Thursday, September 27, 2007

Blood moon

Φεγγάρι:
Είμ' ένας κύκλος στρογγυλός μες στο ποτάμι
μάτι σε στέγες ιερές
ψευτική αυγή σε φυλλωσιές
Κανείς δε μου γλιτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται;Ποιος σιγοκλαίει
στης κοιλάδας τις άγριες μονιές;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει στον αγέρα
καρτεράει στο μολύβι
πόνος διψάει να γίνει μέσα στο αίμα
Αφήστε να μπω!
Από τοίχους έρχομαι,παγωμένο,
κι από κρύσταλλα!
Ανοίξτε στέγες και στήθη μέσα να μπω,να ζεσταθώ!
Κρυώνω!
Οι στάχτες μου μέταλλα κοιμισμένα
με την κορυφή ψάχνουν της φωτιάς
στα βουνά και στις στράτες
'Ομως στις πλάτες του πάνω τις λαμπερές
με πάιρνει το χιόνι
και παγωμένο με πνιγει
σε σταχτοπράσινες υγρές αγκαλιές
Γιατί σε τούτη τη νύχτα θα βαφτούν
τα μάγουλά μου με κόκκινο αίμα
και τα πυκνά τα βούρλα
στα πέλματα θα 'ναι του αέρα
Να μην είναι ούτε σκια ούτε φωλιά
να μην ξεφύγουν!
Να μπω θέλω σ' ένα στήθος
να ζεσταθώ!
Μια καρδιά θέλω!Ζεστή!Να πλημμυρίσει αίμα
τα στήθια μου,τα βουνά τα παγωμένα
Αφήστε με να μπω,αφήστε με!
Ίσκιους δε θέλω.Πρέπει παντού
οι αχτίδες μου να μπουν
κι οι σκοτεινοί κορμοί
μες στη βοή να λουστούν τη φωτεινή
για να βαφτούν τούτη τη νύχτα
τα μάγουλά μου κόκκινο αίμα
και τα πυκνά τα βούρλα
στα πέλματα να 'ναι τα πλατιά του αέρα
Ποιος κρύβεται;
Έξω!φωνάζω
Κανείς δε μου ξεφεύγει εμένα!

και χτες η πανσέληνος του Σεπτέμβρη δεν ήταν φιλική και το σπίτι μου κατφύγιο δεν ήταν και κουλουριασμένη δίπλα στο κομοδίνο παγωμένη ασημένια πετούσα μπαγιάτικα τσιγάρα σε περίτεχνες ταμπακιέρες,σταγόνες ματιών καραμέλες για το βήχα πούρα που μου έκαναν δώρο στο περιτύλιγμα σκόρπια κομμάτια γάζας χάπια για το στομάχι παυσίπονα ξεραμένα στυλό γυαλιστερά περιοδικά και τα δωσα σε μια ζητιάνα κάπνιζε άφιλτρα καρέλια τα μαλλιά της ανάκατη χωρίστρα στο χέρι η ουλή είχε σχήμα σταυρού πήρε τη σακούλα τα μάτια της ήταν αυτά της γάτας.

Monday, September 24, 2007

Hotel Room




Να πάω σε ένα ξενοδοχείο σε μια πόλη της επαρχίας-και να ναι το φως της μέρας κάπως έτσι,καθαρό και κρύο.
Απόγευμα φθινοπώρου,με μια δόση αμφιβολίας.
να βγάλω τα ρούχα μου και να κοιταχτώ στον παλιό καθρέφτη του μπάνιου με τις σταγόνες από τους προηγούμενους ενοίκους.
Να ξαπλώσω στα σεντόνια αφηρημένη και να γυρίζω το ίδιο αφηρημένα τα κουμπιά του ραδιοφώνου στο παλιό κομοδίνο.Ειδήσεις,κλασική μουσική,ένας σταθμός στα βραχέα.
Μια φθαρμένη μοκέτα,ένα σπασμένο πλακάκι,το τηλέφωνο του ντους να κρέμεται σα νεκρό φίδι και να ακούγεται μόνο η ανάσα μου.
Στο ψυγειάκι ένα μπουκάλι νερό,μια ασπριρίνη για τον πονοκέφαλο στην τσέπη,το νυχτικό διπλωμένο πάνω στο μαξιλάρι κάτω από το φως της λάμπας του κομοδίνου,ροζ φανέλα,μια μπεζ κουβέρτα,ο τοίχος το ίδιο μπεζ,να πλύνω δυο ρούχα και να τα βάλω να στεγνώσουν πάνω στο καλοριφέρ,η πόλη κάπου μακριά να ετοιμάζεται για ύπνο,όχι,δεν υπάρχει τηκεόραση,πόσο θα ήθελα ένα τσάι,βαρύ με πολύ λεμόνι,καλώ το ρουμ σέρβις,έρχεται αμέσως,στη θέση της η ζαχαριέρα,η γαλατιέρα,σιχαίνομαι το Λίπτον μα δεν υπάρχει άλλη λύση,όσο περιμένω να κρυώσει λίγο πάω στο μπάνιο,λούζομαι και τρίβομαι με τα δείγματα σαπουνιών που όλα μυρίζουν το ίδιο,νερό,πολύ νερό,άλλή μια ασπιρίνη με το τσάι,δεν περνάει ο πονοκέφαλος,πόσο μου έλειψες,πόσο,περιμένω να έρθεις,κάποια μέρα δε μπορεί,θα έρθεις.

Άρση απαγορευτικού


Ο ταχυδρόμος έχει άδεια.Όλα είναι στατικά.Η αυλή γεμίζει χώμα.
Όλοι περιμένουν την τηλεοπτική σεζόν." Μια πόλη στη λογοτεχνία-Ερμούπολη".Σκόνη,σκόνη,σκόνη.Τα βράδια φοβάμαι.Σκέφτομαι ναυάγια,φοβάμαι.Μπήκαμε στο Ζυγό.
Μέλι ακακίας.Έκλεισαν όλα τα καφέ.
Μου πες θα τηλεφωνήσεις,δεν το έκανες.Παλιές φωτογραφίες,παλιά άρθρα.Αναστενάζω.Μαζέυουν βαλίτσες και οι ντόπιοι.Πάει η γραφική Χώρα.Άδεια από τις 5 το απόγευμα.
Καλωσορίσατε στην κανονική ζωή των νησιών.
The meek shall inherit the earth.

Thursday, September 20, 2007

Judy






και δυο φωτογραφίες της...
They don't make them like they used to...

Get Happy!



