Thursday, September 06, 2007




Let us go then,


you and I,


When the evening is spread out against the sky


Like a patient etherized upon a table;


Let us go, through certain half-deserted streets,


The muttering retreats


Of restless nights in one-night cheap hotels


And sawdust restaurants with oyster-shells:


Streets that follow like a tedious argument


Of insidious intent


To lead you to an overwhelming question. . .


Oh, do not ask, "What is it?" Let us go and make our visit.


In the room the women come and go Talking of Michelangelo.


The yellow fog that rubs its back upon the window-panes


The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes


Licked its tongue into the corners of the evening


Lingered upon the pools that stand in drains,


Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,


Slipped by the terrace, made a sudden leap, 20


And seeing that it was a soft October night


Curled once about the house, and fell asleep.


And indeed there will be time


For the yellow smoke that slides along the street,


Rubbing its back upon the window-panes;


There will be time, there will be time


To prepare a face to meet the faces that you meet;


There will be time to murder and create,


And time for all the works and days of hands


That lift and drop a question on your plate;


30 Time for you and time for me,


And time yet for a hundred indecisions


And for a hundred visions and revisions


Before the taking of a toast and tea.


In the room the women come and go Talking of Michelangelo.


And indeed there will be time


To wonder, "Do I dare?" and, "Do I dare?"


Time to turn back and descend the stair,


With a bald spot in the middle of my hair—


40 [They will say: "How his hair is growing thin!"]


My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,


My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin—


[They will say: "But how his arms and legs are thin!"]


Do I dare Disturb the universe?


In a minute there is time


For decisions and revisions


which a minute will reverse.


For I have known them all already, known them all;


Have known the evenings, mornings, afternoons,


50 I have measured out my life with coffee spoons;


I know the voices dying with a dying fall


Beneath the music from a farther room. So how should I presume?


And I have known the eyes already, known them all—


The eyes that fix you in a formulated phrase


And when I am formulated, sprawling on a pin,


When I am pinned and wriggling on the wall,


Then how should I begin To spit out all the butt-ends of my days and ways?


And how should I presume?


And I have known the arms already, known them all—


Arms that are braceleted and white and bare


[But in the lamplight, downed with light brown hair!]


s it perfume from a dress That makes me so digress?


Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.


And should I then presume? And how should I begin? . . . .


.Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets


And watched the smoke that rises from the pipes


Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows? . . .


I should have been a pair of ragged claws Scuttling across the floors of silent seas. . . . . .And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!


Smoothed by long fingers, Asleep . . . tired . . . or it malingers,


Stretched on the floor, here beside you and me.


Should I, after tea and cakes and ices,


Have the strength to force the moment to its crisis?


80 But though I have wept and fasted, wept and prayed,


Though I have seen my head (grown slightly bald) brought in upon a platter,


I am no prophet–and here's no great matter;


I have seen the moment of my greatness flicker,


And I have seen the eternal Footman hold my coat,


and snicker,


And in short, I was afraid.


And would it have been worth it,


after all,


After the cups, the marmalade, the tea,


Among the porcelain, among some talk of you and me,


Would it have been worth while, 90 To have bitten off the matter with a smile,


To have squeezed the universe into a ball


To roll it toward some overwhelming question




, To say: "I am Lazarus, come from the dead,


Come back to tell you all, I shall tell you all"


If one, settling a pillow by her head,


Should say, "That is not what I meant at all. That is not it, at all."


And would it have been worth it, after all,


Would it have been worth while, 100 After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,


After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along the floor


— And this, and so much more?—


It is impossible to say just what I mean!


But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen:


Would it have been worth while


If one, settling a pillow or throwing off a shawl,


And turning toward the window, should say:


"That is not it at all, That is not what I meant, at all." 110 . . . . .No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;


Am an attendant lord, one that will do


To swell a progress, start a scene or two


Advise the prince; no doubt, an easy tool,


Deferential, glad to be of use, Politic, cautious, and meticulous;


Full of high sentence, but a bit obtuse;


At times, indeed, almost ridiculous—


Almost, at times, the Fool. I grow old . . . I grow old . . . 1 I shall wear the bottoms of my trousers rolled.


Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?


I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.


