας τα μπλεγμένα μαλλιά μας
άρα ειμαι η γυναίκα η μοιραία, η πρώτη η μετέπειτα κι όμως η τελευταία αναρωτιέται το ραδιόφωνο-όχι λέω εγώ, είμαι μια γυναίκα σαν τις άλλες που ξεσπάει τελευταία στα μαλλιά της, ξανθό 8.7 ανοιχτό μπεζ, ξανθό 9.3. ανακατεύω οξυζενέ και μια παχιά κρέμα που σκουραίνει σιγά σιγά και τα ανακατεύω με ένα πινέλο όπως όταν ανακατεύω φαγητό ή χτυπάω αυγά για κέικ.μετά απλώνω τα μαλλιά μου μια χημική πάστα και ψάχνω να δω διαφορά. blondes have more fun λενε.βάφω μόνο τις άκρες για να είμαι όπως στην ψυχή μου,διχασμένη.
Έξυπνη και χαζή, δοτική και στρίγγλα, ένα χαμόγελο και ένα σούφρωμα στα χείλη λύπης.
Η καλή και η κακή μεριά των 30-θα σκαρφαλώσω σε λίγο και την κακή.
Ήμουν πιο χαρούμενη με σκούρα μαλλιά κάποτε-τώρα ανοίγω, ανοίγω,θα ξεθωριάσω και θα ξεπλύνω. Μα και τώρα δεν είμαι ακριβώς λυπημένη.
Ο καιρός περνάει για μας όπως περνάει για τον υπόλοιπο κόσμο, γκρινιάζοντας, λέγοντας σαχλά αστεία, φλερτάροντας υποχθόνια, με τον φρέσκο πόνο στη μέση και στο γόνατο.
Κάνεις την έξυπνη λέω στον εαυτό μου, σταμάτα. Σταμάτα να κάνεις την έξυπνη πια,κανένας δεν σε ακούει στα αλήθεια,νομίζεις πως σε ακούνε.
Τα 8 μποφωρ στο μπαλκόνι μου χτυπάνε συνθηματικά το τζάμι και χτυπάνε το πατζούρι σαν πνεύματα. Ακόμα εδώ λένε,σε πείσμα της ηρεμίας και της νηνεμίας.
Και για τιμωρία μας κλείνουν στο σπίτι να τα ακούμε και να συλλογιζόμαστε, πόσο άγρια είναι όταν θέλει η θάλασσα, πως πονάνε τα χέρια σου ανοίγοντας και σπρώχνοντας την εξώπορτα.Μα είμαστε δυνατά και εδώ κάθε καλοκαίρι σαν κι εσένα μου λένε.Μπορεί να γκρινιάζουμε για τον δυνατό αέρα και την τρικυμία μα τα αποζητούμε-ο βοριάς και οι κυκλάδες ένα ζευγάρι ταιριαστό,στέρεο,αέναο.
Πριν κοιμηθώ, όταν κάνω μπάνιο,είμαι η μόνη γυναίκα στον κόσμο.
Έξυπνη και χαζή, δοτική και στρίγγλα, ένα χαμόγελο και ένα σούφρωμα στα χείλη λύπης.
Η καλή και η κακή μεριά των 30-θα σκαρφαλώσω σε λίγο και την κακή.
Ήμουν πιο χαρούμενη με σκούρα μαλλιά κάποτε-τώρα ανοίγω, ανοίγω,θα ξεθωριάσω και θα ξεπλύνω. Μα και τώρα δεν είμαι ακριβώς λυπημένη.
Ο καιρός περνάει για μας όπως περνάει για τον υπόλοιπο κόσμο, γκρινιάζοντας, λέγοντας σαχλά αστεία, φλερτάροντας υποχθόνια, με τον φρέσκο πόνο στη μέση και στο γόνατο.
Κάνεις την έξυπνη λέω στον εαυτό μου, σταμάτα. Σταμάτα να κάνεις την έξυπνη πια,κανένας δεν σε ακούει στα αλήθεια,νομίζεις πως σε ακούνε.
Τα 8 μποφωρ στο μπαλκόνι μου χτυπάνε συνθηματικά το τζάμι και χτυπάνε το πατζούρι σαν πνεύματα. Ακόμα εδώ λένε,σε πείσμα της ηρεμίας και της νηνεμίας.
Και για τιμωρία μας κλείνουν στο σπίτι να τα ακούμε και να συλλογιζόμαστε, πόσο άγρια είναι όταν θέλει η θάλασσα, πως πονάνε τα χέρια σου ανοίγοντας και σπρώχνοντας την εξώπορτα.Μα είμαστε δυνατά και εδώ κάθε καλοκαίρι σαν κι εσένα μου λένε.Μπορεί να γκρινιάζουμε για τον δυνατό αέρα και την τρικυμία μα τα αποζητούμε-ο βοριάς και οι κυκλάδες ένα ζευγάρι ταιριαστό,στέρεο,αέναο.
Πριν κοιμηθώ, όταν κάνω μπάνιο,είμαι η μόνη γυναίκα στον κόσμο.
Sunday, June 09, 2013
σε πείσμα των καιρών και των νερών
ολη την ημέρα καθαρίζω σκόνες και χώματα.μια σκλήθρα μπήκε στο χέρι μου, μια τόση δα ακίδα από μια σκούπα.είναι κάτω από το δέρμα και το ερεθίζει σε δύσκολο σημείο.δεν μπορώ να τη βγάλω και πονάω όπως πάντα, ήσυχα και χωρίς ιδιαίτερο παράπονο.
στο λιμάνι με τρατάρουν βουτήματα, έχει γεύση χημικής μπανάνας και μου φέρνει λίγο ναυτία. μου δίνει άλλος ένας μαγαζάτορας ένα τόσο δα,ροζ γαρυφαλάκι. Γαρύφαλλο στο αυτί τραγουδάει.