Forget your troubles


Come on get happy


You better chase all you cares away


Shout halleuja


Come on get happy


Get ready for the judgement day


The sun is shining


Come on get happy


The lord is waiting to take your hand


Shout halleuja


Come on get happy


We're going to the promised land


We're heading across the river


Wash your sins away in the tide


It's all so peaceful on the other side


Forget your troubles


Come on get happy


You better chase all you cares away


Shout halleuja


Come on get happy


Get ready for the judgement day


Forget your troubles


Come on get happy


You better chase all you cares away


Halleuja


Come on get happy


For the judgement day


The sun is shining


Come on get happy


The lord is waiting to take your hand


Shout halleuja


Come on get happy


We're going to the promised land


We're heading across the river


Wash your sins away in the tide


It's quiet and peaceful on the other side


Forget your troubles


Get happy


Your cares fly away


Shout halleuja


Get happy


Get ready your judgement day



Δεν μπορούσα να διαλέξω χρώμα για μελάνι-κι έτσι διάλεξα το χρώμα του φορέματος της Τζέην Χόρροκς στην ταινία. Κάπως μίζερα έξω σήμερα,κι έτσι άκουγα όλο το βράδυ τραγούδια από μιούζικαλ,τραγούδια που άκουγα πολύ μεγαλώνοντας και ήξερα απ' έξω,Shirley Bassey,Judy Garland και Marylin Monroe,πούλιες και καμαρίνια,πράγματα που με ενδιέφεραν μικρή,μα όχι να γίνω η ντίβα,ποτέ δε με ενδιέφερε να είμαι η ντίβα της παράστασης,πάντα ήθελα να είμαι σχεδόν αόρατη.Μου άρεσαν και μου αρέσουν τα καμαρίνια,η μυρωδιά,η σταρ να ετοιμάζεταικι εγώ να βλέπω πίσω από τις βελούδινες κουρτίνες,επαγγελματικό μακιγιάζ, την αμπιγιέζ με τα χάπια της ντίβας στην τσέπη,το φλασκί κρυμμμένο στο συρτάρι,τα δώρα των θαυμαστών,τα ποτήρια γεμάτα σαμπάνια,τα μποά,προσπαθούσα να μάθω τα τραγούδια,φυσικά και δε μπορώ να τραγουδήσω σαν τη Τζούντυ Γκάρλαντ,μα μου αρέσει να μυρίζω τις κουίντες,τις βελούδινες κουρτίνες,να ξεφέυγω από τη δική μου καθημερινότητα με το να φαντάζομαι πρόβες και παραστάσεις.
get happy λοιπόν.Σε πείσμα καιρών και εκλογών.Και ας έπινε κάθε βράδυ μόνη και θλιμμένη η Τζούντυ Γκάρλαντ,για να πληρώσει το τίμημα,αυτό το τεράστιο ταλέντο.

Saturday, September 15, 2007

Creme brulee


θέλω μια κρεμ μπρυλέ και έναν διπλό εσπρέσσο.
Έχω πονόλαιμο,η φωνή μου αρνείται να βγει.Φίλοι στέλνουν μηνύματα,ρωτούν,κι εγώ με βρεγμένα μαλλιά απαντάω τετριμμένα ενώ θέλω να πω τόσα,τόσα πολλά.
Θέλω να πω τόσα στη μαμά μου,που βλέπει τηλεόραση σιωπηλή και το βλέμμα γεμάτο ερωτήσεις,στον πατέρα μου που διαβάζει καπνίζοντας όπως τόσα χρόνια,ως το φίλτρο,σβήνει το τσιγάρο προσεκτικά,ρυτιδιασμένο μέτωπο,ένα δάχτυλο κομμένο,το σημάδι από την εγχείρηση κοντά στην άκρη των χειλιών.
Κάποτε φορούσε καλοσιδερωμένα ακριβά πουκάμισα και μάλλινα παντελόνια.
Τώρα δεν τον νοιάζουν τα πουκάμια και τα παντελόνια του είναι βαμβακερά,γέρασα λέει,ξεχνάω,δεν είμαι όπως παλιά,ξεχνάω.Τα πουκάμισα έγιναν ξεσκονόπανα.
Το μόνο που έμεινε ίδιο είναι ο τρόπος που καπνίζει και η εφημερίδα το κρεβάτι μετά το μεσημεριανό ύπνο,κάποτε ο καφές συνοδεία,γαλλικός δυνατός,ήμασταν από τους πρώτους που πήραν καφετιέρα όταν ήρθαν στην Αθήνα,όταν ήρθε επιτέλους στην Ελλάδα στα σουπερμάρκετ,και τα φίλτρα,δεν γυρνάς εύκολα στο νεσκαφε όταν πίνεις γαλλικό καφέ κάθε μέρα για δέκα χρόνια.Απλά δεν το κάνεις.
Διανύουμε ακόμα τον αστερισμό της Παρθένου,αναρωτιέμαι αν με σκέφτεσαι,σε ζητάει το στρωμένο μου κρεβάτι και ούτε μια ρημάδα κρεμ μπρυλέ δε μπορώ να έχω.Τουλάχιστον υπάρχει ο εσπρέσσο.

Friday, September 14, 2007

Δεν ξέρω πια τι να πετάξω

Τακτοποιώ συρτάρια απ'το πρωί.Ψάχνω ζεστά ρούχα και βρίσκω κάτι ελαφριες μάλλινες φανέλες.Δεν φτάνουν να καλύψουν το κρύο που νιώθω.Θα φορέσω την παλιά γκρίζα ζακέτα της μαμάς μου.Γκρίζα,όπως νιώθω κι εγώ τώρα.Γκρίζα,με μαλλιά να κρέμονται σα σπάγκοι,τη θάλασσα βρώμικη να απλώνεται κάτω από τα πόδια μου και να μου θυμίζει τη στασιμότητά μου.
Βάφω τα νύχια μου και ξεφτίζουν με το παραμικρό.Έτσι είναι το σκούρο χρώμα,δεν αντέχει τις κακουχίες.Τα τριψίματα,τα απλώματα,τα ξεσκονίσματα.
Το φαρμακείο κλειστό.Ο ουρανός χωρίς αστέρια.Που θα βρω λίγη αστερόσκονη;
Δυο τρεις τζάμπα μάγκες στο μπαρ προσπαθούν να κάνουν πολιτική συζήτηση.Σκύβω πιο βαθιά στο ποτήρι μου.Με ρωτάνε."Δεν έχω γνώμη" λέω.Δε λέω ψέματα,δεν έχω γνώμη.
Βρήκα ένα βρετανικό σουπερμαρκετ στο νετ.Δεν αναπληρώνεται η τάση σου για φυγή ψάχνοντας και τρώγοντας bird's instant custard.Αποφάσισε επιτέλους τι θέλεις.
Θέλω να κάνουμε έρωτα άλλη μια φορά πάνω σε εκείνο το στρώμα και να τυλιγόμαστε κάτω από τις πορτοκαλί κουβέρτες,που θα τσιμπάνε,λίγο.Τα γένια σου να τσιμπάνε τον ώμο και να νυστάζεις απαλά και να αποκοιμιέμαι πάνω στο μπράτσο σου.Η ανάσα σου θα με νανουρίζει καθώς ξυπνάει η πόλη και για λίγο,για λίγο,θα μαι πάλι ευτυχισμένη.
Μέχρι να θέλω ξανά να φύγω.

