Saturday, December 29, 2007

Rare rose


Το καλό μου φόρεμα μυρίζει ουίσκι και καπνό.Το σώμα μου πονάει,τα χείλη μου ξερά και άχρωμα,πρωί,νερό πολύ,ξεφτισμένο βερνίκι νυχιών,δυο τρεις βλεφαρίδες στο μάγουλό μου.
Η ψυχή μου έχει μώλωπες.Φοράω το πουκάμισό σου τα βράδια και σε αγκαλιάζω στο νου μου.Σάββατο μέσα στις γιορτές.Πολυκοσμία και χρώματα,και μπαλόνια,και κοριτσάκια με σκούφους,και η νύχτα να μου γνέφει.
Είμαι αητός χωρίς φτερά,οι στίχοι της Ευτυχίας.Διαβάζω ποιήματα του Καίστνερ,als ich ein kleiner Junge war.
Δρέσδη και Βερολίνο και Φράιμπουργκ και Μάρμπουργκ.
Πόσο καιρό έχω να πάω σε Weihnachtsmarkt.Τραγούδια του Κουρτ Βάιλ με τη Λόττε Λένυα από το δισκοπωλείο στην Uniplatz.Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και ο πειρασμός.Το θυμάσαι το δισκοπωλείο στην Uniplatz?Πως μύριζαν τα βινύλια?Πως πηγαίναμε στο dm και συνέχεια γελούσαμε στα ράφια?Το αρωματοπωλείο "Frosch"που πουλούσε εκείνο το πανάκριβο άρωμα L'Artisan Parfumeur, "Tea for two"?
Που από εκεί αγόραζα το κραγιόν Bite your lips,just bitten strawberry,που σου άρεσε;
Και οι καφέδες μας στο Cafe Journal,στα χέρια πιασμένοι.
Τώρα νυστάζω εύκολα και αναζητώ εύκολες απολαύσεις.Δε ζητάω πολλά,ζω με τα λίγα,όπως πάντα,και τολμώ ακόμα,ακόμα, να ονειρεύομαι.Τη μεγαλύτερη πολυτέλεια της ζωής.

Wednesday, December 26, 2007

Για όλα τα πλάσματα..


"κάπου υπάρχει η αγάπη μου,μα δεν ξέρω ποια είναι..."

Tuesday, December 25, 2007

Temptation

Τραγουδάει η Diana Krall σήμερα το πρωί,άκουσα ξημερώματα τις καμπάνες,πόσο χαρούμενα,στροβιλίζομαι με το λευκό νυχτικό μου,temptation,i can't resist,ο γκρίζος ουρανός,με πήρε ο Φ. από τη Βοστώνη,3 χρόνια έχουμε να κάνουμε Χριστούγεννα μαζί,θυμάσαι;Στην Καλιφόρνια είχε ήλιο,στην Αθήνα είχαν ήλιο τα μάτια σου και γίνονταν ροζ τα μάγουλά σου από το κρύο.Και τώρα είμαι μόνος.
Έρημοι δρόμοι,μετράω τις δυνάμεις μου,να έβλεπες τη φούστα με το τούλι,να μέτραγα πάλι γελώντας τα κόκκαλά σου,να πηγαίναμε στη Σπείρα στην Αθηναιδα,να τραγουδάω δυνατά και να γελάς,να γελάς,να είσαι ξανά υγιής και ήρεμος και να μην ψάχνεις μεσάνυχτα κάβες και κακόφημες συνοικίες και να με κάνεις να κλαίω.
Μετράω τις δυνάμεις μου στον καθρέφτη.Και δεν ξέρω,πάλι,ποιος θα νικήσει.

Friday, December 21, 2007

Hazy shade of winter



Time Time Time

See what's become of me

While I looked around'

For my possibilities

I was so hard to please

But look around

Leaves are brown

And the sky is a hazy shade of winter


Hear the Salvation Army band

Down by the riverside

It's bound to be a better ride

Than what you've got planned

Carry your cup in your hand

And look around

Leaves are brown

And the sky is a hazy shade of winter

Hang onto your hopes,
my friend
That's an easy thing to say
But if your hopes should pass away
Simply pretend
That you can build them again
Look around
The grass is high
The fields are ripe
It's the springtime of my life

Seasons change with the scenery
Weaving time in a tapestry
Won't you stop and remember me
At any conveient time?
Funny how my memory skips
While looking over manuscripts
Of unpublished rhyme
Drinking my vodka and lime
I look around
Leaves are brown
And the sky is a hazy shade of winter

Look around Leaves are brown
There's a patch of snow on the ground
Θυμάμαι να ακούω το τραγούδι αυτό από μια παλιά κασέτα στα 13 μου από τους Σάιμον και Γκαρφάνκελ στο δάσος της καμένης πια,Πάρνηθας,Κυριακή μεσημέρι,πάνε κάτι χρόνια τώρα,
και τυχαία τις κρύες αυτές νύχτες περνάνε αμάξια που παίζουν μουσικές,Κοέν και Γκαρφάνκελ,μέχρι και Τιμ Χάρντιν άκουσα να περνάει καθώς ήμουν στο μπαλκόνι,και θυμήθηκα επιθυμίες του τότε,των 13,να πάω στην απογευματινή παράσταση του σινεμά το Σάββατο,να μου αγοράσουν ένα προστατευτικό χειλιών με άρωμα βανίλια,με ελαφρύ ροζ χρώμα,να μη με σηκώσουν στο μάθημα,και κυρίως,κυρίως,να μου κάνουν δώρο την Amarige του Givenchy εκείνα τα Χριστούγεννα που την φορούσε η φίλη μου η Β.και νόμιζα πως ήταν το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου.Και ήθελα άλλα και ήμουν αλλιώς και πέρασαν τα χρόνια και φορούσα κάτι πουλόβερ που τσιμπούσαν και διάβαζα ασταμάτητα,ασταμάτητα μυθιστορήματα.
Έχω χρόνια να βάλω μάλλινο πουλόβερ να τσιμπάει,δεν έχω ξαναπάει στο δάσος,να περπατήσω,και αυτά τα Χριστούγεννα θα θελα να πάω στη θάλασσα και με το φως να λάμπει,να προχωρήσω μέσα,να βρω τα άστρα και το φεγγάρι,τα δικά μου άστρα,και να δω τις πόλεις,χτισμένες κάτω,στο βυθό,και να με θρέφει το νερό,το ιώδιο και η αρμύρα.

Wednesday, December 19, 2007

Cherries in the snow


Το κρύο με τρυπάει.
Βρίσκω θαλπωρή κοντά στα Starbucks,μια θερμάστρα έξω,για τους καπνιστές,ζεσταίνω τα χέρια μου στο χάρτινο κυπελλάκι,αγόρασα δώρα για λίγους,εκλεκτούς,που έμειναν,ήρθαν με το ταχυδρομείο τα cd του Πήτερ Ουστίνωφ,τα χείλη μου ξεράθηκαν πάλι.
Εκείνα τα Χριστούγεννα μου είχες κάνει δώρο ένα άρωμα,θυμάμαι που τρώγαμε παγωτό αγριοκέρασο έξω από το εμπορικό κέντρο,στη Χαιδελβέργη,περπατούσαμε πάνω από τη γέφυρα και χιόνιζε και έμπαινε στα παπούτσια μας και κρυώναμε,και ο Νέκαρ από κάτω ήταν γκρίζος κι περνούσαν τα ποταμόπλοια και τα παιδιά έπαιζαν χιονοπόλεμο.
Τώρα διαβάζω στα καφέ,εσύ είσαι σε άλλη πόλη,εγώ κρυώνω ακόμη,ανταλλάζω δυο κουβέντες με τον υπάλληλο που μου σερβίρει τον καφέ κι εσύ κοιμάσαι μόνος.
Λες και έχει σημασία,μα τέτοιες μέρες θυμάμαι που διάβαζα στο κρεβάτι και εσύ κάπνιζες στο πάτωμα,το φθαρμένο,και ήταν καλύτερα που δεν ξέραμε τι μας περίμενε.

Monday, December 17, 2007

Knitting


θα θελα να ξερα να πλέκω και να έφτιαχνα μάλλινα καλτσάκια για όλα τ αγέννητα μωρά,κίτρινα,γαλάζια,ροζ,ριγέ,με σχέδια.Μα δε μου έμαθε κανένας. Και κάθομαι και ξεσκονίζω παλιά ράφια και ράχες βιβλίων.Τα μαλλιά μου αργούν να στεγνώσουν.
Ένα μεγάλο κενό και τίποτα να το γεμίσει.Μακάρι να ήξερα να πλέκω και να ακούω το ρυθμικό ήχο από τις βελόνες και να νιώθω την αίσθηση του μαλλιού.
Σκοτεινιά έξω.Χιονίζει στα βουνά της Αττικής,κοντά στην Αγ.Τριάδα,εκεί που πέρασα τόσα χρόνια σε ένα κτίριο που πολλοί πήγαιναν και λίγοι το αγαπούσαν.Και τώρα έχει κλείσει και αυτό και εξαφανίστηκαν οι δίσκοι με τα τσάγια και τα τρόλευ για τα γλυκά μετά το γεύμα.
Έτρωγα σπιτικό παγωτό peach melba,ακόμα και το χειμώνα.Σήμερα μου έκαναν δώρο ένα κραγιόν που ονομάζεται slopes.με δείχνει χλωμή.Ας είναι.
Η παιδική μου ηλικία κάηκε όπως κάηκα και εγώ,γλείφει τις πληγές της και ενώ πλησιάζουν τα Χριστούγεννα,σα Σταύρωση νιώθει.
Έλλειψη όρεξης.Δεν πήγα στα μαγαζιά,δεν πήγα να δω τη χριστουγεννιάτικη Αθήνα.Ούτε στη θάλασσα πήγα.Μόνο στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο,ο ιδιοκτήτης μου είπε πως κάθε χρόνο ξεπουλάει από Καζαμίες και ημερολόγια τοίχου με ποιηματάκια και συγκινήθηκα.

Friday, December 14, 2007

Greta




Ήταν η γυναίκα μύθος.Η μεγαλύτερη σταρ που υπήρξε,που ήθελε διακαώς να μείνει μόνη,μόνη,που δεν είπε "i vant to be alone" αλλά "I vant to be left alone"με τη βαριά σουηδική της προφορά,που έκανε ένα δημοσιογράφο να περιμένει 15 χρόνια να περιμένει έξω από το σπίτι της για μια συνέντευξη,που το μυστηριώδες βλέμμα της ήταν υψηλή μυωπία,λίγο θολό,μα τι ειρωνία.
Και ήταν χειμώνας στη Σουηδία και είναι χειμώνας στην Ευρώπη και το κρύο δεν αστειεύεται και οι άνθρωποι γύρω μου παντρεύονται,κάνουν παιδιά,τρώνε,δουλεύουν,και στο τέλος πεθαίνουν.Τα μάτια μου κουράζονται εύκολα,λίγοι στο δρόμο,Παρασκευή και όλοι ονειρεύονται την ξεκούραση,αγορές και δώρα,λαμπιόνια και χαρτί περιτυλίγματος,αρώματα και βιβλία και μπουκάλια από ποτά που θα μείνουν στην κάβα χωρίς να τα πιει κανείς,Φρανκ Σινάτρα και Ντόρις Ντέι στα μεγάφωνα των πολυκαταστημάτων,και ήταν έτσι και θα είναι έτσι και ακόμη μέχρι τώρα κανείς δεν έχει καταλάβει γιατί η Γκάρμπο ήθελε τόσο,μα τόσο πολύ να την αφήσουν μόνη.