για να με γνωρίζεις ανάμεσα στο πλήθος ένα γαρύφαλο στα δόντια-κι αν χιονίζει και αν βρέχει το αγριολούλουδο αντέχει.πόσο μάλλον το αγριόχορτο, το ζιζάνιο.αλλά μπορεί και στο πλήθος όλοι να έχουμε κάπου ένα λουλούδι και ας μη φαίνεται.στο στήθος, στον αγκώνα, κάπου ζωγραφισμένο. Ή πληγωμένο πολύ.
το χωριό μου είναι αφρόντιστο και λυπημένο. θέλω να ζωηρέψω τα βράχια του,τις πλάκες του, να αφήσω χρώμα να τρέξει απ τα χέρια.
καπνίζω ένα τσιγάρο στο παράθυρο-κάποιος με χαιρετάει στο δρόμο και δεν τον αναγνωρίζω.δεν θελω να έχω χρόνο να μου λείπεις, ούτε να με φαντάζεσαι καν.
και ερήμωσαν τα σπίτια μας και οι καρδιές μας,ας κάνουμε όμως λίγο τους ανήξερους.ας παραπονεθούμε για τα κουνούπια και τα δρομολόγια. ας κάνουμε πως αυτά είναι πως μας πειράζουν, γιατί αν πούμε αλήθειες,κανέναν μας δεν θα συμφέρει.
στο λιμάνι με τρατάρουν βουτήματα, έχει γεύση χημικής μπανάνας και μου φέρνει λίγο ναυτία. μου δίνει άλλος ένας μαγαζάτορας ένα τόσο δα,ροζ γαρυφαλάκι. Γαρύφαλλο στο αυτί τραγουδάει.
για να με γνωρίζεις ανάμεσα στο πλήθος ένα γαρύφαλο στα δόντια-κι αν χιονίζει και αν βρέχει το αγριολούλουδο αντέχει.πόσο μάλλον το αγριόχορτο, το ζιζάνιο.αλλά μπορεί και στο πλήθος όλοι να έχουμε κάπου ένα λουλούδι και ας μη φαίνεται.στο στήθος, στον αγκώνα, κάπου ζωγραφισμένο. Ή πληγωμένο πολύ.
το χωριό μου είναι αφρόντιστο και λυπημένο. θέλω να ζωηρέψω τα βράχια του,τις πλάκες του, να αφήσω χρώμα να τρέξει απ τα χέρια.
καπνίζω ένα τσιγάρο στο παράθυρο-κάποιος με χαιρετάει στο δρόμο και δεν τον αναγνωρίζω.δεν θελω να έχω χρόνο να μου λείπεις, ούτε να με φαντάζεσαι καν.
και ερήμωσαν τα σπίτια μας και οι καρδιές μας,ας κάνουμε όμως λίγο τους ανήξερους.ας παραπονεθούμε για τα κουνούπια και τα δρομολόγια. ας κάνουμε πως αυτά είναι πως μας πειράζουν, γιατί αν πούμε αλήθειες,κανέναν μας δεν θα συμφέρει.
Monday, June 03, 2013
μέδουσα
εγώ είμαι το καλοκαίρι-τα γαλάζια υγρά θαλάσσια όνειρα, φέτος όμως το μαγιώ μου είναι σκούρο και αυστηρό για να μου μοιάζει με σοκολατί ρίγες να καλύπτουν τις πληγές τις μέσα και να τις φυλακίζουν.Να μην τις βλέπει κανένας και να μην τις υποπτεύεται.
και από πάνω πουκάμισο που στο πλύσιμο έχει αλλάξει χρώμα να είναι μουντό, δύσκολο,φτηνό.
η θάλασσα ακόμα είναι κρύα και με πονάει-δεν μπορώ πάνω από 5 λεπτά, βγαίνω τρέμοντας, χαιρετάω το αλμυρίκι της παραλίας σαν να είμαστε παλιοί φίλοι, ο νοτιάς που τα κορίτσια παγώνει. τα αφελή κορίτσια στις παραλίες που συνήθως πατάνε αχινούς και γλιστράνε στα βράχια, που παθαίνουν εγκαύματα και χαλάνε τις διακοπές των υπόλοιπων.
βρήκα ένα κομμάτι από παλιό σερβίτσιο γαλάζιο και λευκό και το άφησα στη θέση του.
τα χρόνια που μάζευα βότσαλα και κοχύλια είναι περασμένα-μπορεί και να ήρθε από ένα σπίτι σαν το δικό μου, που στενάζει από το βάρος και τα μπλε κάγκελα ξερνάνε μπογιά,ξεφλουδίζουν σαν δέρμα μετά από έγκαυμα και δεν σε αφήνει να κοιμηθείς.
μια μέρα θα βουτήξω στο νερό και δεν θα ξαναβγώ στην επιφάνεια.τα πνευμόνια μου θα είναι κοράλια και ύφαλοι. τα ψάρια θα βγαίνουν από το στόμα μου χαρωπά και τα μαλλιά μου θα μεγαλώνουν σαν της Μέδουσας και θα πετρώνουν τους αντιπάλους.
και από πάνω πουκάμισο που στο πλύσιμο έχει αλλάξει χρώμα να είναι μουντό, δύσκολο,φτηνό.
η θάλασσα ακόμα είναι κρύα και με πονάει-δεν μπορώ πάνω από 5 λεπτά, βγαίνω τρέμοντας, χαιρετάω το αλμυρίκι της παραλίας σαν να είμαστε παλιοί φίλοι, ο νοτιάς που τα κορίτσια παγώνει. τα αφελή κορίτσια στις παραλίες που συνήθως πατάνε αχινούς και γλιστράνε στα βράχια, που παθαίνουν εγκαύματα και χαλάνε τις διακοπές των υπόλοιπων.
βρήκα ένα κομμάτι από παλιό σερβίτσιο γαλάζιο και λευκό και το άφησα στη θέση του.