Thursday, September 13, 2007

bubbles


Τα μοντέλα χεριών δεν πλένουν ποτέ τα πιάτα.Αυτό μου ήρθε στο μυαλό τώρα-η δουλειά έπεσε,διαβάζω για την Ερμούπολη της Σύρου οκλαδόν στον καναπέ,διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα και κάνω άνω κάτω τα συρτάρια ψάχνοντας το ένα ή το άλλο,έχω να βγω έξω κάτι μέρες,να μιλήσω σε ανθρώπους περισσότερες.

Θα ξανακαλοκαιριάσει.Η παραλία θα δείχνει γαλάζια και άδεια και θα ψιθυρίζει μυστικά στις σπηλιές.Κι εγώ θα κάθομαι οκλαδόν στο πάτωμα ξυπόλητη και θα διαβάζω κάτι άλλο,πριν κατέβω στην παραλία να νιώσω την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλά μου.

Κάπου κάπου θα σκέφτομαι τον ποιητή Αρίωνα που τον έσωσαν τα δελφίνια.

Ή τα φθινοπωρινά φρούτα στα κλαδιά.Δεν είμαι έτοιμη να χειμωνιάσει ακόμα.Θέλω κόκα κόλα σε ψηλά ποτήρια με θρυμματισμένο πάγο και πολύ λεμόνι και δυο λευκά φορέματα που δεν πρόλαβα ακόμα να φορέσω,απλωμένα και σιδερωμένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Wednesday, September 12, 2007

Poetry reading


Ο "αιώνιος έφηβος",ο Δημήτρης Ποταμίτης,που τόση συντροφιά μου κράτησε όταν ήμουν παιδί,ήρθε σήμερα να με ξαναβρεί και μου έφερε δώρο μερικά ποιήματα,με φίλησε και πήγε προς το Galaxy,να κάνει μερικές πρόβες για τον Άνθρωπο Ελέφαντα που θα ανεβάσει σύντομα στην Οδό Ονείρων,εκεί ψηλά..
Και ξαναείπε...
"Ονειρεύτηκα το ρόλο ενός μύστη,όχι την τάξη ενός επαγγελματία ή το ρομαντισμό ενός ερασιτέχνη"
Κι εγώ με τη σειρά μου,σας κάνω δώρο ένα ποίημα,αυτού του μύστη,και ελπίζω να μην ξεχάστηκε τόσο νωρίς.
Γιατί,όπως όλοι οι χαρισματικοί άνθρωποι,βιάζονται να πάνε κάπου καλύτερα...

Tuesday, September 11, 2007

και ένα ποίημα για καληνύχτα..


John Betjeman-Myfanwy
Kind o’er the kinderbank leans my Myfanwy,
White o’er the playpen the sheen of her dress,
Fresh from the bathroom and soft in the nursery
Soap scented fingers I long to caress.


Were you a prefect and head of your dormit’ry?
Were you a hockey girl, tennis or gym?
Who was your favourite? Who had a crush on you?
Which were the baths where they taught you to swim?


Smooth down the Avenue glitters the bicycle,
Black-stockinged legs under navy blue serge,
Home and Colonial, Star, International,
Balancing bicycle leant on the verge.


Trace me your wheel-tracks, you fortunate bicycle,
Out of the shopping and into the dark,
Back down the avenue, back to the pottingshed,
Back to the house on the fringe of the park.
Golden the light on the locks of Myfanwy,
Golden the light on the book on her knee,
Finger marked pages of Rackham’s Hans Anderson,
Time for the children to come down to tea.


Oh! Fullers angel-cake, Robertson’s marmalade,
Liberty lampshade, come shine on us all,
My! what a spread for the friends of Myfanwy,
Some in the alcove and some in the hall.
Then what sardines in half-lighted passages!
Locking of fingers in long hide-and-seek.
You will protect me, my silken Myfanwy,
Ring leader, tom-boy, and chum to the weak.

Κι αν δεν ήταν όπως το περίμεναν;







Και για όλα τα παιδιά που γύρισαν στο σπίτι απογοητευμένα,είτε επειδή φοβήθηκαν,είτε επειδή βαρέθηκαν,είτε περίμεναν πως θα κάνουν κάτι σπουδαίο μα δεν έμαθαν τίποτα και οι καινούριες τους τσάντες και τα χρωματιστά μολύβια δε φαίνονταν και τόσο σπουδαία και ήθελαν να γυρίσουν πίσω στην κούκλα τους,καληνύχτα.

Monday, September 10, 2007

Schooldays,schoolhaze



Τη θυμάμαι την πρώτη μου μέρα στο σχολείο.Με τύφλωνε ο ήλιος του Σεπτέμβρη και ντρεπόμουν,φοβόμουν μήπως δε με συμπαθήσει κανείς.Είχα μια τσάντα που μου αγόρασαν,κόκκινη και μπλε,φτηνή,που δε μου άρεσε αλλά ντρεπόμουν να το πω ι εγώ,αγορρασμένη από ένα βιβλιοχαρτοπωλείο κάπου στη Ν.Σμύρνη,φορούσα τα καλοκαιρινά μου πέδιλα,με είχε λούσει ο πατέρας μου όπως όπως,τα ρούχα απλωμένα στο κρεβάτι,καθαρά εσώρουχα,στην τσάντα 1 μπλε τετράδιο και ένα μολύβι καλοξυσμένο,η μαμά στο νησί δούλευε,ακόμα της κρατάω μια μικρή κακία,δεν ήρθες στην πρώτη μέρα του σχολείου μαμά,δεν ήσουν εκεί να με δεις,δεν της το λέω όμως,ξέρω πως θα βάλει τα κλάματα και δε θέλω να τη βλέπω να κλαίει.Θέλω μόνο να γελάει.

Και ήρθε ή ώρα,και έσφιξα με δύναμη το χέρι του μπαμπά μου,στην άκρη του προαυλίου,βούρκωσα λίγο,λίγο μόνο,και σφίγγοντας του το χέρι του είπα: "είμαι εντάξει,μπορείς να φύγεις τώρα" και προχώρησα προσ τη γραμμή.
Δε θυμάμαι τι κάναμε εκείνη τη μέρα.Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την ανακούφιση που ένιωα όταν μας άφησαν να φύγουμε και τον είδα να περιμένει έξω απ'την πόρτα,χαμογελώντας.