Thursday, December 13, 2007

Enchanted




Winter Wonderland

Tuesday, December 11, 2007

Snowflakes


Καμιά χιονονιφάδα δεν είναι ίδια με την άλλη.
Δεν ξέρω αν ακόμα φοβάμαι τα δάση,ίσως και να είναι όλα ακόμα μαγεμένα,σαν τη Χιονάτη με τα κατακόκκινα χείλη τρέχω να ξεφύγω από τη μητριά,και οι νάνοι δεν είναι εκεί να με σώσουν,τα πουλιά μετανάστευσαν σε άλλα κλίματα,έξω κάνει κρύο,κακόμοιρα σπουργιτάκια,αμπαρόριζα και βερμπένα στις γλάστρες του μπαλκονιού,ρίχνω τα κατακάθια του καφέ κάθε πρωί,ξαναδιαβάζω τα παιδικά μου βιβλία,στο εστιατόριο που τρων τα συνεργεία,ήρθε το θέμα σου,κάπως στα αστεία..

Monday, December 10, 2007

Searching for Sebald

Δήμος Μούτσης στο ραδιόφωνο,η Δευτέρα ξεπροβάλλει μάλλον άχαρα στις 4 το πρωί μέσα στη σκοτεινιά των προαστείων.
Ανακατεύω το παρελθόν με το μέλλον,θέλω να πάω στη θάλασσα τώρα που είναι χειμώνας,να περπατήσω στην ακρογιαλιά,βγαίνω για δουλειές στις λεωφόρους,το δέρμα του προσώπου σκάει και υποφέρει,κοκκινίλες στα μάγουλα,φαρμακεία και δημόσιες υπηρεσίες,να πίναμε μαζί ένα τζιν με τόνικ καθισμένοι στη μπάρα την ώρα που σκοτεινιάζει..
Searching for Sebald,ψάχνω βιβλία,παιδικά και βρεφικά ρούχα,ροζ,λευκά,απαλά υφάσματα,χρώματα,ήρεμοι ύπνοι στην κούνια.
Δεν πήγα να δω ακόμα το Ελίζαμπεθ στο σινεμά,γιορτάζουν τόσοι και δε με κάλεσε κανείς,κανείς,Κυριακή απόγευμα στον καναπέ και στο παράθυρο της κουζίνας που καιρό έχει να ακούσει γέλια,σα δε ντρέπεσαι,σα δε ντρέπεσαι,άλλοι θα διναν ότι πολυτιμότερο έχουν για να ζήσουν τη ζωή τη δικιά σου.
Κι εσύ σχεδόν την πετάς στο δρόμο.

Friday, December 07, 2007

Κρατάω


Κρατάω μέσα μου όλους όσους με αγάπησαν και τους απογοήτευσα χωρίς τελειωμό.
Δεν ξέρω αν με βαραίνουν ή αν έχω ενοχές,΄μα πάω μαζί τους βόλτα.Τους βγάζω σα μωρά για περίπατο,τους σκεπάζω,τους παίρνω καραμέλες τσάρλεστον,τους ψιθυρίζω "σώπα,σώπα",όταν κλαίνε απαρηγόρητα,τους δίνω νερό όταν διψούν.
Αγοράζω και τρώω σοκολάτες.Στα ράφια κάποιος μου λέει προστυχόλογα,πηγαίνω προς τα πορτοκάλια,σκέφτομαι την Αργολίδα,την κάψα του καλοκαιριού.Δεν υπάρχει λύτρωση.
Καμία λύτρωση.
Σταγόνες για την καταρροή,μπουκώνομαι άλλο ένα κομμάτι,πικρή,πάνπικρη,και σκέφτομαι πως μπορεί να με κακολόγησαν,να με παρξήγησαν,να με διέσυραν,να ήθελαν να με σβήσουν απ'το χάρτη,μα να με κάνουν να σταματήσω να γράφω δεν μπόρεσαν.
Και γυρνάω στο σπίτι,και έρχεται άρωμα μανόλιας από τον αμερικάνικο Νότο.
(Μα τέτοια εποχή;)

Thursday, December 06, 2007

Heddy




γνωστότερη για το έργο "έκσταση" όπου η κάμερα έδειχνε το πρόωπό της την ώρα του οργασμού,και το γυμνό της σώμα,ίσως μια απ'τις πιο όμορφες γυναίκες που πέρασαν ποτέ απ'το σινεμά..

Heddy Lamarr

Ούτε ξέρω γιατί μου ήρθε το όνομά της ή το πρόσωπό της.Ξεχάστηκε.Τα μαύρα της μαλλιά έλιωσαν στο έδαφος,ήρθε το αεράκι και την πήρε.Και τα έργα της.Έλιωσε το αιλάινερ στα βλέφαρα και οι ψεύτικες βλεφαρίδες.
Γύρω ο κόσμος στροβιλίζεται.Άνδρες ου καλλωπίζονται και ακκίζονται,ξαναδιαβάζω το Τρίτο Στεφάνι,μαμά,δε μπορούσες να δεχτείς πως έτσι είμαστε εμείς οι γυναίκες,ε;
με χαρτομάντιλα στο χέρι,φλέγμα,Ντεμπισσύ τα πρωινά,ψεύτικες εικόνες ενός ψεύτικου λαιφσταιλ που σαρώνει,δε θέλω να γίνω έτσι,σε παρακαλώ ας μη γίνω έτσι,οι βαριές βελούδινες κουρτίνες του θεάτρου,κάτι βελούδινες φούστες στο ντουλάπι,λίστες για ψώνια και καφές φουντούκι που δεν μπορώ να καταλάβω τη γεύση.
Ο Τάκης Χορν Άμλετ με το κρανίο,η μητέρα μου πίνει εσπρέσσο με τον Αλέξη Σολωμό,η γιαγιά μου κάνει τα μαλλια μου πλεξούδα και τη στερεώνει σα στέκα πάνω στο μέτωπο,έβαψα ξανά τα νύχια μου,σοκολάτα με άρωμα βερύκοκο Βελγίου,Χάνσελ και Γκρέτελ η ψυχή μου,πόσο λαχτάρησα να ξενυχτήσουμε όπως κάναμε παλιά οι δυο μας και να βρεθώ στη Βαρβάκειο με την τιράντα πεσμένη και ένα διπλό εσπρέσσο στο χέρι,γεμάτη παραισθήσεις και ρίγη μετά το ξενύχτι και να σε βλέπω να φεύγεις και να μη μου λες αν θα γυρίσεις ή όχι.

Sunday, December 02, 2007

Κέντρο

Καταφυγή στο κέντρο.Ο Ζώναρς γεμάτος ξανά,μια λεμονάδα στη στάση του λεωφορείου,ανεβαίνουν,κατεβαίνουν επιβάτες,αμίλητη με το τσιγάρο στο χέρι,βιτρίνες βιβλιοπωλείων,ένα κοριτσάκι στο καρότσι κρατάει σφιχτά μια κούκλα (μα που τη βρίσκει τόση δύναμη;)ταμεία θεάτρων,ένα μπουκάλι ροδόνερο σε μια βιτρίνα φαρμακείου κοντά στον Ευαγγελισμό.
Ζέστη-κρύο.Συζητούν για χειμερινά ταξίδια.Χριστούγεννα στην Πράγα και στο Βερολίνο.Στο Λονδίνο,στη Νέα Υόρκη.Για τον Παρνασσό που για άλλους είναι διακοπές και για μένα είναι δεσμός αίματος,το αίμα της μάνας.
Αισθάνομαι σαν την Αστραδενή που μόλις ήρθε απ'τη Σύμη.Εγώ δεν έχω πια κοτσίδες,δεν θυμάμαι αν είχα και ποτέ,μα κι εγώ αυτή την πόλη οικεία δεν την αισθάνομαι, μόνο ξένη,απρόσωπη,ένα κουκλοθέατρο χωρίς τέλος πάνω στα πεζοδρόμια.

"Πραγματικά θα μπορύσανε να ζήσουνε-αν θέλανε-οι κούκλες μέσα στο μουσείο.Όλα που χρειαζόταν ένα σπίτι τα είχε.Μόνο φαγητά δεν είχε.Αλλά οι κούκλες δεν χρειάζονται φαγητά...
Και το βράδυ θα βγαίνανε,λέει,στην αυλή κι απ' τις καμάρες θα βλέπανε κάτω το γιαλό με τα ηλεκτρικά φώτα και τις μουσικές των μαγαζιών και θα κουνάγανε το κεφάλι τους...
"Ότι -τάχα-πόσα πράγματα δεν προλάβαμε να δούμε και να ζήσουμε πραγματικά..."
Σκεφτόμουνα πάλι,ότι μετά από εκατό διακόσια χρόνια,μπορεί κι εγώ να ήμουνα κούκλα στο μουσείο...Θα μπορούσα να φοράω την ποδιά μου ή τη ζακέτα μου την κίτρινη με τα παπάκια,να χω τις κοτσίδες μου και να περναέι ο κόσμος να με βλέπει και να λέει:
"Τι όμορφα που ήταν ΤΟΤΕ τα κορίτσια!"
Εγώ θα τους ακούω-αλλά τα μάτια μου θα κοιτάνε μπροστά ακίνητα- και τα βράδια θα περπατάω κι εγώ μαζί με τις άλλες κούκλες στις αυλές και τα χαγιάτια και θα βλέπουμε από ψηλά το Γιαλό.
Τι θα βλέπουμε άραγε τότε..μετά από εκατό διακόσια χρόνια;.."

Προς το παρόν,ζω σε μια πόλη τοκογλύφο.Που οι άνθρωποι στα φανάρια μιλάνε μόνοι τους.

Saturday, December 01, 2007

Μαλλιά αγγέλου

Αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ
Τα παραμύθια σου τ’ ανθίστηκα πια τώρα
Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε
Ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα
Κάθε σου φίλημα το βρίσκω πια πικρό
Και τον καημό μου δεν μπορείς να τον γλυκάνεις
Μαζί μου έρχεσαι μπαμπέσικο μικρό
Γιατί γυρεύεις κόγξες σ’ άλλονε να κάνεις
Φύγε λοιπόν αφού το θες αλλού να πας
Κι άσ’ τες τις μουρμούρες και τις κλάψες και τις γκρίνιες
Κι όταν θα σμίξεις με τον μάγκα π’ αγαπάς
Να μην του πεις ότι για πασατέμπο μ’ είχες

καλύτερα να μην ξέρει.και ας μην ξέρεις κι εσύ.Και μια ψεύτικη ηλιόλουστη μέρα,πρώτη Δεκέμβρη μεγάλες νύχτες και δυστυχισμένες μέρες,ένας κακός καφές στο κέντρο πλανόδιες μπάντες οπτασίες και παραισθήσεις καταδίκες σε θάνατο με αγχόνη.
Δεν μπορώ να νοηθήσω τον εαυτό μου.Δαγκώνω κομμένα γυαλιά.
Μην ομολογήσεις ποτέ,ούτε καν στον εαυτό σου.