I have heard the mermaids singing, each to each.


I do not think they will sing to me.


I have seen them riding seaward on the waves


Combing the white hair of the waves blown back


When the wind blows the water white and black.


We have lingered in the chambers of the sea


By sea-girls wreathed with seaweed red and brown 130 Till human voices wake us, and we drown. [1915]




Γιατί καμιά φορά,όταν δε σου χει μείνει τίποτα,τίποτα απολύτως,υπάρχει έστω και ένα ποίημα.Έστω και με κακή στίξη,λίγο στριμωγμένο,λίγο μπερδεμένο,μα κάτι.

Tuesday, September 04, 2007

Καληνύχτα,μικρό μου κοριτσάκι...


Μια Κυριακή στην Κοκκινιά

στην παιδική μου γειτονιά

είδα μια γριά χοντρομπαλού

που ο νους της έτρεχε αλλού


Την κοίταξα

σαν κουκουβάγια σε μπαχτσέ

και μου πε με φωνή θολή

που μάνα θύμιζε,τρελή



«Σε χώμα φύτρωσα ζεστό

αιώνες πριν απ'το Χριστό.

ούσα καλά κι ευχάριστα

ι έπαιρνα μόνο άριστα.


Μα σαν προχώρησε ο καιρός

έγινε ο κόσμος μοχθηρός

και με βατέψανε,

που λες,αράδα βάρβαρες φυλές


Σελτζούκοι Σλάβοι Ενετοί

λες κι ήταν όλοι τους βαλτοί

Τότε κατάλαβα γιατί

καμένο ήμουνα χαρτί

δίχως χαρά δίχως γιορτή


ιγά σιγά και ταπεινά

μ'αγώνες και με βάσανα

καινούργια έβγαλα φτερά

μα ήρθαν τα χειρότερα


Είδα το ίδια μου παιδιά

να δίνουν σ'άλλους τα κλειδιά

και με χιλιάδες ψέματα

με προδοσίες κι αίματα

να μου απαράζουν την καρδιά"


Γι' αυτό μια νύχτα σκοτεινή

θ'ανέβω στην Καισαριανή

με κουρασμένα βήματα

να κλάψω για τα θύματα

στ'αραχνιασμένα μνήματα


Κι εκεί ψηλά στον Υμηττό

αντίκρυ στον Λυκαβηττό

μικρό κεράκι θα κρατώ

να φέγγει χρόνους εκατό» (μα πολύ αμφιβάλλω πως θα σε αφήσουν να κοιμηθείς ήρεμα,με τις άγριες φωνές τους,παρόλα τα νανουρίσματα του Νίκου Γκάτσου...)

Sunday, September 02, 2007

Το φεγγάρι είναι πράσινο το ποτάμι είναι βαθύ



Ψέματα.Το φεγγάρι είναι κατακόκκινο απόψε.

Σα να ναι θυμωμένο.Με μένα με σένα με όλους.Και κυρίως με την κατάντια μας.

Μετά από καιρό τραγούδησα."Έλα αγάπη μου και χόρεψε ίσα μ' αύριο το πρωί".Έβαλα σε τάξη βιβλία έκανα αρχειοθέτηση πέταξα κάτι όνειρα σκόρπια.Το τσάι ήταν δυνατό και δεν το γλύκανα απόψε.Χαίρομαι που είμαι μακριά απ'τον παραλογισμό.Που μπορώ να βλέπω τα σύννεφα να σκεπάζουν το θυμωμένο φεγγάρι.Και ίσως και να δα και μια κηλίδα αίμα μέσα του.

μα πάντα ήσουν ξένη σε αυτή τη χώρα,φιλοξενούμενη,περαστική.Μια στάση,όπως μια στάση του ΚΤΕΛ στη μέση του πουθενά για ένα τσιγάρο και πάλι πορεία.

Με μια παλιά μάλλινη φανέλα,ένα παλιό βλέμμα και καμιά ενοχή,έλα αγάπη μου και χόρεψε,ίσα με αύριο το πρωί.

Saturday, September 01, 2007

Πρέβεζα

Θάνατος ειναι οι κάργιες
που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους
και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζανε κρεμύδια.