(και ναι,στη διάρκεια της χρονιάς φορούσα σοσόνια όπως της φωτογραφίας,με μπαρέτες από το Μούγερ)

Sunday, September 09, 2007

How Sassy changed my life




Κάποτε υπήρχαν έφηβες.Λάθος,πάντα υπάρχουν έφηβες,μα σήμερα μοιάζουν υπερβολικά γυαλιστερές και γκλάμορους και έχουν άψογους πόρους και πηγαίνουν με τις φίλες τους στα μπουζούκια και έχουν κινητά τηλέφωνα και είναι ενημερωμένες για τα σεξουαλικά δρώμενα,είναι καλά ντυμένες,κλπ κλπ.Ή αυτές είναι μόνο αυτές που βλέπω εγώ.
Βέβαια,το άγχος και οι ορμόνες δεν θα σταματήσουν,όσο υπάρχουν έφηβοι,μα για κάποιους εφήβους,εκεί,το 1991,1992,1993,με τα μαύρα βαμμένα νύχια (που τώρα alas!-ξανακυκλοφόρησέ από τη Chanel!) τους υπερμεγενθυμένους πόρους και τα άχαρα ρούχα,τα άχαρα αποφόρια,τα παλιά πουλόβερ που τσιμπούσαν,υπήρχε μια όαση.Και η όαση αυτή ήταν το περιοδικό Sassy.Που η αρχισυντάκτης αποκαλούσε τις τρεις κύριες συντάκτριες της "Sex",
"Drugs" και 'Rock n Roll",που έδιναν flexidiscs των REM και τα άρθρα ήταν "Μια μέρα με τους Sonic Youth", (των οποίων ο τραγουδιστής είχε αναλάβει τη στήλη με τις συμβουλές),
που μιλούσαν ανοιχτα για τους γκέι έφηβους και άρθρα όπως "Should you lose your virginity?", όταν το αντίποδο Seventeen συγκεντρωνόταν στο τρίπτυχο boys,clothes,makeup,που η Chloe Sevigny πέρασε κάποιους μήνες αρχειοθετώντας,που ο πρωτοεμφανιζόμενος σχεδιαστής Marc Jacobs πρόσφερε ρούχα για τις φωτογραφήσεις,που έμαθε στα κορίτσια να σκέφτονται και να ναι δυνατά και να πεισμώνουν,μακριά απ'το αχόρταγο Κοσμοπόλιταν που προσέφερε συμβουλές για ¨αξέχαστες νύχτες" ,το περιοδικό αυτό αγοράστηκε από ένα μεγαλύτερο όμιλο και έκλεισε το 1994.
Όταν εκατοντάδες κορίτσια είδαν το "νέο" τεύχος στα περίπτερα,ξέσπασαν ταυτόχρονα σε λυγμούς.Και να και μια μαρτυρια.. It was as if a best friend, someone we used to go on pro-choice marches with, staying up late eating Mallomars and talking about vibrators, had turned up after a long trip with a bad case of amnesia — giving us blank looks when we started talking about "restrictive gender roles" and blowing us off to go to the movies with her boyfriend.
Sassy once talked openly about sex, featured interviews with gay teens, exhorted girls to challenge the sexism of parents and teachers, and even suggested that we send complaints to companies that produced offensive products. It ran essays with titles like "9 Things About America That Make Us Want to Scream and Throw Things," comparing Bruce Willis' inflated salaries to teacher's deflated ones, lamenting that "the average woman college grad makes less than the average white male high school grad," and reporting with a shudder that "twenty-five percent of sixth to ninth grade boys in a recent study said that it was okay for a man to force a woman to have sex with him if he had spent money on her." The Sassy reader was light-years away from today's Rules Girl. "Avoid guys who make you feel like you have to play the brainless, dainty bimbo," one article scolded.
Το ξαναθυμήθηκα το περιοδικό αυτό,χθες,καθώς έβλεπε το "My so called life" στο dvd,και ξαναέβαψα τα νύχια μου μαύρα,τιμής ένεκεν.

Friday, September 07, 2007

Νάρκωση


Κάθε μέρα ανακαλύπτω πως οι Έλληνες δεν έχουν παιδεία.Και κάθε μέρα εκπλήσσομαι κι άλλο,μέχρι να δω κάτι ακόμα χειρότερο από τους συμπατριώτες μου.Δεν ξέρω,ίσως ζητάω πολλά.

Απ΄την άλλη,μπορεί να μαι απλά σνομπ.

Η θερμοκρασία πέφτει,φτιάχνω τσάγια,χύνω τσάγια,διαβάζω αστυνομικά του Μάρκαρη,δεν είναι υποχρέωση μου να μαι δούλος σας θέλω να φωνάξω,δεν μπορώ να το κάνω,απομονώνομαι,γράμματα χωρίς αποστολέα,τα ηρεμιστικά των πελατών στα κομοδίνα,βλέπω αφιερώματα στην Άννα Νικόλ Σμιθ,είναι αρρωστημένα,μα συνεχίζω να τα βλέπω,είμαι κι εγώ αρρωστημένη;

Η Αθήνα μου γνέφει,μπα ρε συ,δεν έχω όρεξη,μη μ'αφήνεις μόνη μου,κάποιος δεν απαντάει στο τηλέφωνο,κάποιος σταμάτησε να με σκέφτεται,κάποιος με ξέχασε,και άρχισα να ξεχνάω κι εγώ τον εαυτό μου.

Thursday, September 06, 2007




Let us go then,


you and I,


When the evening is spread out against the sky


Like a patient etherized upon a table;


Let us go, through certain half-deserted streets,


The muttering retreats


Of restless nights in one-night cheap hotels


And sawdust restaurants with oyster-shells:


Streets that follow like a tedious argument


Of insidious intent


To lead you to an overwhelming question. . .


Oh, do not ask, "What is it?" Let us go and make our visit.


In the room the women come and go Talking of Michelangelo.


The yellow fog that rubs its back upon the window-panes


The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes


Licked its tongue into the corners of the evening


Lingered upon the pools that stand in drains,


Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,


Slipped by the terrace, made a sudden leap, 20


And seeing that it was a soft October night


Curled once about the house, and fell asleep.


And indeed there will be time


For the yellow smoke that slides along the street,


Rubbing its back upon the window-panes;


There will be time, there will be time


To prepare a face to meet the faces that you meet;


There will be time to murder and create,


And time for all the works and days of hands


That lift and drop a question on your plate;


30 Time for you and time for me,


And time yet for a hundred indecisions


And for a hundred visions and revisions


Before the taking of a toast and tea.


In the room the women come and go Talking of Michelangelo.


And indeed there will be time


To wonder, "Do I dare?" and, "Do I dare?"


Time to turn back and descend the stair,


With a bald spot in the middle of my hair—


40 [They will say: "How his hair is growing thin!"]


My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,


My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin—


[They will say: "But how his arms and legs are thin!"]


Do I dare Disturb the universe?


In a minute there is time


For decisions and revisions


which a minute will reverse.


For I have known them all already, known them all;


Have known the evenings, mornings, afternoons,


50 I have measured out my life with coffee spoons;


I know the voices dying with a dying fall


Beneath the music from a farther room. So how should I presume?


And I have known the eyes already, known them all—


The eyes that fix you in a formulated phrase


And when I am formulated, sprawling on a pin,


When I am pinned and wriggling on the wall,


Then how should I begin To spit out all the butt-ends of my days and ways?


And how should I presume?