Wednesday, November 28, 2007

Love is blindness

Γόβα στιλέτο . . .
στο γκέτο που είπα ζωή μου ζητώ την τροφή μου
Βόλτα θηρίου . . .
αχόρταγου κι άνευ ορίου στον τρόμο του βίου
Κλείνω κι αφήνω . . .
σημάδι αιχμηρό στο χαλί μου μιλάω στο σκυλί μου
Πάνω τους μπέμπα . . .
θα κλάψει η πλέμπα και φέτο με γόβα στιλέτο
Γόβα στιλέτο . . .
μπαλέτο οι φόβοι τα φίδια στα σάπια σανίδια
Βόλτα στη φρίκη . . .
μπροστά σου το κάθε σκουλήκι να θέλει τα ίδια
Κλείνω και πίνω . . .
τεκίλα κι αλάτι ζωή μου στο μαύρο παλάτι
Πάνω τους μάγκα . . .
θα πέσουνε φράγκα και φέτο με γόβα στιλέτο
Φοβάμαι μονάχα μια μέρα πως θα 'ναι αργά
. . .Γόβα του γάμου . . .
μεγάλο έγκλημά μου στιλέτο εγώ στην καρδιά μου
Βόλτα δικιά μου . . .
σουγιάς στα κλειδιά μου παλιά σκοτεινή μυρωδιά μου
Κλείνω και δίνω . . .
φιλιά δολοφόνου του πόνου το χτύπημα στρέτο
Πάνω στο στρώμα . . .
θα γίνουμε λιώμα και φέτο με γόβα στιλέτο
Φοβάμαι μονάχα μια μέρα πως θα 'ναι αργά
. . .Γόβα στιλέτο . . .
στο γκέτο που είπα ζωή μου ζητώ την τροφή μου
Βόλτα θηρίου . . .
αχόρταγου κι άνευ ορίου στον τρόμο του βίου
Κλείνω κι αφήνω . . .
σημάδι αιχμηρό στο χαλί μου μιλάω στο σκυλί μου
Πάνω τους γάτα . . .
στα νύχια περπάτα ψυχή μου και φέτο ΜΕ ΓΟΒΑ ΣΤΙΛΕΤΟ . . .

Ακόμα και αν περπατάς ξυπόλητη,λίγο φοβισμένη,σα να μπαίνεις στη θάλασσα με βήματα μπαλαρίνας ακουμπώντας στην υγρή άμμο,ένα θηρίο άνευ ορίου,όντως,και ας έρχονται οι τρομακτικές γιορτές,κι ας βαριέσαι θανάσιμα τα Σάββατα μέσα στους δρόμους και πεθύμησες ένα βραδυ στα πεζοδρόμια,τα χέρια απλωμένα το σφουγγάρι βουτηγμένο στη χολή,αυτοί οι στίχοι του Κραουνάκη..

Monday, November 26, 2007

Απόγευμα

Κι ήταν ένα τόσο όμορφο μαγιάτικο απόγευμα κι εσύ άλλη παντρευόσουν σαν καθήκον έκανα το δώρο σου με αγάπη μεγάλη πήγα στο γλέντι στο στρώσιμο του κρεβατιού τα όμορφα μάτια σου τα χέρια σου που χαν σκληρύνει κι είχα ντυθεί σα να γιόρταζα κι εγώ σε κάποιου άλλου τη γιορτή και χαμογελούσα πετώντας τα λουλούδια στο στρώμα σε κοίταζα με την άκρη του ματιού ίσως και να σουν στα μαύρα ντυμένος το αεράκι κουνούσε τα φύλλα ήθελα να κλαίω ασταμάτητα δεν το έκανα πρέπει πρέπει πρέπει όλα ανθισμένα στο προαύλιο της στολισμένης εκκλησίας κοιτούσα τους αστραγάλους μου και σε σκεφτόμουν άλλη άλλη άλλη κι εγώ μόνο εσένα αγάπησα από παιδί από παιδί ακόμα έπρεπε εγώ να είμαι στο πλάι σου και έτσι δεν έγινε μα χαμογελούσα και ας σπάραζε το πρόσωπο περίμενα πως θα ρθεις να με βρεις έστω για δυο λόγια τυπικά τι θα έλεγες αν ερχόσουν δε θέλω να το ξέρω δε θέλω να το μάθω ποτέ πονούσα ήθελα να βάλω το πρόσωπο μέσα στις παλάμες να κρυφτώ
δεν αντέχω τι να κάνω έχω κι έναν εγωισμό
μα σ αγαπούσα από παιδί ακόμα
η πρώτη νύχτα του γάμου σου το τρυφερό σου δέρμα στα σεντόνια τα χέρια σου τα χέρια σου
κι εγώ μόνη στο παγκάκι της εκκλησίας στην αυλή
κι έλεγα ψέματα στην εικόνα πως δε σε αγαπούσα δε με πίστεψε έγινα ψεύτρα και δειλή
ένα δέντρο φωτισμένο με γιρλάντες συντροφιά μου κι ούτε ένα ποτήρι νερό δε μου έδωσες και ακόμα εγώ σε αγαπούσα

Sunday, November 25, 2007

Τι απέγιναν;

Τι απέγιναν εκείνα τα δειλά αγόρια με τα όμορφα καστανά μάτια που ντροπαλά,κρατούσαμε ο ένας το χέρι του άλλου κρυμμένοι στις σκάλες καπνίζοντας μοιρασμένα τσιγάρα,με λευκά χέρια,και δε μιλούσαμε γιατί φοβόμασταν τι θα γινόταν αν,αν,αν...

Saturday, November 24, 2007

Τουλίπες

22 Νοεμβρίου δολοφονία προέδρου Κέννεντυ.Και τρόμαξαν.Κρυώνω και δεν έχω παλτό-τρομάζω στο κρύο,δεν είμαι εγώ ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά,η Μπλανς Ντυμπουά στη μπανιέρα με τουλίπες αίματος να βγαίνουν μέσα απ'το νερό,να κοιμηθώ στο πάτωμα να κλείσω και τα μάτια,παίρνω έναν εσπρέσσο,όταν περπατάω δεν είμαι στην Αθήνα,από καιρό έχω πάψει να διαβάζω,στο όνειρό μου ένα ζευγάρι σπασμένα πέδιλα και ένα λευκό φουστάνι,Άκης Πάνου και η φωνή του Στέλιου,στο θολωμένο μου μυαλό,στα θολωμένα μου βλέφαρα,Κασσάνδρες,κι ούτε ένα σινεμά δεν πήγαμε,τα σώματα πάγωναν απ'την αμηχανία,συνήθισα να κοιμάμαι μόνη,να επαληθεύω χρησμούς,να παραμιλάω στους πυρετούς της δημιουργίας,δεν πήγαμε ούτε έναν περίπατο να φοβάμαι το σκοτάδι και να μου λες,κουράγιο,φτάνουμε.

Friday, November 23, 2007

For years now


For years now
I hear this humming
through my ears
W.G Sebald

Wednesday, November 21, 2007

Η ξένη πόλη

Σοκολάτα με κανέλλα.Έπιασαν κρύα.Ο ουρανός απειλητικός.
Που πήγαν οι γλάροι;Τα κομμένα μου δάχτυλα στο πληκτρολόγιο.Και τα δειλινά,μια φωνή,μου ψιθυρίζει,μυστικά,δε θα γυρίσεις πια.Αρρωστημένες αναπνοές.Ποτέ δεν έμαθα να ζωγραφίζω.
Όταν άρχισα να ξεχνάω,είπα τα μυστικά μου σε έναν κορμό δέντρου.Ξαναδιαβάζω τις "Στάχτες της Άντζελα".Ξαναδιαβάζω τη Θύελλα του Σαίξπηρ.Ξαναδιαβάζω παλιά προγράμματα του Εθνικού.
Βλέπω παράξενα όνειρα που δε θυμάμαι το πρωί.Νομίζω,φευγαλέα,πως βλέπω το πρόσωπό σου,το ειρωνικά σηκωμένο σου φρύδι.
Είμαι μετανάστης στον ίδιο μου τον τόπο.με ξεχνούν οι συγγενείς,οι φίλοι,οι γνωστοί.
Μεσημέρια ακούω τις τηλεοράσεις των γειτόνων.Με στριφογυρίζει μια κόκκινη κορδέλα.
Θα λυθούν τα μάγια στην επόμενη πανσέληνο.Παντρεύομαι τη μοναξιά μου και αλλάζω τα στέφανα με τους λεμονανθούς,μάνα νύφη και γαμπρός,στην εκκλησία όλοι οι καλεσμένοι φαντάσματα κι τα προσκλητήρια τυπωμένα με αίμα.
Το ουρλιαχτό ενός σκύλου.Σιωπή.

Monday, November 19, 2007

Σάββατα στα προάστεια

τα πρωινά ξυπνούν αργά.Οι νοικοκυρές κάνουν δουλειές.Η κίνηση ανυπόφορη.Τσιγάρα στα μπαλκόνια απο δίπλα.Κάποια χτεσινά μεθύσια.
Το δωμάτιό μου είναι ζεστό πια.Φόρεσα τη φούστα με τα τριαντάφυλλα και βγήκα έξω με τη βροχή.Άκουσα τραγούδια.Σουγιούλ,τη Νάπολη,Τρελαίνομαι,Κι ούτε ένας άνθρωπος,Χρόνια Σαν Τριαντάφυλλα,ο πασατέμπος σου για να περνάει η ώρα,δακρυσα,ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Ντάουν στο κοινό μου χαμογέλασε,χαμογέλασα κι εγώ.
Παρλάτες,κοστούμια,γέλασα.Ο Νανούρης μου θυμίζει τον Όσκαρ Ουάιλντ.Ζακ Μπρελ και τρέμω.Η κυρία δίπλα μου είναι νευρωτική.Δε με νοιάζει.Ομόνοια Πλαζ,ο Φλερύ,μυρωδιά βότκα στο ποτήρι,Χιώτης,θυμάσαι;Θυμάσαι;
Μπα,εσύ σνόμπαρες το Χιώτη και εκνευριζόσουν με το καινούριο κούρδισμα.Ε,και;
Έβρεχε στο γυρισμό.Ζεστό δωμάτιο.Παγωμένα πόδια.Στα προάστια νεκρική ησυχία.
Κάποτε ήταν η Ελλάδα μια κούκλα..

