φοβάμαι τα κρύα πρωινά που δεν έχω τι να κάνω.
βρίσκω δουλειές περίπλοκες, ανακατώνω συρτάρια τακτοποιημένα,
τσαλακώνω ρούχα κολλαριστά, τρίβω πλακάκια με δηλητήρια.
και η λευκή κόλλα εκεί.
μα εμένα με τραβάει η σκόνη στα ράφια και τα άχρηστα χαρτιά.
θυμάμαι μέρες γενικής καθαριότητας-η γιαγιά μου με σηκωμένα μανίκια και πιασμένα μαλλιά, νερά να τρέχουν, οι άντρες κάπου εξορισμένοι
σκέτος ελληνικός στο τραπέζι της κουζίνας
κόλλα για τα ασπρόρουχα και σύρμα για τις κατσαρόλες
αγορασμένο από την οδό Αθηνάς μια μέρα σαν κι αυτή
μα τα χέρια μου δεν πηγαίνουν.
και το γραψιμο πιο δύσκολο από το σήκωμα των επίπλων
-ο ίδιος πόνος στο στήθος, κάπου χαμηλά-
και το πετάρισμα της ανυπομονησίας στο δωμάτιο
το καντήλι στο τζάκι να σβήνει από ένα φύσημα αόρατο
τα υγρά του στομαχιού να ανεβαίνουν και να μην τα σταματάει η θέληση
παυσίπονα τσάι σοκολάτες αλεύρι
αργία μήτηρ πάσης κακίας
γλυκό μου βάσανο.
Saturday, December 12, 2009
Thursday, December 10, 2009
κι ο δεκεμβρης..
άσχημα που φαίνονται τα σπίτια
που δεν έχουν στα παράθυρα κουρτίνες.
σα να περιμένουν το ληστή να τους δώσει συντροφιά.
happily ever after.
και το μυαλό μου μια έρημος. δουλεύω πασαλείβοντας τα δάχτυλά μου με βερνίκι νυχιών και εισπνέοντας τις αναθυμιάσεις, καίγοντας τα χείλη μου με μαύρο τσάι, φυσώντας τον καπνό στα μάτια μου.
closing time.
κάποτε σε ερωτεύτηκα-όταν ήμουν όμορφη και τα λουλούδια στα μαλλιά μου δε σάπιζαν.
κάποτε σε ερωτεύτηκα, είχαν τα μάτια σου την περιέργεια της αλεπούς χωρίς θήραμα.
κάποτε ήμουν εγώ το θήραμα. τώρα είμαι ο θύτης με συνείδηση.
και τα βράδια τσαλακώνω την περήφανη ψυχή μου
τα μαύρα μάτια μου
τα λευκά μου όνειρα
και χαιδεύω τα τραχιά δάχτυλα της ζωής μου.
it looks like freedom, but it feels like death.
it's closing time.
που δεν έχουν στα παράθυρα κουρτίνες.
σα να περιμένουν το ληστή να τους δώσει συντροφιά.
happily ever after.
και το μυαλό μου μια έρημος. δουλεύω πασαλείβοντας τα δάχτυλά μου με βερνίκι νυχιών και εισπνέοντας τις αναθυμιάσεις, καίγοντας τα χείλη μου με μαύρο τσάι, φυσώντας τον καπνό στα μάτια μου.
closing time.
κάποτε σε ερωτεύτηκα-όταν ήμουν όμορφη και τα λουλούδια στα μαλλιά μου δε σάπιζαν.
κάποτε σε ερωτεύτηκα, είχαν τα μάτια σου την περιέργεια της αλεπούς χωρίς θήραμα.
κάποτε ήμουν εγώ το θήραμα. τώρα είμαι ο θύτης με συνείδηση.
και τα βράδια τσαλακώνω την περήφανη ψυχή μου
τα μαύρα μάτια μου
τα λευκά μου όνειρα
και χαιδεύω τα τραχιά δάχτυλα της ζωής μου.
it looks like freedom, but it feels like death.
it's closing time.
Sunday, November 01, 2009
μέσα στις συνοικίες
μπήκε ξαφνικά το κρύο μέσα στη ραχοκοκκαλιά,
εκεί, δίπλα στις ψησταριές και τα οπωρωπωλεία
με πεπόνια θράκης στα τελάρα.