And I have known the arms already, known them all—


Arms that are braceleted and white and bare


[But in the lamplight, downed with light brown hair!]


s it perfume from a dress That makes me so digress?


Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.


And should I then presume? And how should I begin? . . . .


.Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets


And watched the smoke that rises from the pipes


Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows? . . .


I should have been a pair of ragged claws Scuttling across the floors of silent seas. . . . . .And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!


Smoothed by long fingers, Asleep . . . tired . . . or it malingers,


Stretched on the floor, here beside you and me.


Should I, after tea and cakes and ices,


Have the strength to force the moment to its crisis?


80 But though I have wept and fasted, wept and prayed,


Though I have seen my head (grown slightly bald) brought in upon a platter,


I am no prophet–and here's no great matter;


I have seen the moment of my greatness flicker,


And I have seen the eternal Footman hold my coat,


and snicker,


And in short, I was afraid.


And would it have been worth it,


after all,


After the cups, the marmalade, the tea,


Among the porcelain, among some talk of you and me,


Would it have been worth while, 90 To have bitten off the matter with a smile,


To have squeezed the universe into a ball


To roll it toward some overwhelming question




, To say: "I am Lazarus, come from the dead,


Come back to tell you all, I shall tell you all"


If one, settling a pillow by her head,


Should say, "That is not what I meant at all. That is not it, at all."


And would it have been worth it, after all,


Would it have been worth while, 100 After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,


After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along the floor


— And this, and so much more?—


It is impossible to say just what I mean!


But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen:


Would it have been worth while


If one, settling a pillow or throwing off a shawl,


And turning toward the window, should say:


"That is not it at all, That is not what I meant, at all." 110 . . . . .No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;


Am an attendant lord, one that will do


To swell a progress, start a scene or two


Advise the prince; no doubt, an easy tool,


Deferential, glad to be of use, Politic, cautious, and meticulous;


Full of high sentence, but a bit obtuse;


At times, indeed, almost ridiculous—


Almost, at times, the Fool. I grow old . . . I grow old . . . 1 I shall wear the bottoms of my trousers rolled.


Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?


I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.


I have heard the mermaids singing, each to each.


I do not think they will sing to me.


I have seen them riding seaward on the waves


Combing the white hair of the waves blown back


When the wind blows the water white and black.


We have lingered in the chambers of the sea


By sea-girls wreathed with seaweed red and brown 130 Till human voices wake us, and we drown. [1915]




Γιατί καμιά φορά,όταν δε σου χει μείνει τίποτα,τίποτα απολύτως,υπάρχει έστω και ένα ποίημα.Έστω και με κακή στίξη,λίγο στριμωγμένο,λίγο μπερδεμένο,μα κάτι.

Tuesday, September 04, 2007

Καληνύχτα,μικρό μου κοριτσάκι...


Μια Κυριακή στην Κοκκινιά

στην παιδική μου γειτονιά

είδα μια γριά χοντρομπαλού

που ο νους της έτρεχε αλλού


Την κοίταξα

σαν κουκουβάγια σε μπαχτσέ

και μου πε με φωνή θολή

που μάνα θύμιζε,τρελή



«Σε χώμα φύτρωσα ζεστό

αιώνες πριν απ'το Χριστό.

ούσα καλά κι ευχάριστα

ι έπαιρνα μόνο άριστα.


Μα σαν προχώρησε ο καιρός

έγινε ο κόσμος μοχθηρός

και με βατέψανε,

που λες,αράδα βάρβαρες φυλές


Σελτζούκοι Σλάβοι Ενετοί

λες κι ήταν όλοι τους βαλτοί

Τότε κατάλαβα γιατί

καμένο ήμουνα χαρτί

δίχως χαρά δίχως γιορτή


ιγά σιγά και ταπεινά

μ'αγώνες και με βάσανα

καινούργια έβγαλα φτερά

μα ήρθαν τα χειρότερα


Είδα το ίδια μου παιδιά

να δίνουν σ'άλλους τα κλειδιά

και με χιλιάδες ψέματα

με προδοσίες κι αίματα

να μου απαράζουν την καρδιά"


Γι' αυτό μια νύχτα σκοτεινή

θ'ανέβω στην Καισαριανή

με κουρασμένα βήματα

να κλάψω για τα θύματα

στ'αραχνιασμένα μνήματα


Κι εκεί ψηλά στον Υμηττό

αντίκρυ στον Λυκαβηττό

μικρό κεράκι θα κρατώ

να φέγγει χρόνους εκατό» (μα πολύ αμφιβάλλω πως θα σε αφήσουν να κοιμηθείς ήρεμα,με τις άγριες φωνές τους,παρόλα τα νανουρίσματα του Νίκου Γκάτσου...)

Sunday, September 02, 2007

Το φεγγάρι είναι πράσινο το ποτάμι είναι βαθύ



Ψέματα.Το φεγγάρι είναι κατακόκκινο απόψε.

Σα να ναι θυμωμένο.Με μένα με σένα με όλους.Και κυρίως με την κατάντια μας.

Μετά από καιρό τραγούδησα."Έλα αγάπη μου και χόρεψε ίσα μ' αύριο το πρωί".Έβαλα σε τάξη βιβλία έκανα αρχειοθέτηση πέταξα κάτι όνειρα σκόρπια.Το τσάι ήταν δυνατό και δεν το γλύκανα απόψε.Χαίρομαι που είμαι μακριά απ'τον παραλογισμό.Που μπορώ να βλέπω τα σύννεφα να σκεπάζουν το θυμωμένο φεγγάρι.Και ίσως και να δα και μια κηλίδα αίμα μέσα του.

μα πάντα ήσουν ξένη σε αυτή τη χώρα,φιλοξενούμενη,περαστική.Μια στάση,όπως μια στάση του ΚΤΕΛ στη μέση του πουθενά για ένα τσιγάρο και πάλι πορεία.

Με μια παλιά μάλλινη φανέλα,ένα παλιό βλέμμα και καμιά ενοχή,έλα αγάπη μου και χόρεψε,ίσα με αύριο το πρωί.

Saturday, September 01, 2007

Πρέβεζα

Θάνατος ειναι οι κάργιες
που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους
και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζανε κρεμύδια.

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,
με τα λαμπρά μεγάλα ονοματά τους,
ο ελαιώνας πίσω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια ελλειπή μερίδα
,θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις φρουρά εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ'ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία
"Υπάρχω" λες κι ύστερα "Δεν υπάρχεις".
Φτάνει το πλοίο υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος νομάρχης.

[Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπουςένας πέθαινε απο αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμένοι, με σεμνούς τρόπους,θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία]

Αν και το μέρος που ζω,είναι διαφορετικό από κάθε μικρή πόλη,δεν μπορείς παρά να νιώσεις έτσι,καμιά φορά..και τότε θυμάσαι την Πρέβεζα του Καρυωτάκη..