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,
με τα λαμπρά μεγάλα ονοματά τους,
ο ελαιώνας πίσω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια ελλειπή μερίδα
,θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις φρουρά εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ'ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία
"Υπάρχω" λες κι ύστερα "Δεν υπάρχεις".
Φτάνει το πλοίο υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος νομάρχης.

[Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπουςένας πέθαινε απο αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμένοι, με σεμνούς τρόπους,θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία]

Αν και το μέρος που ζω,είναι διαφορετικό από κάθε μικρή πόλη,δεν μπορείς παρά να νιώσεις έτσι,καμιά φορά..και τότε θυμάσαι την Πρέβεζα του Καρυωτάκη..

Friday, August 31, 2007

Η Ελλάδα ταξιδεύει




Σεπτέμβρης,Vogue αμερικάνικη του μήνα αυτού,σόδα με λεμόνι,the woman in black by Susan Hill,με τον Αλεξανδράκη στο θέατρο το 1994,είχα φοβηθεί,κάτι όνειρα με κομμένα δάκτυλα,κέρματα διασκορπισμένα στο γραφείο,δυο θάνατοι ακόμα ένας μέσα μου,πόσο καιρό έχω να πατήσω το πόδι μου σε φούρνο να μυρίσω ζεστό ψωμί,μια Ελλάδα πληγωμένη,μια πληγή ανοιχτή στο στήθος,πληγή από ίδιο αίμα,η Ελλάδα του Mc Cabe παρελθόν,μια Ελλάδα που μύριζε πράσινο σαπούνι και τον κόρφο των κοριτσιών,έχει οριστικά πεθάνει.

Wednesday, August 29, 2007

Naked


Ήταν μια ταινία του Μάικ Λη το 1995.
Τα ρούχα δημιουργήθηκαν για να καλύψουν τη ντροπή μας,να μας προστατέψουν από το κρύο και τη ζέστη,έκρυψαν ελαττώματα,δημιούργησαν προτερήματα,έγιναν αντικείμενο φθόνου,κοροιδίας,σύμβολο πλούτου και τάξεων,μα κυρίως έκρυψαν το φόβο μας.
Σήμερα εγώ αποφάσισα να μη φοβάμαι.

Tuesday, August 28, 2007

Σεπτέμβρης


Έρχεται πάλι.Αυτός ο μήνας,που είναι γεμάτος αποκαίδια και μεγάλα λόγια,που τα σχολεία θα αρχίσουν,που μουδιασμένοι οι ντόπιοι δεν κατάλαβαν ακόμα πως τελείωσε η σεζόν,που μπαίνουν πάλι στη μοναξιά τους,που αρχίζω πάλι να διαβάζω,να περπατάω και να χαμογελάω αληθινά,όχι επειδή πρέπει.

Αρχίζω να αναπνέω λοιπόν,σήμερα τα βράχια έδειχναν τόσο όμορφα,μια δυο σπηλιές που δεν είχα προσέξει,έρημες οι ταβέρνες,τα καφενεία και οι παραλίες.

Τώρα αρχίζει η ομορφιά.Η παράδοξη,άγρια,βάρβαρη ομορφιά.

Monday, August 27, 2007

fragile


Εγώ στον κόσμο που γεννήθηκα δε χάραξα πορεία.
Τσιγάρα στα πρακτορεία βέβαια,κάπνισα πολλα,και στους σταθμούς επίσης.
Σπάνια με πήγαν βόλτες με αυτοκίνητα.Σπάνια με έβγαλαν σε ακριβά μέρη.Σπάνια μου αγόρασαν ακριβά και άχρηστα πράγματα.
¨Ολα αυτά όμως που ήθελα να τα κάνω με όλη μου την ψυχή,τα έκανα μόνη μου.
Και εκείνη τη βόλτα στο ποτάμι της φωτογραφίας,την έκανα.Και ας μην ήταν με Κάντιλακ.
Fragile,do not touch.

Friday, August 24, 2007

Γυναίκα με δέρμα σα χαρτί ρυζιού..

