Friday, March 02, 2012

ερωμένη

ξαφνικά έγινες η ιδανική και ανάξια ερωμένη.
άπλωσες τα νύχια σου και έπιασες
λευκά κορίτσια με ροζ μάγουλα,
απογοητευμένες ερωμένες, ερωτοχτυπημένους μαθητές
και σιτεμένες χήρες.
άπλωσες τη σκιά σου σε πετυχημένους επιχειρηματίες,
συγγραφείς,κοσμικούς, αλκοολικούς και ανορεξικούς.
σου έκαναν ξαφνικά καντάδες,
εκεί που σε περνούσαν για επάρατη νόσο,για κατάρα.
άπλωσες με στοργή τα λουλούδια σου σε βάζα,
ταβόρ,λεξοτανίλ,σεροκουέλ,ιμοβάν,λαντόζ,εφεξόρ, στιλνόξ
εξωτικά ονόματα όπως ψύχωση, παραίσθηση, λύπη, μελαγχολία, πρόβλημα συμπεριφοράς.
έγινες ρομαντική όπως έγινε κάποτε η φθίση-όσοι δεν σε έχουν ζηλεύουν.
ζηλεύουν το άπλυτο σώμα σου τα αχτένιστα μαλλιά σου
τα τσαλακωμένα σεντόνια σου την ανικανότητα για οργασμό σου
τις ονειρώξεις σου τα σπασμένα τζάμια σου τα κομμένα χέρια σου.
τις απόπειρες αυτοκτονίας σου τις μανίες σου τα κλάματά σου.
κι εσύ γελάς.
σκέφτεσαι τις χαμένες ώρες τα νεανικά σώματα να ζητάν κι άλλα προιόντα εργαστηρίου
φαρμακα ενέσεις βόλτες στην εξοχή ιδρύματα
φαγωμένα νύχια αλκοολικές ανθυμιάσεις
πόσα σώματα πήρες μαζί σου
στα μαύρα μάτια σου στην καυτή αναπνοή σου
έγινες ξαφνικά κάτι το συνηθισμένο το απτό το καθημερινό.
κι εγώ θυμάμαι από τότε που ζω μαζί σου
μόνο χαμένες ώρες χαμένο χρόνο
ανθρώπους που έχασα ταξίδια που δεν πήγα ζωή που έχασα.
μα μόνο εσύ ήσουν πάντα μαζί μου
όταν οι άλλοι έφυγαν.

Friday, February 17, 2012

δεν το θέλαμε

δεν θέλαμε να είμαστε οι χαμένοι,οι ηττημένοι.
είχαμε ξεχάσει όμως πως ήμασταν φυλακισμένοι σε μια γωνιά
του κόσμου,τυφλωμένοι από φθόνο και οργή.
και δεν ξεσπούσαμε στους καθρέφτες μας ούτε στη γροθιά μας.
σαν ζητιάνοι γυρνούσαμε τις νύχτες
παρακαλώντας για λίγη συμπόνοια λίγη αγάπη λίγη ανυπαρξία.
όταν την παίρναμε δίναμε μια γροθιά στο στόμα μας και ρουφούσαμε το αίμα μας.
θυσιάσαμε τις κόρες μας τους γιους μας τους τάφους μας.
στη σάρκα τους βλέπαμε τον εαυτό μας νικητή,
κι ας έλεγαν πως η ήττα είναι ηρωική, εμείς παλεύαμε χωρίς να μας έχει μείνει αναπνοή.
εμείς τα ξωτικά. εμείς οι επαίτες. εμείς οι κλεπταποδόχοι.
τις νύχτες σαν στρατός από κοράκια πετούσαμε πάνω από την πόλη
και ψάχναμε για θύματα.
τα βρήκαμε
αλλά αργά καταλάβαμε πως ήμασταν εμείς οι ίδιοι.

Monday, February 13, 2012

τις ημέρες αυτές

τις ημέρες αυτές δεν έχω σώμα.
εξατμίζεται στο ταβάνι και υγροποιείται κατά βούληση.
τις ημέρες αυτές δεν έχω σάρκα. τρέφομαι με υγρά και δάκρυα και ιδρώτα.
τις ημέρες αυτές δεν έχω θερμότητα.
τυλίγομαι με κουρέλια και δένω πέτρες στους αστραγάλους.
πόσο θα ήθελα να στολίζομαι με πολύτιμα υφάσματα
να χρωματίζομαι με πορφύρα
να αγγίζω το πρόσωπό σου.
κλαίω τα βράδια μουτζουρωμένη σαν απόρριψη.
τις ημέρες αυτές δεν έχω σώμα.
αν είχα θα σου ανήκε.