τα χρόνια που μάζευα βότσαλα και κοχύλια είναι περασμένα-μπορεί και να ήρθε από ένα σπίτι σαν το δικό μου, που στενάζει από το βάρος και τα μπλε κάγκελα ξερνάνε μπογιά,ξεφλουδίζουν σαν δέρμα μετά από έγκαυμα και δεν σε αφήνει να κοιμηθείς.
μια μέρα θα βουτήξω στο νερό και δεν θα ξαναβγώ στην επιφάνεια.τα πνευμόνια μου θα είναι κοράλια και ύφαλοι. τα ψάρια θα βγαίνουν από το στόμα μου χαρωπά και τα μαλλιά μου θα μεγαλώνουν σαν της Μέδουσας και θα πετρώνουν τους αντιπάλους.
Friday, May 17, 2013
συγχώρεση κλπ
και δεν είναι αυτό το οξύμωρο της μουντάδας του Μαιου, που αντί για λεμονάδες και ποτά ακόμα φτιάχνεις τσάι και ακούς τον ήχο του βραστήρα και κόβεις το λεμόνι με υπομονή ως το λαιμό, ως το λαιμό και δεν ξέρω τι θα φέρει ένα τσακ παραπάνω, ειλικρινά δεν ξέρω τι θα φέρει αυτό το παραπάνω, δεν είναι που τα ρούχα σου είναι στο νιπτήρα και δεν μπορείς να αποφασίσεις τι να κάνεις,γιατί δεν έχεις όρεξη να πλένεις αλλά δεν έχεις το κουράγιο να τα βάλεις στο πλυντήριο γιατί είσαι τόσο κουρασμένη και απλά ανάβεις ένα τσιγάρο ακόμα στο μπάνιο και λες ας περιμένει λιγο ακόμα και η αξιοπρέπειά μου και η ανωτερότητά μου γιατί αυτά και αν με έχουν κουράσει και είσαι πολύ μεγάλη να πάρεις τη μαμά σου και να πεις θέλω να μου φτιάξεις τσάι όπως παλιά και να με σκεπάσεις αλλά δε μπορώ να σου πω αυτά που έχω να σου πω θα σε τρομάξω και μετά φοβαμαι όταν εσύ κλαις
και ακούς τσιτσάνη και λες κι εσύ τι σήμερα τι αύριο τι τώρα,δένεις τη σακούλα με τα σκουπίδια για να την κατεβάσεις θα προτιμούσες να την κλωτσήσεις με νεύρα αλλά πλένεις τα χέρια σου και βάζεις μια καινούρια, τι σήμερα τι αύριο τι τώρα ας παραδεχτούμε πως είμαστε μόνοι και ψάχνουμε σχεδίες, ας παραδεχτούμε πως ζηλεύουμε τις ομορφότερες γυναίκες και πως θέλουμε μια καλύτερη ζωή,κάτι άλλο εκτός από αυτό, αυτό που νιώθουμε τώρα που είναι γλιστερό σαν μαλάκιο και πικρό, πικρό σαν τη θλίψη του έρωτα που χάθηκε, ας παραδεχτούμε πως συγχωρούμε τους άλλους μα ποτέ τον εαυτό μας
και ακούς τσιτσάνη και λες κι εσύ τι σήμερα τι αύριο τι τώρα,δένεις τη σακούλα με τα σκουπίδια για να την κατεβάσεις θα προτιμούσες να την κλωτσήσεις με νεύρα αλλά πλένεις τα χέρια σου και βάζεις μια καινούρια, τι σήμερα τι αύριο τι τώρα ας παραδεχτούμε πως είμαστε μόνοι και ψάχνουμε σχεδίες, ας παραδεχτούμε πως ζηλεύουμε τις ομορφότερες γυναίκες και πως θέλουμε μια καλύτερη ζωή,κάτι άλλο εκτός από αυτό, αυτό που νιώθουμε τώρα που είναι γλιστερό σαν μαλάκιο και πικρό, πικρό σαν τη θλίψη του έρωτα που χάθηκε, ας παραδεχτούμε πως συγχωρούμε τους άλλους μα ποτέ τον εαυτό μας
Sunday, May 12, 2013
δέντρα
καθε βραδυ μόνη μου τραγουδάω τη συννεφιασμένη Κυριακή, ανεβάζω το διακόπτη του μπάνιου τα ράφια είναι πλαστικά και ευτελή και το φως με χλωμαίνει,συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου, λέω καθημερινά πράγματα στο τηλέφωνο, τετριμμένα, βγήκαν οι ρίζες πάλι και βαριέμαι, κι όμως στα πεζοδρόμια τα απογεύματα είμαι ευτυχισμένη κάπως, χαμογελάω και ίσως να μην το καταλαβαίνω.
μικρή νόμιζα πως είμαι μάγισσα και προκαλώ το κακό.
μπορεί να είμαι και ακόμα.
περιμένω να με ρωτήσεις που έκαψα το χέρι μου αν έβαλα betadine να προσέχω επιτέλους με τα καψίματα μα εσύ με καις θέλω να απαντήσω εσύ και δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό μου λες πάλι να ίδια συζητάμε σηκώνω τους ώμους
θέλω να πω είμαι πολυ κουρασμένη τα πόδια μου δεν με κρατάνε μα λέω είμαι γερή σαν δέντρο μερικά ζουν για χρόνια σταθερά θέλουν να αγγίξουν τον ουρανό ίσως και να είναι πιο όμορφα έτσι μονότονα και σκεφτικά.κανένα δέντρο δεν μοιάζει με άλλο.και καίγονται όμορφα σαν εμένα,κάπως.
και έτσι ίσως να γίνομαι λιγότερο κακιά λιγότερο χολή λιγότερο λάσπη λιγότερο ύποπτη
μικρή νόμιζα πως είμαι μάγισσα και προκαλώ το κακό.
μπορεί να είμαι και ακόμα.