Sunday, November 18, 2007

Ο χρόνος πολλά σβήνει

Και από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι,πολύ Γκούτσι,πολύ Πράντα,πολύ τζιπ,πολύ πούρο..πειράζει που νιώθω μια θλίψη;

Wednesday, November 14, 2007

ginger cookies

Μερικοί φίλοι με ξαναθυμούνται.Σκέφτομαι πως ποτέ δε ζήλεψα ομορφιές και παραστήματα,ή εραστές άλλων.
Ζήλεψα τα γράμματα των μουσικών,σαν καλλιγραφία,συνηθισμένα από το πεντάγραμμο τα χέρια,να γράφουν τρυφερά νότες σαν αχιβάδες.
ξυπνάω φοβισμένη από τον ιδρώτα με κροτάφους κρύους.Ψάχνω να βρω μια γωνιά ζεστή στο σκέπασμα.Ο Στάλιν καραδοκεί.Στην Αγ.Πετρούπολη δεν είναι ασφαλής η νύχτα.
Σ' αυτή τη γωνιά του κόσμου ίσως και να ναι.Μου έλεγαν να γυρίσω πίσω γιατί δε νοιαστεί κανένας στο Βορρά.και γύρισα,και πάλι δε νοιάστηκε κανένας.
Ο Φελλίνι καλεί στη σκηνή τους ήρωες κάτω απ'τη μουσική του Ρότα.Η Τσινετσιτά γκρεμίζεται σα σε ντόμινο.Η μάμμα Ρόμα στο μπακάλικο.
Μερικοί φίλοι έχουν επιτυχία.
Κόβω τα μαλλιά μου,τα ακουμπάνε πάνω στον ασημένιο δίσκο και χαράζψ,αφηρημένα,κύκλους σαν αυτούς του Σολομώντα.

Monday, November 12, 2007

Εις μνήμην Μ.Κ

Μια μέρα γκρίζα μα ο καφές ήταν ζεστός,βάλσαμο,και η κοιλιά της πόλης ευπρόσδεκτη.
Γυμνοπαιδιές του Satie σε έναν πρώην καφενέ.Αγόρασα βιβλία.Ένα κείμενο αφιερωμένο σε εκείνην,το δεύτερο που βρίσκω.Δεν παντρεύτηκε.Δεν ήταν όμορφη.Μα αγάπησε και αγαπήθηκε.Έμεινε σε μια από τις πιο όμορφες πόλεις του κόσμου,στην Ερμούπολη της Σύρου,βέρα Συριανή.Δεν τη γνώρισα ποτέ.Έλεγαν πως ήταν υπέροχη.Ζωγράφιζε υπέροχα,διάβαζε,μιλούσε,γελούσε.Ήταν καλή φίλη της οικογενείας,σε εκείνο το μαγικό νησί.
Δεν ζει πια.Δεν θυμάμαι από τι πέθανε.Ήταν έλεγαν,σπουδαία.
Θυμάμαι και σκέφτομαι μήλα.Παλιά η μάνα μου έφτιαχνε κομπόστα μήλο.Τη μισούσα.Την κομπόστα μήλο.
Σήμερα είναι κακοδιάθετη και κουρασμένη και δε μου μιλάει.Νιώθω σα να φταίω.Σα να φταίω που υπάρχω μέσα στα πόδια της.
Ο πατέρας μου κάτι λέει για το Τείχος του Βερολίνου.Ήταν εκεί όταν χτιζόταν.Πέρασαν 18 χρόνια από τότε που έπεσε,πότε πέρασαν τα ρημάδια αναρωτιέται.
Εγώ σκέφτομαι,αν είναι η αγάπη έγκλημα,έχω εγκληματίσει.
Κόκκινο φόρεμα,σάπιο μήλο.Μόνο οι γυναίκες του δρόμου έχουν κόκκινα μαλλιά μου πες στα 16.
Δεν στο έχω συγχωρήσει.Ορφάνεψα,λέω καμιά φορά,ορφάνεψα.
Εις μνήμην Μ.Κ

Friday, November 09, 2007

όμορφη πόλη;

Δεν ξέρω τι να ακούσω τα πρωινά.Ο καφές δε με ξυπνάει πια.Ούτε το κρύο νερό.Τα χείλια βουβά.Πράσινο παντού και μαρμελάδα blueberry και μια τσαγιέρα στον ουρανό.Να στροβιλίζεται,να αιωρείται,σε έναν ουρανό πάνω από το Κέμπριτζ.Οι κοιτώνες του κολλεγιου βουβοί και αυτοί.Πατούσα στα παρτέρια.Κρυφοκοίταζα απ'τα παράθυρα.Απαγορευόταν.
Ήμουν ευτυχισμένη.Είχα ρίξει ένα κέρμα στον Καμ και μου έκλεισε το μάτι ο Φελλίνι από ψηλά.Τα χέλια κοιμόντουσαν και ξέχασα τον εφιάλτη από τη σκηνή του βιβλίου του Γκύντερ Γκρας που με φόβιζε και έσβηνε το καντήλι στο τζάκι τα βράδια.Ξυπνούσα με κραυγές.
Δεν ήταν οι δικές μου.
Το πρωί εκείνο το τζίντζερ μου γαργάλισε τη γλώσσα από εκείνο το φούρνο.boots και μια βρεφική κρέμα και το κραγιόν rouge noir,chanel.Μιλούσαν με έντονη προφορά της περιοχής.Μου άρεσε.Κατέβαινα για πρωινό και μου έλεγες,α,ναι,μύρισα το άρωμά σου.Amarige του Givenchy.Δώρο της μάνας κάποια Χριστούγεννα.Είχε μυρίσει τον καρπό μου.Είχε χαμογελάσει.Στο δρόμο για το σπίτι τα χείλη της ήταν ελεύθερα.Ο αέρας ήταν φρέσκος και έκαιγαν τζάκια.Της είχα πιάσει το χέρι.Μαμά;Κλαις μαμά;Μίλησέ μου μαμά.
Μαμά;
Λίγη ποίηση το βράδυ.Δε με νοιάζει πια.Ένας κοκκινολαίμης μικρός μικρός στη χούφτα μου ορφανός,πάει να βρει τη μάνα μου στο κρεβάτι που κοιμόταν κορίτσι,στο μπρούντζο επάνω.
Το πρωί ένα αόρατο χέρι άναψε τη φωτιά στο τζάκι.

Wednesday, November 07, 2007

Ναυάγιο

ντόκος
ταρσανάς
μουράγιο
σκαριά
ένας γλάρος πετάει χαμηλά
σημάδι πως ο καιρός θα αλλάξει
χριστούγεννα σε πλώρες και πρύμνες
λέξεις που χα χρόνια να ακούσω
δυο νύχτες χωρίς φρύδια μάισσες με δρεπάνια
στεριά και αρμύρα με τραβάνε από δυο άκρα
κι εγώ ένα ναυάγιο στα ανοιχτά
στην Αχερουσία Λίμνη πλέω έρημο κατάρτι

Monday, November 05, 2007

Το πλοίο είχε το όνομα Πατρίδα

Πόσο θέλω να πάω μια βόλτα στο Λαύριο και να δω τα φορτηγά να φορτώνονται αγκομαχώντας στο φέρυ,τις μπλε κουβέρτες του πλοίου και τη μυρωδιά του λιμανιού.
Το Λαύριο μυρίζει διαφορετικά από τον Πειραιά.Μυρίζει εγκατάλειψη και σαπίλα και το λεωφορείο του ΚΤΕΛ που περιμένει,κακόγουστο,στην έξοδο.
Το σπιτάκι στις ράγες του τραίνου-μάλλον το παλιό γραφείο του κλειδοκράτορα των γραμμών.Θα ήθελα να μένω εκεί-διπλα σε αυτό το μαγαζί,ή πινακίδα που λέγεται "ταρσανάς"-δε θυμάμαι τι ακριβώς,παράξενο,τα θυμάμαι αυτά συνήθως.
Τα όνειρα σπάνια βγαίνουν αληθινά.Ονειροφαντασιές,μα αλλιώς η ζωή μας θα γίνει μια διαρκής έκπτωση πάνω στη καρέκλα του ψυχιάτρου.
Αυτός θα κάθεται σε μια καρέκλα και θα παίζει με το στυλό που του έκαναν δώρο οι φαρμακευτικοί αντιπρόσωποι και θα αποφεύγει να σε κοιτάξει στα μάτια.Στο λόμπυ θα έχει ένα σταθμό με αδιάφορα τραγούδια,πολύ ζέστη,ξεφτισμένα περιοδικά με σελίδες που λείπουν και χαρτομάντιλα από το Lidl.
Ω,αλοίμονο,δε ζητάω πολυτέλεια.Ζητάω να με κοιτούν στα μάτια.
Μα αυτή είναι ίσως,η μεγαλύτερη πολυτέλεια από όλα.
Μια Κυριακή σούρουπο θα με πας στο Λαύριο και θα καθόμαστε μέσα στο αυτοκίνητο,θα κοιτάμε τα φέρυ να φορτώνουν και θα πίνουμε τσάι από το παλιό κόκκινο θερμός.
Τα παράσιτα από το ραδιόφωνο θα γκρινιάζουν και τα Μεσόγεια θα μας πλακώνουν απειλητικά,μα δε θα μας νοιάζει.
Έτσι,κουτσή μου νεράιδα;
Υ.Γ(Εμπνευσμένο κάπως,από το τραγούδι του Γιάννη Σπανού,"το πλοίο είχε όνομα πατρίδα")

Sunday, November 04, 2007

Clair de lune


Και η ζωή θα συνεχίζεται
ανάμεσα στις ξεφτισμένες μου μάλλινες κουβέρτες
και στα καμένα μου χέρια
βουλοκέρια κόκκινα με νύχια φάρους
μέσα σε ένα πουκάμισο γκρίζο που θα δαγκώνω τα κουμπιά
στο σταθμό Λαρίσης μέσα στο στροβιλισμό του ζεστού αέρα
θα σκίζω τα ρούχα σου με τα δόντια
θα τα πετάω στα σκουπίδια
στα μουχλιασμένα πορτοκάλια στο μπαλκόνι θα συνεχίζεται η ζωή
τα άστρα και ο Πειραιάς και η Βιέννη
θα σε φωνάζω και θα σου λέω δε σε αντέχω
σωτήρα της ψυχής μου
το μυαλό ένα τεράστιο καρκίνωμα,μια πληγή ανέπαφη.

Friday, November 02, 2007

Κι έτσι ξαφνικά..