Saturday, February 04, 2012

στα ράφια

φουντωτά φύλλα από σπανάκι με στάλες δροσιάς ακόμα πάνω τους, πιπεριές τσίλι τόσο δα μικρές να καίνε το στόμα και τον ουρανίσκο,εξωτικό τζίντζερ πιπεράτο και ζωντανό, χαζεύω τη ζωντάνια σας και τα ζηλεύω,σπάνιες για την εποχή φράουλες να περιμένουν την κρέμα και τη ζάχαρη στο πορσελάνινο μπωλ, κολοκύθα ηλιοστάλαχτη μέσα στη γκρίζα μέρα, όταν μεγαλώσω θέλω να έχω το χρώμα σου στην καρδιά μου και να φωτίζω, λάχανα κόκκινα και λευκά, μεγάλα σαν κεφάλια, θέλω να τραβάω τα φύλλα σου με ηδονή, στη σειρά σαν στρατιωτάκια,πάρτε με στο σπίτι σας και θα σας θρέψω,θα σας φροντίσω και θα σας χορτάσω,οι χυμοί των φρούτων,φραγκόσυκα από τη Μάνη, βατόμουρα από σκονισμένους θάμνους να κοκκινίζουν τα στόματα, πορτοκάλια από την Καλιφόρνια και καρύδια να σπάνε στο πάτωμα, έλα να σε φροντίσω,να σε πλύνω και να σου μαγειρέψω,να σου χαρίσω όλα τα καλά του κόσμου και της γης, να σε αλατίσω και να σε πιπερώσω, να σε πλύνω και να σε ζεματίσω, να σε βάλω στο μπωλ και να σε θαυμάσω,να ταξιδέψουμε στην υφήλιο με τα στόματα μας γεμάτα σποράκια φράουλας να μεθάνε,έλα στον κήπο μου να σε φιλέψω,να σε γεύομαι και να με γεύεσαι, να είμαι η γη να είσαι το χώμα,να είμαι το φύλλο να είσαι η δροσιά μου.

Wednesday, February 01, 2012

1η φλεβάρη

και πάλι ήρθε το αίμα, τόσα χρόνια η ίδια δουλειά,μια φορά το μήνα να γίνεσαι βρέφος,να σκέφτεσαι πως πρέπει να αγοράσεις τις γαμημένες τις σερβιέτες και τα ταμπόν, να βγάλεις άπό το συρτάρι τα γκρίζα τα τρύπια τα παλιά εσώρουχα που δε λένε να σκιστούν να τα πετάξεις να πάρεις καινούρια,και το κρύο να μπαίνει μέσα σου και να μη βγαίνει με τίποτα, να λεκιάζει τα σεντόνια,να πρήζει το στήθος και την κοιλιά,να χαλάει το δέρμα και να ζητάει μεσάνυχτα σοκολάτες,και μέρες στο μπάνιο να τρίβεις τα ρούχα με βούρτσα και σαπούνι και κρύο νερό,το αίμα με ζεστό νερό δε βγαίνει με τίποτα,και να ξεραίνονται τα χέρια με τα απορρυπαντικά και οι λεκέδες εκεί,και να πλένεις και εσένα,να τρέχει σιγά σιγά σα χαλασμένη βρύση,πέντε το πρωί τρεις το πρωί και να κρυώνεις αλλά το ρημάδι εκεί,όχι γάργαρο σαν πληγή αλλά σκουριασμένο σαν εντόσθια,σφουγγάρι και νερό και χαρτιά τουαλέτας και βαμβάκια,τα νύχια να κοκκινίζουν από κάτω και να μην έχεις το κουράγιο,να στάζεις φοβισμένη στη ζέστη και στον καύσωνα και στα πρωτοβρόχια και στα κρύα του μάρτη,οι ορμόνες χορεύουν βάλς,τα σεντόνια να στριφογυρίζουν στο πλυντήριο,δεν αντέχω δεν αντέχω, μεσουλιντ και πονστάν στο κομοδίνο,και γιατροσόφια,τα έχουμε δοκιμάσει όλα,κανέλα και γλυκάνισο και χαμομήλι και θερμοφόρες,και ασταμάτητο το ρυάκι να τρέχει να τρέχει και να μη στερεύει,τα νιάτα μου τα πέρασα με λευκαντικά και χλωρίνες και μουλιάσματα και λεκάνες, κι ένα κρύο ανάμεσα στα πόδια και ένα φόβο και μια ενοχή,ωάρια που σε εγκαταλείπουν και σάλπιγγες που αδειάζουν και μια μήτρα μουγκή, και τη σιωπή της γυναίκας,να ματώνεις,να ματώνεις και να μην μπορείς να το πεις.

Sunday, January 22, 2012

τι απέγιναν

τι απέγιναν εκείνα τα δειλά αγόρια
που ντρέπονταν να μας φιλήσουν
ντρέπονταν να δουν τον πόθο μας
που κάπνιζαν μαζί μας τσιγάρα και όνειρα στα σκαλοπάτια έρημων κτιρίων
τι απέγιναν τα ζεστά χέρια τους
τα κοχύλια που είχαν στα δάχτυλά τους
τα μαύρα πανωφόρια τους.
στράγγιζαν τα βράδια μας με τη μυρωδιά τους
θέλαμε να μας σκεπάζουν τις νύχτες
κλαίγαμε και λέγαμε πως φταίει ο καπνός
τους βλέπαμε να διαλύονται στην άμμο.

τι απέγιναν όλοι οι άνδρες που αγάπησα
που έδωσα ανάσες και μεθυσμένα φιλιά και ρίγη
που αποκοίμησα στο στήθος μου
που ήπιαν τον καφέ μου και τις λύπες μου
που μαχαίρωσα με το σώμα μου και σημάδεψα με το αίμα μου
τι να απέγινε ο ιδρώτας τους

άραγε με σκέφτονται
σαν παρθένα ή σαν ιέρεια μαυροντυμένη
σαν κορίτσι ή σαν κάτι πεθαμένο
με μπλε χείλη από το κρύο και την αναμονή
ή ανθισμένη από αγάπη
σημαδεμένη από μαχαίρια θυσίας
υποταγμένη στους όρκους τους
ή ίσως λευκοντυμένη με γρήγορη ανάσα
κάπου στις γκρίζες πόλεις.

Friday, January 20, 2012

καημός

δεν ξέρω τι με πονάει περισσότερο
το πράσινο των δέντρων
τα χείλια της μάνας μου στον καθρέφτη μου
ή η ζαλάδα του έρωτα
που δεν έρχεται.