περιμένω να με ρωτήσεις που έκαψα το χέρι μου αν έβαλα betadine να προσέχω επιτέλους με τα καψίματα μα εσύ με καις θέλω να απαντήσω εσύ και δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό μου λες πάλι να ίδια συζητάμε σηκώνω τους ώμους
θέλω να πω είμαι πολυ κουρασμένη τα πόδια μου δεν με κρατάνε μα λέω είμαι γερή σαν δέντρο μερικά ζουν για χρόνια σταθερά θέλουν να αγγίξουν τον ουρανό ίσως και να είναι πιο όμορφα έτσι μονότονα και σκεφτικά.κανένα δέντρο δεν μοιάζει με άλλο.και καίγονται όμορφα σαν εμένα,κάπως.
και έτσι ίσως να γίνομαι λιγότερο κακιά λιγότερο χολή λιγότερο λάσπη λιγότερο ύποπτη
Saturday, May 11, 2013
διαδρομές
και ίσως το πρόβλημα να είναι πως πάντα γυρνάς,γυρνάς πίσω, μπαίνεις με τις σκισμένες σου τσάντες στο σπίτι και λες ουφ, κάνεις έναν καφέ που έχει γεύση ασβέστη,αφηρημένα βγαίνεις στο μπαλκόνι και λες πως μαζεύτηκε πάλι η σκουριά, κανονίζεις ραντεβού με γιατρούς και πας σε υπηρεσίες
και στο κεφάλι σου η ίδια απορία και αυτή η πίκρα στο στόμα. μερικοί άνθρωποι ίσως και να μην γίνουν χαρούμενοι. μπορεί να είμαι και από αυτούς.μπορεί να με θες και εσύ έτσι.ίσως.
να θες να είμαι θλιμμένη για να νιώθεις εσύ υπέυθυνος, να ξέρεις πως είμαι πάντα στο σπίτι να μην με γνωρίζουν οι δικοί σου άνθρωποι να είμαι ένα δακρυσμένο μυστικό ένα μεγάλο ερωτηματικό ένα αίνιγμα μόνο δικό σου να το λύνεις να το δένεις μόνο εσύ να ξέρεις μόνο εσύ τα καρώ τραπεζομάντιλά μου τα απορρυπαντικά μου το σφουγγάρι μου τα ραγισμένα μου φλυτζάνια.και τον καφέ που έχει γεύση ασβέστη.
και σου αρέσει που θυμώνω και κοιμάμαι θυμωμένη.
μα i rise σκέφτομαι στο μπαλκόνι.γίνομαι ψηλότερη και χλωμότερη βλέπω πάνω από τους δρόμους. και στις πόλεις και στη γκριζάδα, στον ανελέητο ήλιο, στα κατεβασμένα στόματα, ίσως και να περιφέρεις τη θλίψη σου σαν παράσημο γενναιότητας, η θλίψη μου, η δική σου, η θλίψη των δικών σου ανθρώπων μαζεμένη φωλιασμένη σε ένα στόμα, σε μια καρδιά, σε ενα στέρνο.
και στο κεφάλι σου η ίδια απορία και αυτή η πίκρα στο στόμα. μερικοί άνθρωποι ίσως και να μην γίνουν χαρούμενοι. μπορεί να είμαι και από αυτούς.μπορεί να με θες και εσύ έτσι.ίσως.
να θες να είμαι θλιμμένη για να νιώθεις εσύ υπέυθυνος, να ξέρεις πως είμαι πάντα στο σπίτι να μην με γνωρίζουν οι δικοί σου άνθρωποι να είμαι ένα δακρυσμένο μυστικό ένα μεγάλο ερωτηματικό ένα αίνιγμα μόνο δικό σου να το λύνεις να το δένεις μόνο εσύ να ξέρεις μόνο εσύ τα καρώ τραπεζομάντιλά μου τα απορρυπαντικά μου το σφουγγάρι μου τα ραγισμένα μου φλυτζάνια.και τον καφέ που έχει γεύση ασβέστη.
και σου αρέσει που θυμώνω και κοιμάμαι θυμωμένη.
μα i rise σκέφτομαι στο μπαλκόνι.γίνομαι ψηλότερη και χλωμότερη βλέπω πάνω από τους δρόμους. και στις πόλεις και στη γκριζάδα, στον ανελέητο ήλιο, στα κατεβασμένα στόματα, ίσως και να περιφέρεις τη θλίψη σου σαν παράσημο γενναιότητας, η θλίψη μου, η δική σου, η θλίψη των δικών σου ανθρώπων μαζεμένη φωλιασμένη σε ένα στόμα, σε μια καρδιά, σε ενα στέρνο.
Saturday, May 04, 2013
κηλίδες χρώματος ιωδίου
σπίτι με ανακατωμένα συρτάρια και περσινή άμμο και κοχύλια στις τσάντες-κάνω την απασχολημένη με τα συρταρια μου και τις ντουλάπες ακούγοντας λειτουργίες κάθε απόγευμα και πίνοντας μπαγιάτικα τσάγια.μετά ντύνομαι και κατεβαίνω για να χαμογελάσω σε κάποιον.σε οποιονδήποτε.
φουσκώνω τα μαλλιά μου και βάφομαι σαν την ισμήνη του ρίτσου-για να κρατηθώ στη γη βαραίνομαι με ρούχα,για κανέναν άλλο λόγο.
ο κόσμος είναι κακός ακούω από παρέες.κοιτάω πίσω από τον ώμο μου και βλέπω τη μορφή σου στα μαύρα-αντίθεση με τις λευκές σου τρίχες.θα ήθελα να με δεις με τη λευκή μου μπλούζα και την μπεζ ριγέ μου φούστα-μοιάζω με ανάμικτο παγωτό έτοιμο για φάγωμα μα εσύ δε με θες και είναι κρίμα.
που να είσαι άραγε? με μια καινούρια αγάπη, ξαπλωμένος μαζί της σε τσαλακωμένα σεντόνια? μόνος με αντίπαλο έναν καθρέφτη χτυπώντας μνήμες?