Η Τζούντυ Γκάρλαντ ήταν η Τζούντυ Γκάρλαντ,και κανένας άλλος στη θέση της.Και είναι νεκρή εδώ και πάααρα πολύ καιρό,ας κρατήσω μόνο το ταλέντο της και τα τραγούδια της..
Γράφω πάντα πίνοντας κάτι,νερό,σόδα,καφέ ή τσάι.Νερό σήμερα.Από γυάλινο μπουκάλι,θερμοκρασία δωματίου.Γραφω καθισμένη σε ένα γραφείο,καμιά φορά ντυμένη,καμιά φορά με τη ρόμπα,καμιά φορά με μαγιώ όταν έχει καλοκαίρι.
Σήμερα,τέτοια μέρα,μάλλινο παντελόνι γκρι και λευκη φανέλα-σπασμένο ζαχαρί,λέει η μάνα μου,δεν μου πάει η ζακέτα της blumarine,οι ανγκορά κάλτσες μου τρύπησαν,έφτιαξα λίστες,καθάρισα το μπάνιο,όπως μπάινει το χινόπωρο που έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου η Ε,ολιγομίλητη,με αδυναμία στις καραμέλες και τις λεμονάδες,και το παγωτό βανίλια.
Η γιαγιά η Λ.δεν έτρωγε τίποτα από ευχαρίστηση,μόνο από ανάγκη,και η ιερή στιγμή της μέρας της ήταν η στιγμή του καφέ.
Ο καφές θα μπορούσε να ναι η αφετηρία της ιστορίας της ζωής μου και όλης μου της οικογένειας.Ήταν εκτός από ξεκούραση,λόγος έρωτα,χωρισμού,ταξιδιών και λαθών και σωστών.
Μου φαίνεται δύσκολο να συμπαθήσω ανθρώπους που δεν πίνουν καφέ,νομίζω πως δεν είναι καν άνθρωποι.
Ξέφυγα απ'το θέμα.Το τραγούδι λέει,"όπως θα μπάινει η άνοιξη¨,τώρα,χινόπωρο.Το σπίτι,μου,αποφάσισα,δεν πρόκειται να νικηθεί.Η ταπετσαρία,κύριε Ουάιλντ,νίκησε,νίκησε.
Μα εγώ δεν είμαι ετοιμοθάνατη κύριε Ουάιλντ.Δεν είμαι καν 30.Έτσι,έχω ευκαιρίες ακόμα.
'Εκανα πολλά λάθη.Στη ζωή,στις σχέσεις,στα χρήματα,στις φιλίες,στο μπλογκ.Το πιο ασήμαντο.
μα τώρα είναι -αφετηρία-.Και έστω με ένα καθαρό μπάνιο και ένα γραφείο τακτοποιημένο,θα γίνει και το μυαλό,καθαρή,γάργαρη πηγή.
Και όπως μου τραγουδάει τώρα η Βίκυ,"θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει",η ρόμπα στο νερό και το σαπούνι να μουλιάζει,η Βέμπο γνέφει καταφατικά,το τατουάζ δε θα γίνει,θα γίνει ένα δαχτυλίδι να θυμίζει,θα το βάλω σε ένα κουτί άφιλτρα Σαντέ και το ροζ μαντώ θα ράβεται και θα ξηλώνεται.
Η αφετηρία,είναι εδώ.
υ.γ-το ποστ αυτό,αφιερωμένο με όλη μου την καρδιά στη thel.Ξέρει αυτή.

Thursday, November 01, 2007

Η βία της αρρώστιας


και ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες,μα βγήκες,στο Κολωνάκι πήγες να πέσεις κάτω,ο ταξιτζής σε ρώτησε αν είσαι καλά και είπες ποτέ δεν ήμουν καλύτερα,έψαχνες έψαχνες για κάτι,μετρητά και κάρτες,ένα πολυκατάστημα μετά έβαζες σε ένα καλάθι βιβλία χωρίς να τα κοιτάξεις καν,δυο τρία σιντι,μπορεί να τα χες ήδη,έκανε ζέστη και ήταν σκοτεινά κάτω απ'τη γη,άδειο το μαγαζί,το καλάθι βαρύ,στην τουαλέτα έκανες εμετό πάνω στην ολοκαίνουρια σου blumarine ζακέτα και μετά έκοψες με ψαλίδι όλα τα στολίδια της,τι ιεροσυλία,χαχα,χάπια,είμαι η Τζούντυ Γκάρλαντ,χα χα,θα πεθάνεις στη μπανιέρα,χαχα,τι αστείο,τρεκλίζεις στο φαρμακείο,μετράνε την πίεση,τη θερμοκρασία,παράξενο,μα τι παράξενο,θέλετε ένα ποτήρι νερό,ναι,πάει να σου πέσει απ'τα χέρια,μα τι παράξενο.
Ξανακάνεις εμετό,και όλα τα χάπια ανέπαφα ξαναβγαίνουν στο νιπτήρα,κάπως βρισκεσαι στο σπίτι,τρέμεις,φοβάσαι,ημικρανίες,ιδρώτας,εφιάλτες,παραμονή αγ.αναργύρων που είναι και γιατροί,τι ειρωνία,σου βρέχουν το μέτωπο,σε κάνουν μπάνιο,και δεν κοιτάς καν γύρω παρά μια φλέβα που χτυπά πάνω στον αστράγαλο,σχεδόν το χρώμα της τσόχας,δουλειες που έχεις αναβάλλει ξανάρχονται,ζαλίζεσαι,οι σακούλες με τα πράγματα που αγόρασες στο πάτωμα,δεν θυμάσαι καν τι αγόρασες,δεν μπορείς να φας σε παρακαλάνε,ρωτάς τι έχεις,τίποτα σου λένε,μα τότε πως,σου δίνουν ένα τσάι και σου λένε να σωπάσεις,κάποιοι βλέπουν τηλεόραση στο σαλόνι,βαρύς ύπνος,η υγρασία σου τρυπάει τα κόκκαλα,το ψάρι έξω απ'το νερό,μια τηλεόραση παίζει κάπου στο σαλόνι και το τσάι σου πέφτει απ'τα χέρια,και σου λένε τίποτα δεν έχεις.

Thursday, October 25, 2007

Καιρικές μεταβολές

Δεν συνηθείζει εύκολα το σώμα.Μπόρες,τρεχάματα στην υγρασία,ήλιος,ζέστη ξανά και τα νεύα τεντωμένα.
Μικρή πίστευα πως θα γίνω πιο ευτυχισμένη και από ευτυχισμένη,τώρα πανικοβάλλομαι,κάποιοι παλιοί εραστές θυμούνται,δεν υπάρχει αέρας καθαρός,φέρτε μου αγιάζι,φέρτε μου βοριά,ανούσιες βιτρίνες,χαρές μηδενικές,φορούσατε τη Vetiver του Guerlain,23 του μήνα γεννηθήκατε στην Ξάνθη,Ζυγός μα και Σκορπιός,βγήκε στις αίθουσες το "Ξυπόλητο Τάγμα",μιλάνε για παρελάσεις,αριστεροί δεξιοί τρώγονται και γκρινιάζουν,άλλαξε τίποτα;
Κανονίζω θέατρα που δεν ξέρω αν θέλω να πάω,δακρύζουν τα μάτια απ' τα απορρυπαντικά,τα τραίνα φεύγουν,τα πλοία το ίδιο,ποιος θα με πάει μια βόλτα στον Πειραιά,εκεί που γεννήθηκα και η χαρά κράτησε λίγο,απ'την αρχή αρρώστια,παλιοί εραστές και μια βόλτα στο λιμάνι δε με πήγαν,μπορεί και να μην το ζήτησα,δεν έβγαιναν τα λόγια τι να κάνω,μου πήραν δώρο ένα ριγέ φόρεμα και δεν έχω που να το βάλω,λευκό σαν παγωτό βανίλια μπεζ σαν παγωτό καπουτσίνο,το δέρμα μου διαμαρτύρεται,ξεκούρασέ με,γίνε αυτό που είσαι,αχ και αυτο το ατσάλι τόσο ψυχρό και όμορφο...

Monday, October 22, 2007

Μεγαλούπολη


Η Αθήνα με φοβίζει.Όταν βρέχει μου είναι ξένη εντελώς.Μου αρέσει που καθαρίζει από τη σκόνη και το χώμα,μα όταν βγαίνει ξανά ο ήλιος,δεν τη γνωρίζω.
Το νησί μου συνεχίζει να πλέει σαν καράβι έρημο χωρίς πλήρωμα,φάντασμα,φάντασμα κι εγώ,ύφος αφηρημένο,όλοι δίνουν συμβουλές,όλοι λες και ξέρουν καλύτερα,φάτα μοργκάνα,χιλιοειπωμένα τραγούδια,νοτιάς άρρωστος,μισοτελειωμένα καλλυντικά,βουβή,μισοαρχισμένα βιβλία,καθαρίζω το σπίτι,σκόνη και στάχτες παντού,αρχίζουν τα θέατρα,τηλεοπτικές σειρές βαρετές με αργή πλοκή,τα βράδια γεμίζω σημειωματάρια,μιλάνε όλοι χωρίς να σκεφτούν,γίναμε ανθρωποφάγοι,νάρκισσοι,εγωιστές,πάντα ήμασταν έτσι κι αλλιώς νομίζω,
αλήθεια,ποιος άλλος λαός στον κόσμο θα αγόραζε μετά μανίας ένα κλασικό βιβλίο που καθρεφτίζει την ασχήμια τους αν δεν παιζόταν στην τηλεόραση,και που δεν πρόλαβε να τελειώσει ο συγγραφέας λόγω θανάτου;
(Η τελευταίες λέξεις του είναι "ας γελάσω" και σίγουρα ο συγγραφέας του αν μας βλέπει γελάει με τα χάλια μας)
γιατί ακόμα και αν διαβάζουμε λογοτεχνία πλέον,παιδεία δεν έχουμε.

Tuesday, October 16, 2007

Λιμάνια

Έρημο το λιμάνι του νησιού,2 -3 φορτηγά,άδειο το καράβι,λίγοι οι ταξιδιώτες του Οκτώβρη,κρυώνω,η ζακέτα μου είναι λεπτή τελικά,το προσωπικό βλέπει τηλεόραση,βίρα της άγκυρες φωνάζουν, έχω βγει για τσιγάρο,θέλω να στενοχωρηθώ πολύ αλλά τραγουδάω "για ξένους τόπους,για να γνωρίσουμε άλλους ανθρώπους",Μουζάκης ή Μαρούδας ξεχνάω,Τζια,ανάβω καφέ μέσα από συνήθεια,μου λένε να το σβήσω,προσπαθώ να κοιμηθώ,δε μπορώ,Μακρονήσι,τεράστια καφέ κτίρια άχαρα,η πελάτισσα απ'την Οδησσό μου μιλάει για τους συγγενείς της που πέθαναν στη Σιβηρία εξόριστοι απ'το Στάλιν,πάντα θα υπάρχουν εξόριστοι και νεκροί χωρίς λόγο μου λέει,απαγορευόταν να μιλάμε τη γλώσσα μας,στην Ελλάδα ήρθαμε με δυο βαλίτσες και η μάνα μου άρρωστη,βλέπω τηλεόραση τα περισσότερα βράδια μου λέει,μου αρέσουν οι κωμωδίες,μου αρέσει να γελάω,ακούω Τρίτο Πρόγραμμα,κλασική μουσική,μου αρέσουν οι όπερες,ο Βέρντι.
Βρώμικες οι τουαλέτες του πλοίου όπως πάντα,μικρή με πήγαινε η μάνα μου,μου σιαζε τα μαλλιά,φτάνουμε;Δεν θα αργήσουμε,θα σε πάω και για μπάνιο αύριο,θα δεις την κυρα Β,θα δεις την Ε.είναι και η νονά εκεί,θα ρθει και ο Φ.μεθαύριο με τη γιαγιά του,στο γυρισμο ο πατέρας μου,έτοιμη για το σχολείο αύριο;Σου χει η μαμά τα ρούχα σου έτοιμα,το νυχτικό σου πάνω πάνω την τσάντα,θα σε κάνω μπάνιο απόψε εγώ,ήταν Σεπτέμβρης,τον πηγαιμό Ιούνης,η νονά είναι νεκρή,η κα Β. στα τελευταία της, ο Φ. χαμένος σε ιλίγγους,η Ε.σε ένα γάμο με προξενιό στο Αγρίνιο,όταν με βλέπει με αγκαλιάζει και κλαίει για τα χρόνια που περνάνε,άφησε τον τόπο της,άφησα κι εγώ τον δικό μου.
Πάντα στην αρχή της σχολικής χρονιάς,έχανα τον αγιασμό.