Friday, August 31, 2007

Η Ελλάδα ταξιδεύει




Σεπτέμβρης,Vogue αμερικάνικη του μήνα αυτού,σόδα με λεμόνι,the woman in black by Susan Hill,με τον Αλεξανδράκη στο θέατρο το 1994,είχα φοβηθεί,κάτι όνειρα με κομμένα δάκτυλα,κέρματα διασκορπισμένα στο γραφείο,δυο θάνατοι ακόμα ένας μέσα μου,πόσο καιρό έχω να πατήσω το πόδι μου σε φούρνο να μυρίσω ζεστό ψωμί,μια Ελλάδα πληγωμένη,μια πληγή ανοιχτή στο στήθος,πληγή από ίδιο αίμα,η Ελλάδα του Mc Cabe παρελθόν,μια Ελλάδα που μύριζε πράσινο σαπούνι και τον κόρφο των κοριτσιών,έχει οριστικά πεθάνει.

Wednesday, August 29, 2007

Naked


Ήταν μια ταινία του Μάικ Λη το 1995.
Τα ρούχα δημιουργήθηκαν για να καλύψουν τη ντροπή μας,να μας προστατέψουν από το κρύο και τη ζέστη,έκρυψαν ελαττώματα,δημιούργησαν προτερήματα,έγιναν αντικείμενο φθόνου,κοροιδίας,σύμβολο πλούτου και τάξεων,μα κυρίως έκρυψαν το φόβο μας.
Σήμερα εγώ αποφάσισα να μη φοβάμαι.

Tuesday, August 28, 2007

Σεπτέμβρης


Έρχεται πάλι.Αυτός ο μήνας,που είναι γεμάτος αποκαίδια και μεγάλα λόγια,που τα σχολεία θα αρχίσουν,που μουδιασμένοι οι ντόπιοι δεν κατάλαβαν ακόμα πως τελείωσε η σεζόν,που μπαίνουν πάλι στη μοναξιά τους,που αρχίζω πάλι να διαβάζω,να περπατάω και να χαμογελάω αληθινά,όχι επειδή πρέπει.

Αρχίζω να αναπνέω λοιπόν,σήμερα τα βράχια έδειχναν τόσο όμορφα,μια δυο σπηλιές που δεν είχα προσέξει,έρημες οι ταβέρνες,τα καφενεία και οι παραλίες.

Τώρα αρχίζει η ομορφιά.Η παράδοξη,άγρια,βάρβαρη ομορφιά.

Monday, August 27, 2007

fragile


Εγώ στον κόσμο που γεννήθηκα δε χάραξα πορεία.
Τσιγάρα στα πρακτορεία βέβαια,κάπνισα πολλα,και στους σταθμούς επίσης.
Σπάνια με πήγαν βόλτες με αυτοκίνητα.Σπάνια με έβγαλαν σε ακριβά μέρη.Σπάνια μου αγόρασαν ακριβά και άχρηστα πράγματα.
¨Ολα αυτά όμως που ήθελα να τα κάνω με όλη μου την ψυχή,τα έκανα μόνη μου.
Και εκείνη τη βόλτα στο ποτάμι της φωτογραφίας,την έκανα.Και ας μην ήταν με Κάντιλακ.
Fragile,do not touch.

Friday, August 24, 2007

Γυναίκα με δέρμα σα χαρτί ρυζιού..

Σήμερα θυμήθηκα ξανά τη Μαλβίνα Κάραλη-όχι πως την ξέχασα,την είδα ξανά στον ύπνο μου,με εκείνη τη λευκή γούνα,ο καπνός του τσιγάρου,τα γαλάζια μάτια,όπως έρχεται στα όνειρά μου.
Την πρωτοσυνάντησα στο Seven-X το '92,δε θυμάμαι τον τίτλο της εκπομπής,μπορεί και να λεγόταν Mea Culpa,το ψαξα στο λεξικό,τη θυμάμαι σαν τώρα,όχι εκείνα που έλεγε,ήταν τόσο χειμαρρώδης,μα το χαμόγελο το μεγάλο,χαμογελούσε και έλαμπε το φτωχο τηλεοπτικό σετ,ήταν έξυπνη,όχι πονηρή,έξυπνη.
Ήταν σα να μου λεγε,είναι εντάξει να σαι ξωτικό,να σαι αλαφροίσκιωτη,να σαι παράξενη,είναι εντάξει να παραξενεύονται οι άλλοι με σένα,είναι εντάξει να θες να πηδήξεις έξω απ'το δέρμα σου,να ανακατεύεις couture με αμερικάνικες αγορές,να διαβάζεις,να σκέφτεσαι.
Η πορεία μας συνεχίστηκε,κανάλια,κανάλια,ήρθε ο Σκάι,έγινε σελέμπριτυ,εξώφυλλα,η εφήμερη διασημότητα η σαρκοβόρα,ο γάμος,τα μπουζούκια,οι εκπομπές στην τηλεόραση,αρθογραφούσε,το διαζύγιο,μετά ακολούθησα εγώ τη δική μου πορεία,δεν μαθαινα για εκείνη,το 2002 έμαθα για το θάνατό της,ήταν Ιούνιος,ήμουν με τη μητέρα μου στον καναπέ,10 χρόνια μετά,δάκρυσε,"θυμάσαι πόσο σου άρεσε στην τηλεόραση;" κλάψαμε και οι δυο,όχι μόνο για τη Μαλβίνα,αλλά για το χρόνο που περνάει.
Δεν ήμουν πια έφηβη,κρατηθήκαμε χέρι με χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι,μου πε,αν φύγεις εσύ πρώτα,δε θα το αντέξω μόνη.Θα φύγω με τη θέλησή μου.

Thursday, August 23, 2007

When they said repent...




So you can stick your little pins in that voodoo doll
I'm verry sorry baby,it doesn't look like me at all...

Tuesday, August 21, 2007

BBC2,radio norfolk




Άκουγα το νερό να βράζει για το τσάι.Έβγαινα από το μπάνιο με το τρύπιο μπουρνούζι. Το τσάι ήταν καυτό και ευπρόσδεκτο,και το ραδιόφωνο έπαιζε τον τοπικό σταθμό,δελτία καιρού, τηλεφωνήματα ακροατών,τραγούδια του '50 ,ol' blue eyes και dean martin, και ο κόσμος ήταν μακριά, πολύ μακριά, τα μαλλιά έσταζαν,και στα ταξίδια για το αεροδρομιο σταματούσε το λεωφορείο στα χωριά και έβλεπες σπίτια σκοτεινά,ή με ένα δωμάτιο με φως,τι κάνει ο άνθρωπος αυτός,τι σκέφτεται μόνος τόσο αργά τη νύχτα μέσα στο κρύο,πόσα ζευγάρια διάβασαν το μυθιστόρημά τους πριν σβήσουν το φως του κομοδίνου,μια κανάτα νερό δίπλα στο κομοδίνο,ερωτευμένοι έφηβοι,κρυφοί αυνανισμοί,παιδιά να πίνουν horlicks στην κουζίνα πριν το βραδινό μπάνιο,παιχνίδια με το σφουγγάρι και τον αφρό,θα μπορούσαν να φανταστούν ποτέ πως ένα κορίτσι περνούσε στις 4 το πρωί έξω απ'τα σπίτια τους,Attleboroygh,Wymondham,και χωριά άλλα,μικρα μεγαλύτερα,μια πλατεία ένα νεκροταφείο μια εκκλησία ένα Woolworths,ένα Boots, ένα Blockbuster,κοντά ίσως τα φώτα του Cambridge,του Norwich,ο σταθμός του λεωφορείου και ένα greasy all night cafe με μια σερβιτόρα που βαριέται,σπασμένα μπουκάλια μπύρας,fancy a shag love,και εκείνα τα σπίτια,τα σπίτια,που φανταζόμουν πως ζούσαμε μαζί,BBC radio norfolk,και μια παλιομοδίτικη τσαγιέρα να σφυρίζει.Ένας από τους πιο ωραίους ήχους της ζωής μου,έστι απλά.