είμαι χαρούμενη λέω,είμαι χαρούμενη και σχεδόν το πιστεύω.αυτό το σχεδόν που κάνει όλη τη διαφορά.σχεδόν ερωτευμένη και σχεδόν νέα.σχεδόν όμορφη και σχεδόν υγιής-αν και απλώνεσαι καμιά φορά σαν κηλίδα σε ενα μεγάλο μέρος του μυαλού μου και με θολώνεις-χρώματος του ιωδίου που θεραπεύει και βάφει,βάφει τις ίνες του μυαλού και κιτρινίζει με το χρόνο.
φουσκώνω τα μαλλιά μου και βάφομαι σαν την ισμήνη του ρίτσου-για να κρατηθώ στη γη βαραίνομαι με ρούχα,για κανέναν άλλο λόγο.
ο κόσμος είναι κακός ακούω από παρέες.κοιτάω πίσω από τον ώμο μου και βλέπω τη μορφή σου στα μαύρα-αντίθεση με τις λευκές σου τρίχες.θα ήθελα να με δεις με τη λευκή μου μπλούζα και την μπεζ ριγέ μου φούστα-μοιάζω με ανάμικτο παγωτό έτοιμο για φάγωμα μα εσύ δε με θες και είναι κρίμα.
που να είσαι άραγε? με μια καινούρια αγάπη, ξαπλωμένος μαζί της σε τσαλακωμένα σεντόνια? μόνος με αντίπαλο έναν καθρέφτη χτυπώντας μνήμες?
είμαι χαρούμενη λέω,είμαι χαρούμενη και σχεδόν το πιστεύω.αυτό το σχεδόν που κάνει όλη τη διαφορά.σχεδόν ερωτευμένη και σχεδόν νέα.σχεδόν όμορφη και σχεδόν υγιής-αν και απλώνεσαι καμιά φορά σαν κηλίδα σε ενα μεγάλο μέρος του μυαλού μου και με θολώνεις-χρώματος του ιωδίου που θεραπεύει και βάφει,βάφει τις ίνες του μυαλού και κιτρινίζει με το χρόνο.
Thursday, May 02, 2013
περιγραφές ανθρώπων, Ι
απότομα ζέστανε και δεν ξέρει πως να το πει δυνατά.Καλοκαίριασε, μεγάλωσε η μέρα? Πως γίνεται να έχεις τη λέξη στη γλώσσα και να μην μπορείς να βγάλεις αυτό που θες να πεις?
Θέλω να πάω στη θάλασσα και ας μην ξέρω να κολυμπάω ίσως.
Επίσης θέλει να πει, είμαι μια μεγάλη γυναίκα. Ζηλεύω τις κοπέλες που χαζολογούν στα μαγαζιά με τα φτηνοραμμένα ρούχα από ασιάτες ράφτες. Ζηλεύω τα κορίτσια με τα ανοιξιάτικα φουστάνια και τα κόκκινα νύχια στα ιντελλεκτουέλ καφέ που πασάρουν τζαζ και ψεύτικη σπιτική ατμόσφαιρα με γλυκά από κέτερινγκ.
Φοιτήτριες, άνεργες που σουλατσάρουν με τα αγόρια τους, μαθήτριες, σχεδιάζουν διακοπές σε εξοχικά φίλων και με κοροιδεύουν. όχι πως μου δίνουν ιδιαίετερη σημασία δηλαδή,αλλά βλέπουν μια γυναίκα κακοχτενισμένη με κραγιόν που δεν την κολακεύει αλλά το χρώμα της αρέσει και το φοράει έτσι κι αλλιώς και πόρους γεμάτους λίπος ας μην το συζητάμε άλλο ας συγκεντρωθούμε στα θετικά
ακόμα και η φαρμακοποιός μου με λυπάται όταν αγοράζω τα ταβόρ θέλει να μου δώσει δείγματα από κρέμες τα παίρνω και τα χαρίζω στο κοριτσάκι εκείνου που καθαρίζει τις σκάλες και την φέρνει μαζί είναι τεσσάρων χρονών της λέω πάρε να κάνεις μπάνιο την κούκλα σου της είπε ευχαριστώ κυρία.
κυρία.
αχ δεν ξέρεις ακόμα τι πάει να πει ανεκπλήρωτος έρωτας θέλει να της πει να τον περιμένεις πλυμένη χτενισμένη με την κολώνια που φορούσε η μάνα της πριν πεθάνει και της άφησε να καθαρίζεις βεράντες για να πιειίτε τον καφέ σας και να μην έρχεται να λέει κάποια άλλη φορά θα σε δω για ώρα δεν θέλω να σε βλέπω έτσι στα βιαστικά
πάρε κοριτσάκι μου τα βραχιολάκια που θα έδινα στο βαφτιστήρι μου, αν μου ζητούσαν να βαφτίσω ένα παιδάκι θέλει να πει πες στον μπαμπά σου να σε πάει στη θάλασσα να σε μάθει να κολυμπάς να σε βάλει να περπατήσεις σε άμμο και βότσαλα να μην γνωρίσεις ανεκπλήρωτο έρωτα και ανεκπλήρωτη φιλία να μην είναι η μόνη γνωστή σου η φαρμακοποιός σου
να χαιδέψεις κάποιου το μάγουλο και να σου λέει δεν σε χορταίνω είσαι το λιμάνι μου και άδεια,άδεια κλισέ και να χαίρεσαι.να χαίρεσαι πολυ.
Θέλω να πάω στη θάλασσα και ας μην ξέρω να κολυμπάω ίσως.
Επίσης θέλει να πει, είμαι μια μεγάλη γυναίκα. Ζηλεύω τις κοπέλες που χαζολογούν στα μαγαζιά με τα φτηνοραμμένα ρούχα από ασιάτες ράφτες. Ζηλεύω τα κορίτσια με τα ανοιξιάτικα φουστάνια και τα κόκκινα νύχια στα ιντελλεκτουέλ καφέ που πασάρουν τζαζ και ψεύτικη σπιτική ατμόσφαιρα με γλυκά από κέτερινγκ.