Monday, October 15, 2007

Aura Lee

As the blackbird in the spring,
'Neath the willow tree,
Sat and piped, I heard him sing,
Sing of Aura Lee

Aura Lee, Aura Lee,
Maid with golden hair;
Sunshine came along with thee,
And swallows in the air.

In thy blush the rose was born,
Music when you spake,
Through thine azure eye, the morn,
Sparkling seemed to break.

Aura Lee, Aura Lee,
Birds of crimson wing,
Never song have sung to me,
In that night, sweet spring.
Aura Lee! The bird may flee,
The willow's golden hair
Swing through winter fitfully,
On the stormy air.

Yet if thy blue eyes I see,
Gloom will soon depart;
For to me, sweet Aura Lee
Is sunshine through the heart.

When the mistletoe was green,
Midst the winter's snows,
Sunshine in thy face was seen,
Kissing lips of rose.

Aura Lee, Aura Lee,
Take my golden ring;
Love and light return with thee,
And swallows with the spring.

Ένα τραγούδι από τον καιρό του Αμερικάνικου Εμφυλίου,που μετά από χρόνια ένας νεαρός από το Μέμφις πήρε τη μελωδία και έφτιαξε ένα τραγούδι με τίτλο "Love me tender".

Κάτι με πιάνει όταν φέυγω από δω.Κι ας μην υπάρχει κανένα φως στα παράθυρα του χωριού,ο αέρας σε μπουκώνει χώμα και ο ορίζοντας είναι θολός.
Και ετοιμάζω πράγματα,διαλέγω βιβλία,ξεχνιέμαι με δουλειές,ζητάω να μου πουν ιστορίες και κλαίω χωρίς λόγο.
Ανάμεσα σε δυο μέρη.Πως να θρέψουν τα μέλη του σώματος σου απ'τις πληγές;

Friday, October 12, 2007

Πλύσεις




Σήμερα που η θάλασσα μοιάζει με τεράστια,ήρεμη λίμνη,οι νοικοκυρές σε όλον τον κόσμο απλώνουν και μαζεύουν μπουγάδες,στις φτωχογειτονιές του Λαυρίου,της Δραπετσώνας,σε όλες τις πόλεις του κόσμου,Οπόρτο,Βενετία,Ληντς,Ινβερνές,Λίβερπουλ με το φάντασμα του παλιού εμπορίου και τα μπαχάρια που ξεφορτώνονταν από κάθε γωνιά της οικουμένης,Έδεσσα,Κομοτηνή,Άνδρος,με φόντο τον Ατλατικό,το Αιγαίο,γυναίκες ξυπόλητες,πόδια απεριποίητα,τσιγγάνες με το τσιγάρο στο στόμα,οι φούσκες να τρέχουν στα πλάκάκια,με κρύο και βροχή,με ήλιο με υγρασία,Ερμούπολη,σαν τις γιαγιάδες τους στα ποτάμια και τις βρύσες,πλύστρες και φλοκάτες και αλισίβα,ο σταυρός στο λαιμό χοροπηδάει χαρούμενος,μια τούφα μπάινει στα μάτια τους,και ο Θεός τις βλέπει και στέλνει δώρο άρωμα από πασχαλιά,και δυο χελιδόνια σαν όραμα στο καταχείμωνο.

Wednesday, October 10, 2007

ναύπλιο


πόσο μου έλειψε αυτή η πόλη...να την περπατήσω ξανά πόντο πόντο...να αγοράσω κλωστές με τη μάνα μου,7 χρονώ...να αγοράσω την αλίκη στη χώρα των θαυμάτων,με τον πατέρα μου,ιούνη μήνα,χειμώνα καιρό η μάνα μου να μου κουμπώνει το παλτό,να αγοράζει ασετόν στο φαρμακείο και να ζυγίζομαι στη ζυγαριά,"τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;" "να έχω βιβλιοπωλείο",η σ.στην Πρόνοια,η Μ.στο γραφείο της με τα χρωματιστά βαμβάκια...όλοι οι άνθρωποι αυτοί σα σταγόνες της βροχής εξατμίστηκαν...

Monday, October 08, 2007

Η μεγάλη χίμαιρα-τελευταία έξοδος


Η παράσταση δεν είναι φώτα-δεν είναι σκηνικό
είναι οι άνθρωποι-εσείς κι εγώ
είναι οι γυναίκες που μας ρωτούν
είναι τα παιδιά που μας κοιτούν
έτσι που εσείς-καθώς κι εγώ
αφήνουμε την ώρα
να πηγαίνει μόνη της
Η παράσταση δεν είναι φώτα-δεν είναι σκηνικό
είναι οι άνθρωποι-εσείς κι εγώ
είναι η αδιακρισία σας στη μοναξιά μας
είναι η αναπνοή σας στη σιωπή μας
τέλος-είναι η αγάπη σας
για μας...
Και μια Δευτέρα μου η Ελλάς έπαιζε πρέφα,με τη φωνή του Μήτσου Μυράτ να μου κάνει συντροφιά,ετοιμάζομαι κι εγώ για τη μεγάλη έξοδο,τα ρούχα διπλωμένα,τα ράφια ξεσκονισμένα,τα καλοκαιρινά φορέματα απλωμένα στο σχοινί,το καλό μου ροζ φόρεμα πάνω στο κρεβάτι,και σαν φοβισμένο κοριτσάκι με την κούκλα στην αγκαλιά περιμένω το γκραν φινάλε.Υπομονετικά.Στωικά.Και μ'ενα δάκρυ να θέλει να βγει κι εγώ με πείσμα να μην το αφήνω.

Sunday, October 07, 2007

Και μου λεγαν οι συγγενείς,σε γάμους,σε βαφτίσια...



Το νησί για ένα Σαββατοκύριακο βγήκε απ'τη βαρεμάρα του,δυο βαφτίσεις,δυο αγόρια,άφησαν πίσω κιτς μπουμπουνιέρες και βρώμικα δωμάτια,δεν προλαβαίνω να πλένω και να βάζω πλυντήρια,να σκουπίζω την άμμο που έφεραν στα πατώματα,έφυγαν και άφησαν την απόλυτη σιωπή,δε φυσάει,η θάλασσα κρύσταλλο και κρύα,κρύα σαν τα νερά της Στυγός,πλένω τα βρώμικα ποτήρια τους,τα φλυτζάνια τους,πλένω τα ρούχα τους,βλέπω τη θάλασσα από τη βεράντα,κανείς δεν κολυμπάει πια,χαμομήλι με μέλι ακακίας,βραδινό ντους με χλιαρό νερό,πλένω το πρόσωπο με κάτι υποαλλεργικό γιατί τραβάει και κοκκινίζει,η μητέρα μου γκρινιάζει για τα μαλλιά μου,μα τι χτένισμα είναι αυτό,δεν είναι καν χτένισμα,πότε θα καταλάβεις την ομορφιά σου επιτέλους,η Μελίνα τραγουδάει τη "Μήδεια" από το Ποτέ την Κυριακή και εγώ τραγουδάω μαζί της "because she has to love him utterly,he's Greek!"και τρίβω τα πονεμένα μου χέρια.

Saturday, October 06, 2007

Θα με βγάλεις έξω απόψε;

Αν και δεν μου αρέσουν οι έξοδοι τα Σάββατα.
Θέλω απόψε να γίνω σαν τις άλλες που προετοιμάζονται για την έξοδό τους,χωρίς σκέψη,άγχος,χωρίς δάκρυα και σκέτο καφέ στο μπαλκόνι με το ραδιόφωνο να παίζει.
Όπως έλεγε και εκείνο το τραγούδι της Αφροδίτης Μάνου "και μαύρες κάλτσες με ραφή για να πεθάνει".
Να πέφτει δήθεν τυχαία η τιράντα όσο βάζω το άρωμα πίσω από τα γόνατα,η γάμπα εκτεθειμένη αλλά να μην σου επιτρέπω να την αγγίξεις,το δαχτυλίδι που με βαραίνει στο χέρι,αυτό που λες πως μοιάζει σα να χει μέσα δηλητήριο.
Το μεσοφόρι να ξεμυτίζει κάτω από το στρίφωμα,να ακούς Νατ Κινγκ Κοουλ με τα δυο κουμπιά του πουκάμισου ανοιχτά,το τσιγάρο σου στο χέρι,και να έρθω στις μύτες στην πολυθρόνα σου και να το πάρω και να το βάλω στο δικό μου στόμα.
Και ας μην ξαναειδώθούμε.

Thursday, October 04, 2007

Πόλη των Αγγέλων

Ξαναγύρισες έμαθα.Άφησες την πόλη με το ποτάμι και το χιόνι και ξαναγύρισες στα παλιά σου λημέρια.
Trader Joe's,οι φίλοι σου που δεν είναι φίλοι σου,οι νύχτες με σκόνες και κάψουλες που σπας και ρουφάς το εσωτερικό,τα ατελείωτα τσιγάρα,τα καθρεφτάκια και οι ληγμένες πιστωτικές,η βελόνα,the needle and the damage done.
Δεν υπήρχε γυρισμός,έτσι;Ένα διάλειμμα ήταν.
Θα συνεχίσουν τα τηλεφωνήματα μέσα στη νύχτα,οι ασυναρτησίες,τα ψέματα,οι υποσχέσεις που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ,τα τατουάζ που κάνεις μόνος σου με ξυράφια και μελάνι από μπικ.
και οι υποσχέσεις.Πως θα με πας στην πόλη με το ποτάμι.
Δεν πας στον ωκεανό και δεν αφήνεις το κύμα να σε κάνει να συνέλθεις.Ακούς Άσιμο και Θανάση και Σωκράτη μόνος στο έρημο σπίτι ζαλισμένος και πίνεις κατά λάθος το κατακάθι απ'τον ελληνικό.
Είπες,4 φωτογραφίες σου,με σώζουν.Το άρωμά σου,έμειναν δυο σταγόνες.Και ξανά υποσχέσεις.Τα παλιά βιβλιοπωλεία και τα περιοδικά life.Το παγωτό candycane και το νοικοκυριό μας και το πλυσταριό που θα μου φτιάξεις με το μεγάλο παράθυρο.Τα ξανθά σου μαλλιά μου γκρίζαραν και η φαγούρα,ξύνεσαι με την αγκράφα της ζώνης και κάνεις και άλλες πληγές.
Και ξέχασες.Τα κλεφτά μας φιλιά στην πλατεία και το 24ωρο περίπτερο.Που με βοηθούσες να ντυθώ και φιλούσες τον αυχένα μου.Τα ιδρωμένα μας σεντόνια.Τα καθαρά σου μάτια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που σε λερώνει,οι σπασμοί σου τη νύχτα,τα μπουκάλια Absolut σκορπισμένα στο πάτωμα κι εσύ να γελάς,να γελάς όπως τότε,που μας σύστησαν και ήμασταν 5 χρονών και πάντα σου έκανα τα χατίρια.