Σήμερα θυμήθηκα ξανά τη Μαλβίνα Κάραλη-όχι πως την ξέχασα,την είδα ξανά στον ύπνο μου,με εκείνη τη λευκή γούνα,ο καπνός του τσιγάρου,τα γαλάζια μάτια,όπως έρχεται στα όνειρά μου.
Την πρωτοσυνάντησα στο Seven-X το '92,δε θυμάμαι τον τίτλο της εκπομπής,μπορεί και να λεγόταν Mea Culpa,το ψαξα στο λεξικό,τη θυμάμαι σαν τώρα,όχι εκείνα που έλεγε,ήταν τόσο χειμαρρώδης,μα το χαμόγελο το μεγάλο,χαμογελούσε και έλαμπε το φτωχο τηλεοπτικό σετ,ήταν έξυπνη,όχι πονηρή,έξυπνη.
Ήταν σα να μου λεγε,είναι εντάξει να σαι ξωτικό,να σαι αλαφροίσκιωτη,να σαι παράξενη,είναι εντάξει να παραξενεύονται οι άλλοι με σένα,είναι εντάξει να θες να πηδήξεις έξω απ'το δέρμα σου,να ανακατεύεις couture με αμερικάνικες αγορές,να διαβάζεις,να σκέφτεσαι.
Η πορεία μας συνεχίστηκε,κανάλια,κανάλια,ήρθε ο Σκάι,έγινε σελέμπριτυ,εξώφυλλα,η εφήμερη διασημότητα η σαρκοβόρα,ο γάμος,τα μπουζούκια,οι εκπομπές στην τηλεόραση,αρθογραφούσε,το διαζύγιο,μετά ακολούθησα εγώ τη δική μου πορεία,δεν μαθαινα για εκείνη,το 2002 έμαθα για το θάνατό της,ήταν Ιούνιος,ήμουν με τη μητέρα μου στον καναπέ,10 χρόνια μετά,δάκρυσε,"θυμάσαι πόσο σου άρεσε στην τηλεόραση;" κλάψαμε και οι δυο,όχι μόνο για τη Μαλβίνα,αλλά για το χρόνο που περνάει.
Δεν ήμουν πια έφηβη,κρατηθήκαμε χέρι με χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι,μου πε,αν φύγεις εσύ πρώτα,δε θα το αντέξω μόνη.Θα φύγω με τη θέλησή μου.

Thursday, August 23, 2007

When they said repent...




So you can stick your little pins in that voodoo doll
I'm verry sorry baby,it doesn't look like me at all...

Tuesday, August 21, 2007

BBC2,radio norfolk




Άκουγα το νερό να βράζει για το τσάι.Έβγαινα από το μπάνιο με το τρύπιο μπουρνούζι. Το τσάι ήταν καυτό και ευπρόσδεκτο,και το ραδιόφωνο έπαιζε τον τοπικό σταθμό,δελτία καιρού, τηλεφωνήματα ακροατών,τραγούδια του '50 ,ol' blue eyes και dean martin, και ο κόσμος ήταν μακριά, πολύ μακριά, τα μαλλιά έσταζαν,και στα ταξίδια για το αεροδρομιο σταματούσε το λεωφορείο στα χωριά και έβλεπες σπίτια σκοτεινά,ή με ένα δωμάτιο με φως,τι κάνει ο άνθρωπος αυτός,τι σκέφτεται μόνος τόσο αργά τη νύχτα μέσα στο κρύο,πόσα ζευγάρια διάβασαν το μυθιστόρημά τους πριν σβήσουν το φως του κομοδίνου,μια κανάτα νερό δίπλα στο κομοδίνο,ερωτευμένοι έφηβοι,κρυφοί αυνανισμοί,παιδιά να πίνουν horlicks στην κουζίνα πριν το βραδινό μπάνιο,παιχνίδια με το σφουγγάρι και τον αφρό,θα μπορούσαν να φανταστούν ποτέ πως ένα κορίτσι περνούσε στις 4 το πρωί έξω απ'τα σπίτια τους,Attleboroygh,Wymondham,και χωριά άλλα,μικρα μεγαλύτερα,μια πλατεία ένα νεκροταφείο μια εκκλησία ένα Woolworths,ένα Boots, ένα Blockbuster,κοντά ίσως τα φώτα του Cambridge,του Norwich,ο σταθμός του λεωφορείου και ένα greasy all night cafe με μια σερβιτόρα που βαριέται,σπασμένα μπουκάλια μπύρας,fancy a shag love,και εκείνα τα σπίτια,τα σπίτια,που φανταζόμουν πως ζούσαμε μαζί,BBC radio norfolk,και μια παλιομοδίτικη τσαγιέρα να σφυρίζει.Ένας από τους πιο ωραίους ήχους της ζωής μου,έστι απλά.