Φοιτήτριες, άνεργες που σουλατσάρουν με τα αγόρια τους, μαθήτριες, σχεδιάζουν διακοπές σε εξοχικά φίλων και με κοροιδεύουν. όχι πως μου δίνουν ιδιαίετερη σημασία δηλαδή,αλλά βλέπουν μια γυναίκα κακοχτενισμένη με κραγιόν που δεν την κολακεύει αλλά το χρώμα της αρέσει και το φοράει έτσι κι αλλιώς και πόρους γεμάτους λίπος ας μην το συζητάμε άλλο ας συγκεντρωθούμε στα θετικά
ακόμα και η φαρμακοποιός μου με λυπάται όταν αγοράζω τα ταβόρ θέλει να μου δώσει δείγματα από κρέμες τα παίρνω και τα χαρίζω στο κοριτσάκι εκείνου που καθαρίζει τις σκάλες και την φέρνει μαζί είναι τεσσάρων χρονών της λέω πάρε να κάνεις μπάνιο την κούκλα σου της είπε ευχαριστώ κυρία.
κυρία.
αχ δεν ξέρεις ακόμα τι πάει να πει ανεκπλήρωτος έρωτας θέλει να της πει να τον περιμένεις πλυμένη χτενισμένη με την κολώνια που φορούσε η μάνα της πριν πεθάνει και της άφησε να καθαρίζεις βεράντες για να πιειίτε τον καφέ σας και να μην έρχεται να λέει κάποια άλλη φορά θα σε δω για ώρα δεν θέλω να σε βλέπω έτσι στα βιαστικά
πάρε κοριτσάκι μου τα βραχιολάκια που θα έδινα στο βαφτιστήρι μου, αν μου ζητούσαν να βαφτίσω ένα παιδάκι θέλει να πει πες στον μπαμπά σου να σε πάει στη θάλασσα να σε μάθει να κολυμπάς να σε βάλει να περπατήσεις σε άμμο και βότσαλα να μην γνωρίσεις ανεκπλήρωτο έρωτα και ανεκπλήρωτη φιλία να μην είναι η μόνη γνωστή σου η φαρμακοποιός σου
να χαιδέψεις κάποιου το μάγουλο και να σου λέει δεν σε χορταίνω είσαι το λιμάνι μου και άδεια,άδεια κλισέ και να χαίρεσαι.να χαίρεσαι πολυ.
Tuesday, April 30, 2013
της μεγάλης τρίτης
τόσα τροπάρια για γυναίκες που ξεστράτισαν, αμαρτωλές που έγιναν αθώες,που έκλαψαν για τα λάθη και τις αμαρτίες τους, μια μέρα της μεγάλης εβδομάδας αφιερωμένη στη βρώμικη σάρκα τους που με πίστη και μετάνοια καθαρίστηκαν, φτωχές ρακένδυτες και στεγνωμένες
στεγνωμένες από πόθο κουρασμένες από φιλιά και ξενύχτια δίπλα σε σώματα γνωστών και αγνώστων να καίγονται από θλίψη
γιατί κάποτε ήταν νέες
γιατί κάποτε ποθούσαν ένα σώμα.ίσως και παραπάνω.γιατί ποθούσαν τη μέθη των φιλιών.
γιατί για μια στιγμή είδαν την αλήθεια-και μετά δεν την ηθελαν πια,και τις γύρισαν την πλάτη
και σας βολεύει να ζητάμε για συγχώρεση
θέλετε να σας κοιτάμε με μάτια βουρκωμένα για μια χαμένη vagina intacta
την ίδια στιγμή που το δικό σας σπέρμα τρέχει από τα μπούτια μας
στεγνωμένες από πόθο κουρασμένες από φιλιά και ξενύχτια δίπλα σε σώματα γνωστών και αγνώστων να καίγονται από θλίψη
γιατί κάποτε ήταν νέες
γιατί κάποτε ποθούσαν ένα σώμα.ίσως και παραπάνω.γιατί ποθούσαν τη μέθη των φιλιών.
γιατί για μια στιγμή είδαν την αλήθεια-και μετά δεν την ηθελαν πια,και τις γύρισαν την πλάτη
και σας βολεύει να ζητάμε για συγχώρεση
θέλετε να σας κοιτάμε με μάτια βουρκωμένα για μια χαμένη vagina intacta
την ίδια στιγμή που το δικό σας σπέρμα τρέχει από τα μπούτια μας
Sunday, April 28, 2013
ninfeo mio
φοράω άρωμα ninfeo mio στη θάλασσα.η θάλασσα είναι κρύα με καθαρή άμμο και σημάδια από μαύρα φύκια.τα βράδια η θάλασσα δεν νιωθει μοναξιά. περνάμε ένα παρηκμασμενο μέρος με τροχόσπιτα,είναι ακόμα νωρίς, δεν έχουν ακόμα ξυπνήσει οι λουόμενοι,θα καταφθάσουν αργότερα με τα αντιηλιακά τους και τις κυριακάτικες εφημερίδες τους.
προς το παρόν μια κυριακάτικη σιωπή.σαρωνίδα,λαγονήσι.
η ζωή μου σαν κακοφωτισμένη ταινία του '60, στην άσφαλτο-κανένα κύμα, τα νησάκια λέγονται φλέβες θυμάμαι από πολύ παλιά, ποιος βασίλευε τα αρχαία χρόνια στη σαρωνίδα και το λαγονήσι?ο ποσειδώνας που ταλαιπώρησε τον οδυσσέα?
υπήρχε όμως και κάποιος βασιλιάς, υπήρχε βασίλισσα,είχαν παιδιά?
αν υπήρχαν μπορεί και σήμερα να έρχονται και να τρώνε στις εξοχικές ταβέρνες και τα κακοχτισμένα εκτρώματα-ποιος αντιστάθηκε στην κακογουστιά της κυριακής,μάλλον κανένας.