ένα πακέτο καρέλια στα πόδια μου.
και κάθε μέρα ένας άνθρωπος πεθαίνει.
τα σαββατόβραδα, που μαθαίνεις τα νέα
καθώς βάζεις τα σκουλιαρίκια σου στον καθρέφτη, ή όταν μισοκοιμάσαι στον καναπέ.
και δεν έχεις τι να πεις.
ή έχεις να πεις πολλά, όλα εξίσου άχρηστα.
Ισως να κουκουλωθείς με την κουβέρτα. Ίσως να πιεις, μονορούφι,το κονιάκ που κρατούσες για τα γλυκά σου.
Ίσως και να ζήλεψεις. (" Αμαρτία" -η φωνή της νεκρής μάνας σου στα αυτιά σου σαν κρότος)
Στα νησιά φυσάει άγρια όπως φυσάει συνήθως τέτοια εποχή.
Σήμερα, των Αγίων Αναργύρων ανήμερα, έσφαξαν κατσικάκι.
Το έβρεξαν με κρασί στη γλώσσα.
Ταυτόχρονα αμέτρητοι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να συνέλθουν από το χτεσινό μεθύσι.
Και το κρύο να σου κόβει το αίμα.
Ουδείς αναντικατάστατος.
Και περιμένεις τη σειρά σου-αργά, βασανιστικά , ίσως με μια ελπίδα στην άκρη του ματιού
ίσως να ξέρουμε όλοι τους τίτλους του τέλους.
εκεί, δίπλα στις ψησταριές και τα οπωρωπωλεία
με πεπόνια θράκης στα τελάρα.
ένα πακέτο καρέλια στα πόδια μου.
και κάθε μέρα ένας άνθρωπος πεθαίνει.
τα σαββατόβραδα, που μαθαίνεις τα νέα
καθώς βάζεις τα σκουλιαρίκια σου στον καθρέφτη, ή όταν μισοκοιμάσαι στον καναπέ.
και δεν έχεις τι να πεις.
ή έχεις να πεις πολλά, όλα εξίσου άχρηστα.
Ισως να κουκουλωθείς με την κουβέρτα. Ίσως να πιεις, μονορούφι,το κονιάκ που κρατούσες για τα γλυκά σου.
Ίσως και να ζήλεψεις. (" Αμαρτία" -η φωνή της νεκρής μάνας σου στα αυτιά σου σαν κρότος)
Στα νησιά φυσάει άγρια όπως φυσάει συνήθως τέτοια εποχή.
Σήμερα, των Αγίων Αναργύρων ανήμερα, έσφαξαν κατσικάκι.
Το έβρεξαν με κρασί στη γλώσσα.
Ταυτόχρονα αμέτρητοι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να συνέλθουν από το χτεσινό μεθύσι.
Και το κρύο να σου κόβει το αίμα.
Ουδείς αναντικατάστατος.
Και περιμένεις τη σειρά σου-αργά, βασανιστικά , ίσως με μια ελπίδα στην άκρη του ματιού
ίσως να ξέρουμε όλοι τους τίτλους του τέλους.
Wednesday, October 28, 2009
ιωσήφ
εκατομμύρια οδήγησες στο θάνατο
κι εκείνοι σε δόξαζαν
οι οικογένειες ων νεκρών, τα θύματα από τις δίκες σου, οι εργάτες στα καταναγκαστικά σου έργα.
τσάρε της φρίκης.
έγινες εφιάλτης και λατρεύτηκες.
και σιωπηλά, μασούσες το στόμιο της πίπας σου.
κατω από το αρρωστημένο φως του γραφείου σου δεν φαίνονταν τα σημάδια της ευλογιάς.
γιε του Καυκάσου. Απόγονε του Προμηθέα.
Τι κι αν η φωτιά που έδωσες σκότωνε με τις αναθυμιάσεις της.
Και νίκησες. Με αμέτρητα κομμένα μέλη και σφαίρες στο λαιμό.
ένας στρατός φρίκης γυρνούσε από το μέτωπο. τους εκτέλεσες.
ο γιος σου έπεσε στα ηλεκτροφόρα σύρματα.
κι εσύ γύρισες τη σελίδα της πράβντα.
κι έγινες θεός. με τα κίτρινα μάτια του αρπακτικού.