Sunday, August 19, 2007

I've seen the future


and it is murder.

Νομίζω πως δε μπορώ να γράψω.Το άγχος με τριγυρίζει και με σφίγγει σαν πύθωνας.

Χτες δυο μικρά μικρά πουλάκια,σα φουντούκια,κάθισαν πάνω στο δείκτη μου και ακούμπησαν το ράμφος τους χαιδευτικά πάνω του.

Η Γ.φοράει ένα κόκκινο φόρεμα.Τα δικά μου ρούχα ανάκατα στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Έλα να μιλήσουμε για σινεμά,ξένε.Κέρασέ με κάτι φτηνό.Θα σου πω μια ιστορία με την καλύτερή μου βραχνή φωνή.

Κάποιος νεκρός από το μακρινό παρελθόν σηκώνει το φρύδι περιπαικτικά.Χτες όσο έπινα στο διπλανό σκαμπώ ένας άσχετος μύριζε σαν κι εσένα,σπιτικά,σαν πατρίδα.

Ανυπομονώ να έρθει ο χειμώνας και να σε δω από μακριά να έρχεσαι.Να κάθομαι και να σε βλέπω μέσα από το τζάμι και τους ατμούς.Να έχεις σκυμμένο το κεφάλι απ'το κρύο και να φοράω εκείνο το ροζ φόρεμα.Και το καλύτερό μου δέρμα.

It is murder.

Saturday, August 18, 2007

To wash my eyelids in the rain


Μια κιθάρα.Δυο τρία ακκόρντα.Μια φωνή σα χαλίκι.
Κυρίες και κύριοι,ο Λέοναρντ Κοέν.

Thursday, August 16, 2007

Come to Tupelo


Ο δίδυμος αδερφός πεθαίνει,θάβεται σε ένα κουτί παπουτσιών,τόσο μικρά οστά,τόσο μικρά.

Είναι χειμώνας στο Μέμφις,,ο Βασιλιάς μεγαλώνει,θα αναστήσει τα πλήθη,ένα μπάσο μια κιθάρα μια φωνή,ο ζωώδης μαγνητισμός,the Bible belt the baptist Church,η Γερμανία και ο μανδύας,Heartbreak Hotel και Suspicious Minds και Can't Help Falling in Love with you,η Rca και τα σαρανταπεντάρια,οι φούστες με τα φουρώ,οι μαύροι στα σκαλοπάτια των σπιτιών τους σφυρίζουν μελωδικά,καλλονές του Νότου teeneage beauty queens,ο στρατός,η Ανν Μαργκρετ,ο Βασιλιάς μεγαλώνει,ζενίθ ναδίρ ουσίες,ο Θεός τιμωρεί,πλούτη,η Γκρεησλαντ,τα σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και τηγανητό μπέηκον,το Λας Βέγκας και το μηχάνημα που θες να νικήσεις,ο χρόνος και ο δρόμος,φώτα νέον,ξεχνάει τα λόγια απ'τα τραγούδια,η μοναξιά του αυτοκράτορα,θα μπορούσε να βάλει ένα όπλο στον κρόταφο,το βάρος και ο ιδρώτας,η παιδική ηλικία που δεν ξανάρχεται,ο Βασιλιάς είναι νεκρός,κάπου μακριά μια χώρα μικρή στη δίνη της μεταπολίτευσης,20 χρόνια μετά μια μέρα μετά το θάνατο της Θεοτόκου μια γυναίκα πίνει άγευστο ντεκαφεινέ και τραβάει κάρτες στην τύχη.The Chariot.

Monday, August 13, 2007

Alice?