Sunday, August 19, 2007

I've seen the future


and it is murder.

Νομίζω πως δε μπορώ να γράψω.Το άγχος με τριγυρίζει και με σφίγγει σαν πύθωνας.

Χτες δυο μικρά μικρά πουλάκια,σα φουντούκια,κάθισαν πάνω στο δείκτη μου και ακούμπησαν το ράμφος τους χαιδευτικά πάνω του.

Η Γ.φοράει ένα κόκκινο φόρεμα.Τα δικά μου ρούχα ανάκατα στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Έλα να μιλήσουμε για σινεμά,ξένε.Κέρασέ με κάτι φτηνό.Θα σου πω μια ιστορία με την καλύτερή μου βραχνή φωνή.

Κάποιος νεκρός από το μακρινό παρελθόν σηκώνει το φρύδι περιπαικτικά.Χτες όσο έπινα στο διπλανό σκαμπώ ένας άσχετος μύριζε σαν κι εσένα,σπιτικά,σαν πατρίδα.

Ανυπομονώ να έρθει ο χειμώνας και να σε δω από μακριά να έρχεσαι.Να κάθομαι και να σε βλέπω μέσα από το τζάμι και τους ατμούς.Να έχεις σκυμμένο το κεφάλι απ'το κρύο και να φοράω εκείνο το ροζ φόρεμα.Και το καλύτερό μου δέρμα.

It is murder.

Saturday, August 18, 2007

To wash my eyelids in the rain


Μια κιθάρα.Δυο τρία ακκόρντα.Μια φωνή σα χαλίκι.
Κυρίες και κύριοι,ο Λέοναρντ Κοέν.

Thursday, August 16, 2007

Come to Tupelo


Ο δίδυμος αδερφός πεθαίνει,θάβεται σε ένα κουτί παπουτσιών,τόσο μικρά οστά,τόσο μικρά.

Είναι χειμώνας στο Μέμφις,,ο Βασιλιάς μεγαλώνει,θα αναστήσει τα πλήθη,ένα μπάσο μια κιθάρα μια φωνή,ο ζωώδης μαγνητισμός,the Bible belt the baptist Church,η Γερμανία και ο μανδύας,Heartbreak Hotel και Suspicious Minds και Can't Help Falling in Love with you,η Rca και τα σαρανταπεντάρια,οι φούστες με τα φουρώ,οι μαύροι στα σκαλοπάτια των σπιτιών τους σφυρίζουν μελωδικά,καλλονές του Νότου teeneage beauty queens,ο στρατός,η Ανν Μαργκρετ,ο Βασιλιάς μεγαλώνει,ζενίθ ναδίρ ουσίες,ο Θεός τιμωρεί,πλούτη,η Γκρεησλαντ,τα σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και τηγανητό μπέηκον,το Λας Βέγκας και το μηχάνημα που θες να νικήσεις,ο χρόνος και ο δρόμος,φώτα νέον,ξεχνάει τα λόγια απ'τα τραγούδια,η μοναξιά του αυτοκράτορα,θα μπορούσε να βάλει ένα όπλο στον κρόταφο,το βάρος και ο ιδρώτας,η παιδική ηλικία που δεν ξανάρχεται,ο Βασιλιάς είναι νεκρός,κάπου μακριά μια χώρα μικρή στη δίνη της μεταπολίτευσης,20 χρόνια μετά μια μέρα μετά το θάνατο της Θεοτόκου μια γυναίκα πίνει άγευστο ντεκαφεινέ και τραβάει κάρτες στην τύχη.The Chariot.

Monday, August 13, 2007

Alice?




Ψάχνω την Αλίκη.Τα πήρες τα χάπια σου σήμερα κοριτσάκι;

Εξαφανίζεται στη λαγουδότρυπα μικραίνει,μεγαλώνει.Το κραγιόν μου μπήκε στραβά,θα βαζα τα κλάματα αλλά βάζω τα γέλια.

Άλλοι προγευματίζουν με φρέσκους χυμούς και ζεστά κρουασάν.Νομίζω πως τους ανθρώπους αυτούς τους μισώ.

Μοιάζουν λες και βγήκαν από σελίδες γυαλιστερού περιοδικού,οι γυναίκες με τις σιδερωμένες ρόμπες και ατσαλάκωτα νυχτικά και τα νωπά μαλλιά.

Άλλοι αρκούνται σε παλιά μπουρνούζια της μητέρας τους γεμάτα τρύπες.Ξεθωριασμένα.

Αυτές οι γυναίκες,με τα μπουρνούζια τα τρύπια,είναι καταδικασμένες να καθαρίζουν μόνες τους,να κοιμούνται μόνες τους,να μαδάνε μαργαρίτες στα 35 τους.Να μαγειρεύουν άνοστα φαγητά και να έχουν σκονισμένα ράφια και σπασμένα τακούνια.

Μα πως να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά,Αλίκη μου.Alice Liddell μου.

Saturday, August 11, 2007

Μα δεν αρκούν τα λόγια




Κάθε μέρα δεν μπορώ να περιγράψω το χρόνο.Ούτε το πως φεύγει. Τα ξημερώματα έρχονται όλο και πιο νωρίς. Οι γυναίκες μοιάζουν όλο και πιο μόνες.Ο κόσμος διαστέλλεται από τη ζέστη.

Νομίζω πως ακούω αναστεναγμούς,όχι,έκανα λάθος,χαρά είναι,δεν είναι λύπη,Οδηγός για Πριγκίπισσες,λάπις λάζουλι,η φωνή του Μπομπ Ντύλαν,παίζουν τα χρώματα στην οθόνη.