θεέ ασιάτη, Βάαλ της Σιβηρίας, δε χόρταινες.
στα σωθικά σου θυσίαζαν ζωές και ιδέες και ελπίδες.
Το αγαπημένο σου βιβλίο ήταν ο Ιβάν ο Τρομερός.
Ποιος Δρ. Φάουστ, ποιος Μεφιστοφελής.
Είναι η μοίρα να μισούν τους δυνατούς.
Ειναι η μοιρα να μισούν τους επιζώντες.
Είναι κρίμα να μη μπορείς να δικαιολογηθείς.
Και κάτω από τις κοζακικές λόγχες
που μίσησες
τα άγρυπνα μάτια του Μπέρια
όλες τις επαναστάσεις που πνίγηκαν στο αίμα
πάντα κάτι τέτοιες μέρες σε θυμάμαι,
Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Γιουγκασβίλι, γιε του τσαγκάρη.
κι εκείνοι σε δόξαζαν
οι οικογένειες ων νεκρών, τα θύματα από τις δίκες σου, οι εργάτες στα καταναγκαστικά σου έργα.
τσάρε της φρίκης.
έγινες εφιάλτης και λατρεύτηκες.
και σιωπηλά, μασούσες το στόμιο της πίπας σου.
κατω από το αρρωστημένο φως του γραφείου σου δεν φαίνονταν τα σημάδια της ευλογιάς.
γιε του Καυκάσου. Απόγονε του Προμηθέα.
Τι κι αν η φωτιά που έδωσες σκότωνε με τις αναθυμιάσεις της.
Και νίκησες. Με αμέτρητα κομμένα μέλη και σφαίρες στο λαιμό.
ένας στρατός φρίκης γυρνούσε από το μέτωπο. τους εκτέλεσες.
ο γιος σου έπεσε στα ηλεκτροφόρα σύρματα.
κι εσύ γύρισες τη σελίδα της πράβντα.
κι έγινες θεός. με τα κίτρινα μάτια του αρπακτικού.
θεέ ασιάτη, Βάαλ της Σιβηρίας, δε χόρταινες.
στα σωθικά σου θυσίαζαν ζωές και ιδέες και ελπίδες.
Το αγαπημένο σου βιβλίο ήταν ο Ιβάν ο Τρομερός.
Ποιος Δρ. Φάουστ, ποιος Μεφιστοφελής.
Είναι η μοίρα να μισούν τους δυνατούς.
Ειναι η μοιρα να μισούν τους επιζώντες.
Είναι κρίμα να μη μπορείς να δικαιολογηθείς.
Και κάτω από τις κοζακικές λόγχες
που μίσησες
τα άγρυπνα μάτια του Μπέρια
όλες τις επαναστάσεις που πνίγηκαν στο αίμα
πάντα κάτι τέτοιες μέρες σε θυμάμαι,
Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Γιουγκασβίλι, γιε του τσαγκάρη.
Tuesday, October 27, 2009
μαλβίνα
κι εσύ
πίστεψες στον έρωτα
με όλο σου το είναι-κι έγινες σκλάβα και σκλαβιά, μέσα στην επανάσταση των ιδεών σου.
και έκανες αρχαίες θυσίες
αντί για λάδι και στάρι και κρασί
έφτιαχνες πιάτα με τζίντζερ και κάρυ, κάρδαμο και μέλι
να κατευνάσουν τη γλώσσα, να κατευνάσουν τους θεούς
την τρικυμία στην καρδιά
σιδέρωνες τα παντελόνια με άψογη τσάκιση, έψηνες ελληνικό με παχύ καιμάκι
πάνω σε ελβετικά κεντήματα, χειρόγραφα του Χειμωνά, το αστέρι του Δαυίδ.
Με μουσική υπόκρουση Ζυλιέτ Γκρεκό, έγραφες με πυρετό στη σάρκα.
Σε θυμάμαι να μιλάς για αμερικάνικες αγορές και ρούχα από τον Ρομέο Τζίλι.
Μου άρεσαν τα μάτια σου.
Μου άρεσε που δε φοβόσουν κανέναν.
Όταν παντρεύτηκες στενοχωρήθηκα. Ήθελα να είσαι ελεύθερη.
Κι εγώ ήθελα να 'μαι σαν κι εσένα.
Αδωνάι! Αδωνάι!