Wednesday, October 03, 2007

Εικόνες

Μετανάστες στο Λαύριο περιμένουν για μεροκάματο στην πλατεία,ένα άδειο καράβι ένα άδειο κατάστρωμα,κακοφτιαγμένος εσπρέσσο,ακούω το "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε",το βράδυ δεν έβρεξε και πονούσα,πολύ πονούσα,δεν μπορούσα να κοιμηθώ,η μάνα μου με κοιτάει εξεταστικά λες και ξέρει,ξέρει είμαι σίγουρη,η κουβέρτα μου πάνω στο κρεβάτι διπλωμένη,σ'αγαπώ μα δεν μπορώ να το πω,καφές βάλσαμο μετά το ταξίδι,πρώτη γουλιά μια ζέστη μέσα μου και η κυριαρχία όλη δική σου τη χαρίζω,όλα δικά σου μάγκα μου κι ας μην έχεις έρθει ούτε μια φορά να με δεις,τραγουδάει η Πιαφ la vie en rose,δεν μπορεί,κάτι καλό θα υπάρχει και για μένα,θα ξημερώσει ελπίδα,θα πάψει η αναγούλα το πρωί και το τρέμουλο τα ξημερώματα.
Άδειο το χωριό,η Μήδεια πάνω στο πύρινο άρμα,θέλω να γίνω ένα μικρό μικρό φυλλαράκι και να πέσω από το δέντρο στα πρωτοβρόχια.

Monday, October 01, 2007

Windy nights


φοβάμαι τόσο πολύ τα βράδια που φυσάει...

Sunday, September 30, 2007

Swimming pool


Μου αρέσουν οι πίσίνες-είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί,παρόλο που μεγάλωσα δίπλα στη θάλασσα,μου αρέσει να κολυμπάω σε πισίνα,η μυρωδιά του χλωριωμένου νερού,ο κήπος γύρω γύρω,το γρασίδι που ξεραίνεται σε μερικά σημεία,το φλερτ το διστακτικό στις ξαπλώστρες και να κάθομαι στα σκαλιά παίζοντας με τις ηλιακτίδες του ήλιου μέσα στο νερό και τα γαλάζια πλακάκια.
Μου αρέσουν οι πισίνες των ξενοδοχείων φθινόπωρο που δεν υπάρχει κανένας,ίσως κανένας πελάτης ή τα μέλη του Πεντελικού που πίνουν καφέ στον κήπο,διαβάζουν εφημερίδα,ίσως την Εστία,ίσως το Conde Nast traveller.
Κυρίως μου αρέσουν όταν ο ήλιος πέφτει το απόγευμα.Μου θυμίζει Χόλλυγουντ με μια αίσθηση παρακμής,Valley of the Dolls,η Μέρυλιν με μαντίλι δεμένο στο κεφάλι για τον ήλιο και γυαλιά να διαβάζει στην ξαπλώστρα με λευκό πουκάμισο δεμένο στη μέση να διαβάζει Έμιλυ Ντίκινσον πίνοντας σπιτικό κρύο τσάι,με κανα δυο χάπια για συνοδεία.
Δυο φύλλα να επιπλέουν πάνω στο νερό στην κάψα του ήλιου,η μπρετέλα του σουτιέν πέφτει,βουτάς το κεφάλι σου στο χλωριωμένο νερό και είσαι αόρατος.Αόρατος και διάφανος.
Ακούγονται μόνο οι φυσαλίδες της εκπνοής σου.

Thursday, September 27, 2007

Blood moon

Φεγγάρι:
Είμ' ένας κύκλος στρογγυλός μες στο ποτάμι
μάτι σε στέγες ιερές
ψευτική αυγή σε φυλλωσιές
Κανείς δε μου γλιτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται;Ποιος σιγοκλαίει
στης κοιλάδας τις άγριες μονιές;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει στον αγέρα
καρτεράει στο μολύβι
πόνος διψάει να γίνει μέσα στο αίμα
Αφήστε να μπω!
Από τοίχους έρχομαι,παγωμένο,
κι από κρύσταλλα!
Ανοίξτε στέγες και στήθη μέσα να μπω,να ζεσταθώ!
Κρυώνω!
Οι στάχτες μου μέταλλα κοιμισμένα
με την κορυφή ψάχνουν της φωτιάς
στα βουνά και στις στράτες
'Ομως στις πλάτες του πάνω τις λαμπερές
με πάιρνει το χιόνι
και παγωμένο με πνιγει
σε σταχτοπράσινες υγρές αγκαλιές
Γιατί σε τούτη τη νύχτα θα βαφτούν
τα μάγουλά μου με κόκκινο αίμα
και τα πυκνά τα βούρλα
στα πέλματα θα 'ναι του αέρα
Να μην είναι ούτε σκια ούτε φωλιά
να μην ξεφύγουν!
Να μπω θέλω σ' ένα στήθος
να ζεσταθώ!
Μια καρδιά θέλω!Ζεστή!Να πλημμυρίσει αίμα
τα στήθια μου,τα βουνά τα παγωμένα
Αφήστε με να μπω,αφήστε με!
Ίσκιους δε θέλω.Πρέπει παντού
οι αχτίδες μου να μπουν
κι οι σκοτεινοί κορμοί
μες στη βοή να λουστούν τη φωτεινή
για να βαφτούν τούτη τη νύχτα
τα μάγουλά μου κόκκινο αίμα
και τα πυκνά τα βούρλα
στα πέλματα να 'ναι τα πλατιά του αέρα
Ποιος κρύβεται;
Έξω!φωνάζω
Κανείς δε μου ξεφεύγει εμένα!

και χτες η πανσέληνος του Σεπτέμβρη δεν ήταν φιλική και το σπίτι μου κατφύγιο δεν ήταν και κουλουριασμένη δίπλα στο κομοδίνο παγωμένη ασημένια πετούσα μπαγιάτικα τσιγάρα σε περίτεχνες ταμπακιέρες,σταγόνες ματιών καραμέλες για το βήχα πούρα που μου έκαναν δώρο στο περιτύλιγμα σκόρπια κομμάτια γάζας χάπια για το στομάχι παυσίπονα ξεραμένα στυλό γυαλιστερά περιοδικά και τα δωσα σε μια ζητιάνα κάπνιζε άφιλτρα καρέλια τα μαλλιά της ανάκατη χωρίστρα στο χέρι η ουλή είχε σχήμα σταυρού πήρε τη σακούλα τα μάτια της ήταν αυτά της γάτας.

Monday, September 24, 2007

Hotel Room




Να πάω σε ένα ξενοδοχείο σε μια πόλη της επαρχίας-και να ναι το φως της μέρας κάπως έτσι,καθαρό και κρύο.
Απόγευμα φθινοπώρου,με μια δόση αμφιβολίας.
να βγάλω τα ρούχα μου και να κοιταχτώ στον παλιό καθρέφτη του μπάνιου με τις σταγόνες από τους προηγούμενους ενοίκους.
Να ξαπλώσω στα σεντόνια αφηρημένη και να γυρίζω το ίδιο αφηρημένα τα κουμπιά του ραδιοφώνου στο παλιό κομοδίνο.Ειδήσεις,κλασική μουσική,ένας σταθμός στα βραχέα.
Μια φθαρμένη μοκέτα,ένα σπασμένο πλακάκι,το τηλέφωνο του ντους να κρέμεται σα νεκρό φίδι και να ακούγεται μόνο η ανάσα μου.
Στο ψυγειάκι ένα μπουκάλι νερό,μια ασπριρίνη για τον πονοκέφαλο στην τσέπη,το νυχτικό διπλωμένο πάνω στο μαξιλάρι κάτω από το φως της λάμπας του κομοδίνου,ροζ φανέλα,μια μπεζ κουβέρτα,ο τοίχος το ίδιο μπεζ,να πλύνω δυο ρούχα και να τα βάλω να στεγνώσουν πάνω στο καλοριφέρ,η πόλη κάπου μακριά να ετοιμάζεται για ύπνο,όχι,δεν υπάρχει τηκεόραση,πόσο θα ήθελα ένα τσάι,βαρύ με πολύ λεμόνι,καλώ το ρουμ σέρβις,έρχεται αμέσως,στη θέση της η ζαχαριέρα,η γαλατιέρα,σιχαίνομαι το Λίπτον μα δεν υπάρχει άλλη λύση,όσο περιμένω να κρυώσει λίγο πάω στο μπάνιο,λούζομαι και τρίβομαι με τα δείγματα σαπουνιών που όλα μυρίζουν το ίδιο,νερό,πολύ νερό,άλλή μια ασπιρίνη με το τσάι,δεν περνάει ο πονοκέφαλος,πόσο μου έλειψες,πόσο,περιμένω να έρθεις,κάποια μέρα δε μπορεί,θα έρθεις.

Άρση απαγορευτικού


Ο ταχυδρόμος έχει άδεια.Όλα είναι στατικά.Η αυλή γεμίζει χώμα.
Όλοι περιμένουν την τηλεοπτική σεζόν." Μια πόλη στη λογοτεχνία-Ερμούπολη".Σκόνη,σκόνη,σκόνη.Τα βράδια φοβάμαι.Σκέφτομαι ναυάγια,φοβάμαι.Μπήκαμε στο Ζυγό.
Μέλι ακακίας.Έκλεισαν όλα τα καφέ.
Μου πες θα τηλεφωνήσεις,δεν το έκανες.Παλιές φωτογραφίες,παλιά άρθρα.Αναστενάζω.Μαζέυουν βαλίτσες και οι ντόπιοι.Πάει η γραφική Χώρα.Άδεια από τις 5 το απόγευμα.
Καλωσορίσατε στην κανονική ζωή των νησιών.
The meek shall inherit the earth.

Thursday, September 20, 2007

Judy






και δυο φωτογραφίες της...
They don't make them like they used to...

Get Happy!