Φοράω κάθε μέρα άλλο χρώμα.Έχω έκπληξη στο βλέμμα.Τι θα 'θελες να κάνεις φέτος το καλοκαίρι;Να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο,να με πάρεις στην αγκαλιά σου και να 'ναι στενά,να 'ναι άβολα,να μου χαρίσεις δυο χτενάκια,πριν 12 χρόνια τέτοια μέρα είδα τον Όσκαρ Ουάιλντ να μπαίνει απ'την εξώπορτα,πριν 19 ένα παιδί αντί να πηγαίνει στην κούνια πήγαινε στο νεκροταφείο.





Thursday, August 09, 2007

The queen of swords




Δεν ξυπνάω πια με ηρεμία.Δεν διαβάζω στο τραπέζι της κουζίνας ούτε πίνω καφέ με θέα τον κόλπο.

Βιαστικά πρωινά με βρεγμένο πρόσωπο και μαλλιά και κύκλους μαύρους.

The high priestess,the magician,sometimes,the Fool.

Κρατά στο χέρι ένα ξίφος και κάθεται στο θρόνο.

Τα βράδια δεν κοιτάει πια το φάρο ,αλλά τα πρωινά,τα πρωινά που πάντα ήταν ήρεμα και φιλικά και ελπίδες έδιναν ηλιακτίδες,δεν έχουν το φιλικό ήχο του πιάνου.

Κάτι βαρύ και δυσοίωνο,κάτι σαν χαμηλές νότες τσέλου,

κάτι η νύχτα που έρχεται νωρίς για να μας σκεπάσει,

βγαίνεις σαν τον Αυγερινό,λιώνεις σαν το πρωινό χιόνι.

The beggars,the world,the lovers.the ace of wands.

The world.

Wednesday, August 08, 2007

Τι κι αν δεν είναι η εποχή τους;





Θέλω όλα γύρω μου να είναι κόκκινα και να χτυπάνε σαν τη φλέβα στον καρπό!Να πάλλονται!Κι ας μην ακούει κανείς!

Monday, August 06, 2007

Σούρουπα



Το νησί μου ξεμακραίνει από την αθωότητά του κάθε μέρα.Πνίγεται στην κοκαίνη και το ομαδικό σεξ με ξένους-φτηνή ανταλλαγή υγρών και ποτών.
Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες,πόσο μάλλον για πριγκίπισσες,κουνάω τα πόδια μου στη μάντρα,δεν έχω χρόνο,δεν έχω καιρό,δεν προλαβαίνω με τους καιρούς.
Ποιος σε κηνυγάει πες μας.
Το στομάχι μου σιγά σιγά απλώνει ύπουλα τα γαστρικά υγρά και απειλεί τα καταστρέψει ζωτικά όργανα,σα χτες μοιάζει που μου έδωσες ένα χέρι και το τράβηξα εγώ.
Ναρκοπέδιο.
Σήμερα,που πέθαναν άνθρωποι χιλιάδες και άλλαξε για πάντα ο εικοστός αιώνας και το μέλλον,εγώ στην αθωότητα επιμένω.Στις γνωστές μυρωδιές της κουζίνας.
Σε κάποια χρώματα που δε θα σβήσουν.Δε θα ξεβάψουν.

Friday, August 03, 2007

Το μπαρ των χαμένων ονείρων


Ο ένας μου εαυτός βρίσκεται στο Μπαρ των Χαμένων Ονείρων.
Πως μου άρεσε στις ταινίες,όταν ο ήρωας καθόταν στη μπάρα,έκανε νόημα στο μπάρμαν και του έβαζε το συνηθισμένο.Άναβε τσιγάρο.Στραβά,στην άκρη του στόματος.Σε στιγμές αμηχανίας.Ο μπάρμαν μάζευε τα ποτήρια,μα δεν έφευγε ο ήρωας,σκούπιζε με το πανάκι τα πλυμένα,τη μπάρα,μια καθαρίστρια σφουγγάριζε νυσταγμένη.
Την αγαπούσε;Τον αγαπούσε;Δεν έμαθα ποτέ.
Τώρα πια οι ηθοποιοί δεν ανάβουν τσιγάρο στις ταινίες.Τουλάχιστον όχι οι πρωταγωνιστές.
Και εκείνη δεν ερχόταν.Δεν ερχόταν.Μπορεί και να το μετάνιωσε.Να ντύθηκε,να έβαλε το chypre άρωμά της,το κραγιόν της,και να μην μπόρεσε να ξεμυτίσει από την πόρτα.
Μπορεί.
Ο άλλος μου εαυτός παλεύει με το βετέξ και τα βρώμικα νερά καθώς παλέυει να κρατήσει την ισορροπία του σε οκτώ μποφώρ.Δέχτηκα το φιλί του Ιούδα.
Χλωρίνη και νερό.Ένα για τον καθένα και πάλι από τη αρχή.Και ταξιδιώτης του παντός,είμαι κύμβαλο αλαλάζον...δεν είμαι κύμβαλο φίλε.Μια φτηνή φυσαρμόνικα ίσως.Φθαρμένη στις άκρες.
Χλωρίνη βετέξ και βρώμικο νερό.
Το έρημο κορμί μου όμως,δεν σταματάει να πετάει μπουμπούκια.
Στο στήθος,στην ήβη,στον αυχένα.
Αν ένα βράδυ κοντά στο Θησείο σταματήσεις να ακούσεις το αεράκι,μπορεί να είσαι τυχερός και να τα διακρίνεις.

Thursday, August 02, 2007

Και για το λόγου το αληθές..


η ταινία "Freeway",
μοντέρνα εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας,
του Σκορτσέζε.

Δυο χιλιάδες ενοχές

Δεν ξέρεις πότε θα πρέπει να κάνεις το σωστό.Σαν τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι,η Αρετή και η Κακία.Και ο δρόμος που σου δείχνουν,προορισμοί,προορισμοί με ανταμοιβές.
Και δεν ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα να διαλέξεις.Με το κεφάλι ψηλά ή σκυμμένη από την κούραση και τις ώρες της αυπνίας,με τη ζαλάδα κάτι χαδιών που πέρασαν και ένα μυαλό σα γεμάτο από ιστό από αράχνες αόρατες.
Δεν ξέρεις πότε θα σου ζητηθεί να πάρεις μια απόφαση που πονάει.Που καίει σα σίδερο.
Οι σφήκες που φώλιασαν στο πατζούρι μου ήταν ένα σημάδι.Πως θα έρθει το κακό.
Και σαν την Κοκκινοσκουφίτσα στο δρόμο με το καλαθάκι στο χέρι,να σιγοτραγουδάει "λύκε λύκε μου καλέ μου,λύκε λύκε είσαι εκεί,είναι η άγρια πλευρά σου που με συγκινεί",με το καλαθάκι με τα τσιγάρα της στο χέρι,white trash queen,σαν την ταινία Freeway,ακούστηκε από το ραδιόφωνο ενός περαστικού αυτοκινήτου σαν πλημμύρα η πιο όμορφη μουσική του κόσμου και ήξερα πως έκανα το σωστό.Και ας έστρεψα το στιλέτο.Προς τα που,δε λέω.