Σε είδα μια φορά στον ύπνο μου
κρατουσες ένα ποτήρι σαμπάνια, φορούσες μια λευκή γούνα.
Δεν ήθελα πια να 'μαι σαν εσένα.
Κι όμως φοβόσουν, είναι αλήθεια.
Την τρέλα του έρωτα όμως δεν τη φοβήθηκες ποτέ.
Ισως να ταν και το μεγαλείο σου αυτό. Ισως και η αχίλλειος πτέρνα.
Κι εγώ που δε δέχτηκα σε κανέναν να μαι υπόδουλη
και όταν με φιλούσαν εγώ κλωτσούσα
δε φοβάμαι και ξέρω πια πως δε σου μοιάζω.
Κι έτσι σε φίλησα στο μέτωπο
ήταν ίσως χαραυγή και έβγαινε ο ήλιος κόκκινος
και με τα αχτένιστα μαλλιά μου, τσαλάκωσα την άκρη του φουστανιού μου
(χρώμα κρεμ, ζεστό ρυζόγαλο με κανέλα χυμένο)
και είπα αμήν, ο νεκρός δεδικαίωται.
Πάντα.
πίστεψες στον έρωτα
με όλο σου το είναι-κι έγινες σκλάβα και σκλαβιά, μέσα στην επανάσταση των ιδεών σου.
και έκανες αρχαίες θυσίες
αντί για λάδι και στάρι και κρασί
έφτιαχνες πιάτα με τζίντζερ και κάρυ, κάρδαμο και μέλι
να κατευνάσουν τη γλώσσα, να κατευνάσουν τους θεούς
την τρικυμία στην καρδιά
σιδέρωνες τα παντελόνια με άψογη τσάκιση, έψηνες ελληνικό με παχύ καιμάκι
πάνω σε ελβετικά κεντήματα, χειρόγραφα του Χειμωνά, το αστέρι του Δαυίδ.
Με μουσική υπόκρουση Ζυλιέτ Γκρεκό, έγραφες με πυρετό στη σάρκα.
Σε θυμάμαι να μιλάς για αμερικάνικες αγορές και ρούχα από τον Ρομέο Τζίλι.
Μου άρεσαν τα μάτια σου.
Μου άρεσε που δε φοβόσουν κανέναν.
Όταν παντρεύτηκες στενοχωρήθηκα. Ήθελα να είσαι ελεύθερη.
Κι εγώ ήθελα να 'μαι σαν κι εσένα.
Αδωνάι! Αδωνάι!
Σε είδα μια φορά στον ύπνο μου
κρατουσες ένα ποτήρι σαμπάνια, φορούσες μια λευκή γούνα.
Δεν ήθελα πια να 'μαι σαν εσένα.
Κι όμως φοβόσουν, είναι αλήθεια.
Την τρέλα του έρωτα όμως δεν τη φοβήθηκες ποτέ.
Ισως να ταν και το μεγαλείο σου αυτό. Ισως και η αχίλλειος πτέρνα.
Κι εγώ που δε δέχτηκα σε κανέναν να μαι υπόδουλη
και όταν με φιλούσαν εγώ κλωτσούσα
δε φοβάμαι και ξέρω πια πως δε σου μοιάζω.
Κι έτσι σε φίλησα στο μέτωπο
ήταν ίσως χαραυγή και έβγαινε ο ήλιος κόκκινος
και με τα αχτένιστα μαλλιά μου, τσαλάκωσα την άκρη του φουστανιού μου
(χρώμα κρεμ, ζεστό ρυζόγαλο με κανέλα χυμένο)
και είπα αμήν, ο νεκρός δεδικαίωται.
Πάντα.
Monday, October 19, 2009
τα απόνερα της καρδιάς μας
θα έρθει
χορεύοντας ένα παλιό ζειμπέκικο
στον ρυθμό αυτών των εννέα ογδώων θα σηκώσει τις φτέρνες του
ένα δρεπάνι λουστρίνι
η γλυκιά γεύση του ατσαλιού πάνω στη γλώσσα
"θεέ μου, τη δεύτερη φορά.." κι αν δεν υπάρξει πρώτη, αναρωτιέμαι
δεν πίστεψα στον έρωτα μα εκείνος με κηνυγά
κι εγώ σαν θήραμα αβοήθητο τεντώνω τα αυτιά μου
στηλώνω τα μάτια μου
και να κουνηθώ δεν μπορώ
θα έρθει χορεύοντας στον ρυθμό των εννέα ογδώων
θα με ζητήσει για ντάμα
θα χώσει στο στήθος μου μια τανάλια
να με σφίγγει όταν θα σε σκέφτομαι
κι εγώ με τα χέρια μέχρι τους αγκώνες στις σαπουνάδες
κρύβομαι από τα σύννεφα, για να μην καώ
από τη δική μου την αντανάκλαση.