τα βράδια οι γοργόνες βγαίνουν στην ακρογιαλιά και πουλάνε χάντρες-
λίγοι τολμούν να βουτήξουν ακόμα-κάνουν εκφράσεις πόνου ή τους γενναίους, καταφέρνω μερικές απλωτές στα ρηχά, το μούδιασμα στα πόδια μου γνωστό και ο αέρας γύρω μου λέει περνάμε όλοι σαν την αμμο μα ελάχιστοι,ελάχιστοι μένουν.
προς το παρόν μια κυριακάτικη σιωπή.σαρωνίδα,λαγονήσι.
η ζωή μου σαν κακοφωτισμένη ταινία του '60, στην άσφαλτο-κανένα κύμα, τα νησάκια λέγονται φλέβες θυμάμαι από πολύ παλιά, ποιος βασίλευε τα αρχαία χρόνια στη σαρωνίδα και το λαγονήσι?ο ποσειδώνας που ταλαιπώρησε τον οδυσσέα?
υπήρχε όμως και κάποιος βασιλιάς, υπήρχε βασίλισσα,είχαν παιδιά?
αν υπήρχαν μπορεί και σήμερα να έρχονται και να τρώνε στις εξοχικές ταβέρνες και τα κακοχτισμένα εκτρώματα-ποιος αντιστάθηκε στην κακογουστιά της κυριακής,μάλλον κανένας.
τα βράδια οι γοργόνες βγαίνουν στην ακρογιαλιά και πουλάνε χάντρες-
λίγοι τολμούν να βουτήξουν ακόμα-κάνουν εκφράσεις πόνου ή τους γενναίους, καταφέρνω μερικές απλωτές στα ρηχά, το μούδιασμα στα πόδια μου γνωστό και ο αέρας γύρω μου λέει περνάμε όλοι σαν την αμμο μα ελάχιστοι,ελάχιστοι μένουν.
Saturday, April 27, 2013
γκρίζος σαν καπνός και επίμονος σαν ατσάλι
βάζω στην τσάντα μου 2 μπλε βαμβακερά πουλόβερ. Κυριακή του Λαζάρου με πρώιμες ζέστες, το πρώτο παγωτό της χρονιάς είναι αλμυρή καραμέλα, η μεγάλη εβομάδα θα περάσει χωρίς παγωτό σε μια Ιερουσαλήμ που όλο μπαίνουμε και περπατάμε μέσα σε μεγάλα πλήθη μα μόνοι, μόνοι ο καθένας στο θάνατό μας, με επευφημισμούς ή με κατηγορίες.
το ίδιο είναι έτσι κι αλλιώς εξάλλου,τυφλοί στον πόνο του άλλου και συνάμα ερήμην του και στο έλεος του-η αλήθεια είναι πόνος που χτυπάει κάτω από τον κρόταφο,κάτω από τα σπυράκια που έβγαλα από το άγχος κάτω από το δεξί μου χείλος και σε αυτή στη φλέβα στο λαιμό που τρεμοπαίζει, σαν αμνός που πάει υποτακτικά στο σφαγείο μα ξέρει τι ακριβώς τον περιμένει.
Ο πόνος μου δεν είναι καν δυσβάχταχτος, ούτε κόκκινος θυμωμένος, ούτε ορμητικός,είναι γκρίζος σαν καπνός και επίμονος σαν ατσάλι.Δεν ζητάει παυσίπονα και δικαιολογίες.
είναι μεθυστικός καμιά φορά σαν το αγέρι της άνοιξης και αρυτίδωτος σαν τη θάλασσα που δεν είδαμε.
Και γνώριμος όπως όταν ήρθαμε στη ζωή, ματωμένοι εξ αρχής με τα σημάδια του πολέμου
το ίδιο είναι έτσι κι αλλιώς εξάλλου,τυφλοί στον πόνο του άλλου και συνάμα ερήμην του και στο έλεος του-η αλήθεια είναι πόνος που χτυπάει κάτω από τον κρόταφο,κάτω από τα σπυράκια που έβγαλα από το άγχος κάτω από το δεξί μου χείλος και σε αυτή στη φλέβα στο λαιμό που τρεμοπαίζει, σαν αμνός που πάει υποτακτικά στο σφαγείο μα ξέρει τι ακριβώς τον περιμένει.
Ο πόνος μου δεν είναι καν δυσβάχταχτος, ούτε κόκκινος θυμωμένος, ούτε ορμητικός,είναι γκρίζος σαν καπνός και επίμονος σαν ατσάλι.Δεν ζητάει παυσίπονα και δικαιολογίες.
είναι μεθυστικός καμιά φορά σαν το αγέρι της άνοιξης και αρυτίδωτος σαν τη θάλασσα που δεν είδαμε.
Και γνώριμος όπως όταν ήρθαμε στη ζωή, ματωμένοι εξ αρχής με τα σημάδια του πολέμου
Thursday, April 25, 2013
κι αν κρεμαστείς
ήθελα να ταξιδέψουμε και να σε βλέπω κουρασμένο δίπλα μου στο κάθισμα του τραίνου ή του λεωφορείου, μια αφηρημένη παλάμη πάνω στο πόδι μου, ένα τσιγάρο φωλιασμένη στο παλτό σου.
να ξεχωρίζω και να πλένω τα ρούχα σου κι ας μένει ανέγγιχτο το φαγητό μου στο πιάτο και το τσάι στο φλυτζάνι ας παγώνει.