Forget your troubles


Come on get happy


You better chase all you cares away


Shout halleuja


Come on get happy


Get ready for the judgement day


The sun is shining


Come on get happy


The lord is waiting to take your hand


Shout halleuja


Come on get happy


We're going to the promised land


We're heading across the river


Wash your sins away in the tide


It's all so peaceful on the other side


Forget your troubles


Come on get happy


You better chase all you cares away


Shout halleuja


Come on get happy


Get ready for the judgement day


Forget your troubles


Come on get happy


You better chase all you cares away


Halleuja


Come on get happy


For the judgement day


The sun is shining


Come on get happy


The lord is waiting to take your hand


Shout halleuja


Come on get happy


We're going to the promised land


We're heading across the river


Wash your sins away in the tide


It's quiet and peaceful on the other side


Forget your troubles


Get happy


Your cares fly away


Shout halleuja


Get happy


Get ready your judgement day



Δεν μπορούσα να διαλέξω χρώμα για μελάνι-κι έτσι διάλεξα το χρώμα του φορέματος της Τζέην Χόρροκς στην ταινία. Κάπως μίζερα έξω σήμερα,κι έτσι άκουγα όλο το βράδυ τραγούδια από μιούζικαλ,τραγούδια που άκουγα πολύ μεγαλώνοντας και ήξερα απ' έξω,Shirley Bassey,Judy Garland και Marylin Monroe,πούλιες και καμαρίνια,πράγματα που με ενδιέφεραν μικρή,μα όχι να γίνω η ντίβα,ποτέ δε με ενδιέφερε να είμαι η ντίβα της παράστασης,πάντα ήθελα να είμαι σχεδόν αόρατη.Μου άρεσαν και μου αρέσουν τα καμαρίνια,η μυρωδιά,η σταρ να ετοιμάζεταικι εγώ να βλέπω πίσω από τις βελούδινες κουρτίνες,επαγγελματικό μακιγιάζ, την αμπιγιέζ με τα χάπια της ντίβας στην τσέπη,το φλασκί κρυμμμένο στο συρτάρι,τα δώρα των θαυμαστών,τα ποτήρια γεμάτα σαμπάνια,τα μποά,προσπαθούσα να μάθω τα τραγούδια,φυσικά και δε μπορώ να τραγουδήσω σαν τη Τζούντυ Γκάρλαντ,μα μου αρέσει να μυρίζω τις κουίντες,τις βελούδινες κουρτίνες,να ξεφέυγω από τη δική μου καθημερινότητα με το να φαντάζομαι πρόβες και παραστάσεις.
get happy λοιπόν.Σε πείσμα καιρών και εκλογών.Και ας έπινε κάθε βράδυ μόνη και θλιμμένη η Τζούντυ Γκάρλαντ,για να πληρώσει το τίμημα,αυτό το τεράστιο ταλέντο.

Saturday, September 15, 2007

Creme brulee


θέλω μια κρεμ μπρυλέ και έναν διπλό εσπρέσσο.
Έχω πονόλαιμο,η φωνή μου αρνείται να βγει.Φίλοι στέλνουν μηνύματα,ρωτούν,κι εγώ με βρεγμένα μαλλιά απαντάω τετριμμένα ενώ θέλω να πω τόσα,τόσα πολλά.
Θέλω να πω τόσα στη μαμά μου,που βλέπει τηλεόραση σιωπηλή και το βλέμμα γεμάτο ερωτήσεις,στον πατέρα μου που διαβάζει καπνίζοντας όπως τόσα χρόνια,ως το φίλτρο,σβήνει το τσιγάρο προσεκτικά,ρυτιδιασμένο μέτωπο,ένα δάχτυλο κομμένο,το σημάδι από την εγχείρηση κοντά στην άκρη των χειλιών.
Κάποτε φορούσε καλοσιδερωμένα ακριβά πουκάμισα και μάλλινα παντελόνια.
Τώρα δεν τον νοιάζουν τα πουκάμια και τα παντελόνια του είναι βαμβακερά,γέρασα λέει,ξεχνάω,δεν είμαι όπως παλιά,ξεχνάω.Τα πουκάμισα έγιναν ξεσκονόπανα.
Το μόνο που έμεινε ίδιο είναι ο τρόπος που καπνίζει και η εφημερίδα το κρεβάτι μετά το μεσημεριανό ύπνο,κάποτε ο καφές συνοδεία,γαλλικός δυνατός,ήμασταν από τους πρώτους που πήραν καφετιέρα όταν ήρθαν στην Αθήνα,όταν ήρθε επιτέλους στην Ελλάδα στα σουπερμάρκετ,και τα φίλτρα,δεν γυρνάς εύκολα στο νεσκαφε όταν πίνεις γαλλικό καφέ κάθε μέρα για δέκα χρόνια.Απλά δεν το κάνεις.
Διανύουμε ακόμα τον αστερισμό της Παρθένου,αναρωτιέμαι αν με σκέφτεσαι,σε ζητάει το στρωμένο μου κρεβάτι και ούτε μια ρημάδα κρεμ μπρυλέ δε μπορώ να έχω.Τουλάχιστον υπάρχει ο εσπρέσσο.

Friday, September 14, 2007

Δεν ξέρω πια τι να πετάξω

Τακτοποιώ συρτάρια απ'το πρωί.Ψάχνω ζεστά ρούχα και βρίσκω κάτι ελαφριες μάλλινες φανέλες.Δεν φτάνουν να καλύψουν το κρύο που νιώθω.Θα φορέσω την παλιά γκρίζα ζακέτα της μαμάς μου.Γκρίζα,όπως νιώθω κι εγώ τώρα.Γκρίζα,με μαλλιά να κρέμονται σα σπάγκοι,τη θάλασσα βρώμικη να απλώνεται κάτω από τα πόδια μου και να μου θυμίζει τη στασιμότητά μου.
Βάφω τα νύχια μου και ξεφτίζουν με το παραμικρό.Έτσι είναι το σκούρο χρώμα,δεν αντέχει τις κακουχίες.Τα τριψίματα,τα απλώματα,τα ξεσκονίσματα.
Το φαρμακείο κλειστό.Ο ουρανός χωρίς αστέρια.Που θα βρω λίγη αστερόσκονη;
Δυο τρεις τζάμπα μάγκες στο μπαρ προσπαθούν να κάνουν πολιτική συζήτηση.Σκύβω πιο βαθιά στο ποτήρι μου.Με ρωτάνε."Δεν έχω γνώμη" λέω.Δε λέω ψέματα,δεν έχω γνώμη.
Βρήκα ένα βρετανικό σουπερμαρκετ στο νετ.Δεν αναπληρώνεται η τάση σου για φυγή ψάχνοντας και τρώγοντας bird's instant custard.Αποφάσισε επιτέλους τι θέλεις.
Θέλω να κάνουμε έρωτα άλλη μια φορά πάνω σε εκείνο το στρώμα και να τυλιγόμαστε κάτω από τις πορτοκαλί κουβέρτες,που θα τσιμπάνε,λίγο.Τα γένια σου να τσιμπάνε τον ώμο και να νυστάζεις απαλά και να αποκοιμιέμαι πάνω στο μπράτσο σου.Η ανάσα σου θα με νανουρίζει καθώς ξυπνάει η πόλη και για λίγο,για λίγο,θα μαι πάλι ευτυχισμένη.
Μέχρι να θέλω ξανά να φύγω.

Thursday, September 13, 2007

bubbles


Τα μοντέλα χεριών δεν πλένουν ποτέ τα πιάτα.Αυτό μου ήρθε στο μυαλό τώρα-η δουλειά έπεσε,διαβάζω για την Ερμούπολη της Σύρου οκλαδόν στον καναπέ,διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα και κάνω άνω κάτω τα συρτάρια ψάχνοντας το ένα ή το άλλο,έχω να βγω έξω κάτι μέρες,να μιλήσω σε ανθρώπους περισσότερες.

Θα ξανακαλοκαιριάσει.Η παραλία θα δείχνει γαλάζια και άδεια και θα ψιθυρίζει μυστικά στις σπηλιές.Κι εγώ θα κάθομαι οκλαδόν στο πάτωμα ξυπόλητη και θα διαβάζω κάτι άλλο,πριν κατέβω στην παραλία να νιώσω την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλά μου.

Κάπου κάπου θα σκέφτομαι τον ποιητή Αρίωνα που τον έσωσαν τα δελφίνια.

Ή τα φθινοπωρινά φρούτα στα κλαδιά.Δεν είμαι έτοιμη να χειμωνιάσει ακόμα.Θέλω κόκα κόλα σε ψηλά ποτήρια με θρυμματισμένο πάγο και πολύ λεμόνι και δυο λευκά φορέματα που δεν πρόλαβα ακόμα να φορέσω,απλωμένα και σιδερωμένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Wednesday, September 12, 2007

Poetry reading


Ο "αιώνιος έφηβος",ο Δημήτρης Ποταμίτης,που τόση συντροφιά μου κράτησε όταν ήμουν παιδί,ήρθε σήμερα να με ξαναβρεί και μου έφερε δώρο μερικά ποιήματα,με φίλησε και πήγε προς το Galaxy,να κάνει μερικές πρόβες για τον Άνθρωπο Ελέφαντα που θα ανεβάσει σύντομα στην Οδό Ονείρων,εκεί ψηλά..
Και ξαναείπε...
"Ονειρεύτηκα το ρόλο ενός μύστη,όχι την τάξη ενός επαγγελματία ή το ρομαντισμό ενός ερασιτέχνη"
Κι εγώ με τη σειρά μου,σας κάνω δώρο ένα ποίημα,αυτού του μύστη,και ελπίζω να μην ξεχάστηκε τόσο νωρίς.
Γιατί,όπως όλοι οι χαρισματικοί άνθρωποι,βιάζονται να πάνε κάπου καλύτερα...

Tuesday, September 11, 2007

και ένα ποίημα για καληνύχτα..


John Betjeman-Myfanwy
Kind o’er the kinderbank leans my Myfanwy,
White o’er the playpen the sheen of her dress,
Fresh from the bathroom and soft in the nursery
Soap scented fingers I long to caress.


Were you a prefect and head of your dormit’ry?
Were you a hockey girl, tennis or gym?
Who was your favourite? Who had a crush on you?
Which were the baths where they taught you to swim?


Smooth down the Avenue glitters the bicycle,
Black-stockinged legs under navy blue serge,
Home and Colonial, Star, International,
Balancing bicycle leant on the verge.


Trace me your wheel-tracks, you fortunate bicycle,
Out of the shopping and into the dark,
Back down the avenue, back to the pottingshed,
Back to the house on the fringe of the park.
Golden the light on the locks of Myfanwy,
Golden the light on the book on her knee,
Finger marked pages of Rackham’s Hans Anderson,
Time for the children to come down to tea.


Oh! Fullers angel-cake, Robertson’s marmalade,
Liberty lampshade, come shine on us all,
My! what a spread for the friends of Myfanwy,
Some in the alcove and some in the hall.
Then what sardines in half-lighted passages!
Locking of fingers in long hide-and-seek.
You will protect me, my silken Myfanwy,
Ring leader, tom-boy, and chum to the weak.

Κι αν δεν ήταν όπως το περίμεναν;







Και για όλα τα παιδιά που γύρισαν στο σπίτι απογοητευμένα,είτε επειδή φοβήθηκαν,είτε επειδή βαρέθηκαν,είτε περίμεναν πως θα κάνουν κάτι σπουδαίο μα δεν έμαθαν τίποτα και οι καινούριες τους τσάντες και τα χρωματιστά μολύβια δε φαίνονταν και τόσο σπουδαία και ήθελαν να γυρίσουν πίσω στην κούκλα τους,καληνύχτα.