χορεύοντας ένα παλιό ζειμπέκικο
στον ρυθμό αυτών των εννέα ογδώων θα σηκώσει τις φτέρνες του
ένα δρεπάνι λουστρίνι
η γλυκιά γεύση του ατσαλιού πάνω στη γλώσσα
"θεέ μου, τη δεύτερη φορά.." κι αν δεν υπάρξει πρώτη, αναρωτιέμαι
δεν πίστεψα στον έρωτα μα εκείνος με κηνυγά
κι εγώ σαν θήραμα αβοήθητο τεντώνω τα αυτιά μου
στηλώνω τα μάτια μου
και να κουνηθώ δεν μπορώ
θα έρθει χορεύοντας στον ρυθμό των εννέα ογδώων
θα με ζητήσει για ντάμα
θα χώσει στο στήθος μου μια τανάλια
να με σφίγγει όταν θα σε σκέφτομαι
κι εγώ με τα χέρια μέχρι τους αγκώνες στις σαπουνάδες
κρύβομαι από τα σύννεφα, για να μην καώ
από τη δική μου την αντανάκλαση.
Saturday, September 19, 2009
τα πλοία που φεύγουν σα φαντάσματα
ξανά ξημερώματα βρίσκομαι στα λιμάνια
μια μπάλα στο στομάχι δυο χτυπήματα στην καρδιά
στον αέρα ακόμα η τσίκνα και τα καμένα λάδια στο πεζοδρόμιο
πειραιάς άγιος σπυρίδωνας σταθμός ηλεκτρικός
τα πορνοπεριοδικά στα περίπτερα δυο πεταμένα χαρτάκια από γκοφρέτα αποτσίγαρα
μια βροχή που δεν έρχεται
μια ζωή που δεν έρχεται.
Θα θελα να άκουγα λίγο Αζναβούρ λίγο Ζακ Μπρελ
λιπαρό δέρμα νύχια φαγωμένα
και ποια είσαι εσύ που θα μου πεις τι θα κάνω
ne me quitte pas άρωμα bois des iles
κίτρινα λουλούδια στα μάτια μου ανθίζουν στα θάλασσα
κι όμως δεν είναι ψέμα
-τα μυστικά σου φανερώθηκαν-
η ραφή στην κάλτσα σου, το στιλέττο στη μπότα σου
σε φιλώ γλυκά και σε μισώ θανάσιμα
με λίγο νάζι και οργή, τρίξιμο των δοντιών
κι αέρα στα πανιά μου.
μια μπάλα στο στομάχι δυο χτυπήματα στην καρδιά
στον αέρα ακόμα η τσίκνα και τα καμένα λάδια στο πεζοδρόμιο
πειραιάς άγιος σπυρίδωνας σταθμός ηλεκτρικός
τα πορνοπεριοδικά στα περίπτερα δυο πεταμένα χαρτάκια από γκοφρέτα αποτσίγαρα
μια βροχή που δεν έρχεται
μια ζωή που δεν έρχεται.
Θα θελα να άκουγα λίγο Αζναβούρ λίγο Ζακ Μπρελ
λιπαρό δέρμα νύχια φαγωμένα
και ποια είσαι εσύ που θα μου πεις τι θα κάνω
ne me quitte pas άρωμα bois des iles
κίτρινα λουλούδια στα μάτια μου ανθίζουν στα θάλασσα
κι όμως δεν είναι ψέμα
-τα μυστικά σου φανερώθηκαν-
η ραφή στην κάλτσα σου, το στιλέττο στη μπότα σου
σε φιλώ γλυκά και σε μισώ θανάσιμα
με λίγο νάζι και οργή, τρίξιμο των δοντιών
κι αέρα στα πανιά μου.
Subscribe to:
Posts (Atom)