περπατάμε στους ίδιους δρόμους και είμαστε σε διαφορετικούς κόσμους λέω και ανάβω τσιγάρο, το αριστερό μου μάτι τσούζει και το τρίβω με κίνδυνο να φύγει ο φακός μου
βάζω τα χέρια στις τσέπες της φούστας μου άδειες εκτός από το σελοφάν ενός πακέτου τσιγάρων θέλω να πω είμαι γεμάτη αγάπη είμαι η ίδια αγάπη πως περνάνε οι μέρες μας χωρίς αγάπη κι έρχεται ο Μάης να μας κουράσει με σχέδια για διακοπές και ξέστρωτα σεντόνια
είσαι σε έναν καπνισμένο χώρο και δεν με βλέπεις μεθάω με τον καπνό και ξεχνάω να σε ψάξω να σε βρω να σου πω είμαι κουρασμένη πήγαινε με στο σπίτι τώρα μα χαίρομαι που σε ναρκώνει και εσένα ο καπνός για να με ξεχνάς ζαλισμένος θέλω να πω είμαστε ενήλικοι σε προβιές και γρατζουνάμε τον αέρα
κι αν κρεμαστείς εγώ θα είμαι το σκοινί σου αλλά και το πόδι που θα κλωτσήσει το σκαμνί
να ξεχωρίζω και να πλένω τα ρούχα σου κι ας μένει ανέγγιχτο το φαγητό μου στο πιάτο και το τσάι στο φλυτζάνι ας παγώνει.
περπατάμε στους ίδιους δρόμους και είμαστε σε διαφορετικούς κόσμους λέω και ανάβω τσιγάρο, το αριστερό μου μάτι τσούζει και το τρίβω με κίνδυνο να φύγει ο φακός μου
βάζω τα χέρια στις τσέπες της φούστας μου άδειες εκτός από το σελοφάν ενός πακέτου τσιγάρων θέλω να πω είμαι γεμάτη αγάπη είμαι η ίδια αγάπη πως περνάνε οι μέρες μας χωρίς αγάπη κι έρχεται ο Μάης να μας κουράσει με σχέδια για διακοπές και ξέστρωτα σεντόνια
είσαι σε έναν καπνισμένο χώρο και δεν με βλέπεις μεθάω με τον καπνό και ξεχνάω να σε ψάξω να σε βρω να σου πω είμαι κουρασμένη πήγαινε με στο σπίτι τώρα μα χαίρομαι που σε ναρκώνει και εσένα ο καπνός για να με ξεχνάς ζαλισμένος θέλω να πω είμαστε ενήλικοι σε προβιές και γρατζουνάμε τον αέρα
κι αν κρεμαστείς εγώ θα είμαι το σκοινί σου αλλά και το πόδι που θα κλωτσήσει το σκαμνί
Wednesday, April 24, 2013
δεκανίκια
κυκλοφορώ με παπούτσια που χτυπάνε. ολόισια μαύρα με μπεζ, μου κανουν φουσκάλες και συνεχίζω να τα φοράω, με δείχνουν αδύναμη όπως είμαι και μέσα. Μια ολοζώντανη φουσκάλα γεμάτη διάφανο πύο που την πιέζει φτηνή δερματίνη.
Κουτσαίνω στις ουρές στα ταμεία στην Ερμού με τα κοριτσάκια δίπλα μου υγιή και ρωμαλέα σαν γαζέλες, με χρωματιστές τούφες στα μαλλιά τους ξοδεύοντας το χαρτζιλίκι τους σε κοκκαλάκια μαλλιών και χρωματιστά μπλουζάκια.
θα έρθετε στη θέση μου σκέφτομαι, όχι τώρα, όχι σύντομα, αλλά σε μερικά χρόνια πόση ανακούφιση θα νιώθετε όταν επιτέλους αρχίσουν οι πόνοι στον αυχένα και προσμονή για την ώρα που μόνες διαβαίνετε το κατώφλι του σπιτιού σας για να κλείσετε την πόρτα σας και να μείνετε ξυπόλητες, ίσως με παράταιρες,τρύπιες κάλτσες.
στην πλατεία η σερβιτόρια φοράει ροζ κραγιόν που μοιάζει με κιμωλία και έχει μαλλί οξυζενέ. ίσως και εκείνη να τη βρίσκεις πιο όμορφη από μένα που κουτσαίνω και συνέχεια διπλώνω και ξεδιπλώνω και στρώνω τη φούστα μου,μου φέρνει έναν καφέ και θέλω να της πω άσε μου να σου γνωρίσω κάποιον θα ταιριάζετε πολύ, μα ντρέπομαι πάλι για τις χαζομάρες που σκέφτομαι και σωπαίνω.
και είναι τέλη απρίλη και ο κόσμος ακόμα στριμώχνεται στις πλατείες πίνουν καφέδες και νερά και βότανα και εγώ κουτσαίνω και δεν θελω να είσαι το δεκανίκι μου
Κουτσαίνω στις ουρές στα ταμεία στην Ερμού με τα κοριτσάκια δίπλα μου υγιή και ρωμαλέα σαν γαζέλες, με χρωματιστές τούφες στα μαλλιά τους ξοδεύοντας το χαρτζιλίκι τους σε κοκκαλάκια μαλλιών και χρωματιστά μπλουζάκια.
θα έρθετε στη θέση μου σκέφτομαι, όχι τώρα, όχι σύντομα, αλλά σε μερικά χρόνια πόση ανακούφιση θα νιώθετε όταν επιτέλους αρχίσουν οι πόνοι στον αυχένα και προσμονή για την ώρα που μόνες διαβαίνετε το κατώφλι του σπιτιού σας για να κλείσετε την πόρτα σας και να μείνετε ξυπόλητες, ίσως με παράταιρες,τρύπιες κάλτσες.
στην πλατεία η σερβιτόρια φοράει ροζ κραγιόν που μοιάζει με κιμωλία και έχει μαλλί οξυζενέ. ίσως και εκείνη να τη βρίσκεις πιο όμορφη από μένα που κουτσαίνω και συνέχεια διπλώνω και ξεδιπλώνω και στρώνω τη φούστα μου,μου φέρνει έναν καφέ και θέλω να της πω άσε μου να σου γνωρίσω κάποιον θα ταιριάζετε πολύ, μα ντρέπομαι πάλι για τις χαζομάρες που σκέφτομαι και σωπαίνω.
και είναι τέλη απρίλη και ο κόσμος ακόμα στριμώχνεται στις πλατείες πίνουν καφέδες και νερά και βότανα και εγώ κουτσαίνω και δεν θελω να είσαι το δεκανίκι μου
Subscribe to:
Posts (Atom)