Ψάχνω την Αλίκη.Τα πήρες τα χάπια σου σήμερα κοριτσάκι;

Εξαφανίζεται στη λαγουδότρυπα μικραίνει,μεγαλώνει.Το κραγιόν μου μπήκε στραβά,θα βαζα τα κλάματα αλλά βάζω τα γέλια.

Άλλοι προγευματίζουν με φρέσκους χυμούς και ζεστά κρουασάν.Νομίζω πως τους ανθρώπους αυτούς τους μισώ.

Μοιάζουν λες και βγήκαν από σελίδες γυαλιστερού περιοδικού,οι γυναίκες με τις σιδερωμένες ρόμπες και ατσαλάκωτα νυχτικά και τα νωπά μαλλιά.

Άλλοι αρκούνται σε παλιά μπουρνούζια της μητέρας τους γεμάτα τρύπες.Ξεθωριασμένα.

Αυτές οι γυναίκες,με τα μπουρνούζια τα τρύπια,είναι καταδικασμένες να καθαρίζουν μόνες τους,να κοιμούνται μόνες τους,να μαδάνε μαργαρίτες στα 35 τους.Να μαγειρεύουν άνοστα φαγητά και να έχουν σκονισμένα ράφια και σπασμένα τακούνια.

Μα πως να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά,Αλίκη μου.Alice Liddell μου.

Saturday, August 11, 2007

Μα δεν αρκούν τα λόγια




Κάθε μέρα δεν μπορώ να περιγράψω το χρόνο.Ούτε το πως φεύγει. Τα ξημερώματα έρχονται όλο και πιο νωρίς. Οι γυναίκες μοιάζουν όλο και πιο μόνες.Ο κόσμος διαστέλλεται από τη ζέστη.

Νομίζω πως ακούω αναστεναγμούς,όχι,έκανα λάθος,χαρά είναι,δεν είναι λύπη,Οδηγός για Πριγκίπισσες,λάπις λάζουλι,η φωνή του Μπομπ Ντύλαν,παίζουν τα χρώματα στην οθόνη.

Φοράω κάθε μέρα άλλο χρώμα.Έχω έκπληξη στο βλέμμα.Τι θα 'θελες να κάνεις φέτος το καλοκαίρι;Να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο,να με πάρεις στην αγκαλιά σου και να 'ναι στενά,να 'ναι άβολα,να μου χαρίσεις δυο χτενάκια,πριν 12 χρόνια τέτοια μέρα είδα τον Όσκαρ Ουάιλντ να μπαίνει απ'την εξώπορτα,πριν 19 ένα παιδί αντί να πηγαίνει στην κούνια πήγαινε στο νεκροταφείο.





Thursday, August 09, 2007

The queen of swords




Δεν ξυπνάω πια με ηρεμία.Δεν διαβάζω στο τραπέζι της κουζίνας ούτε πίνω καφέ με θέα τον κόλπο.

Βιαστικά πρωινά με βρεγμένο πρόσωπο και μαλλιά και κύκλους μαύρους.

The high priestess,the magician,sometimes,the Fool.

Κρατά στο χέρι ένα ξίφος και κάθεται στο θρόνο.

Τα βράδια δεν κοιτάει πια το φάρο ,αλλά τα πρωινά,τα πρωινά που πάντα ήταν ήρεμα και φιλικά και ελπίδες έδιναν ηλιακτίδες,δεν έχουν το φιλικό ήχο του πιάνου.

Κάτι βαρύ και δυσοίωνο,κάτι σαν χαμηλές νότες τσέλου,

κάτι η νύχτα που έρχεται νωρίς για να μας σκεπάσει,

βγαίνεις σαν τον Αυγερινό,λιώνεις σαν το πρωινό χιόνι.

The beggars,the world,the lovers.the ace of wands.

The world.

Wednesday, August 08, 2007

Τι κι αν δεν είναι η εποχή τους;





Θέλω όλα γύρω μου να είναι κόκκινα και να χτυπάνε σαν τη φλέβα στον καρπό!Να πάλλονται!Κι ας μην ακούει κανείς!

Monday, August 06, 2007

Σούρουπα



Το νησί μου ξεμακραίνει από την αθωότητά του κάθε μέρα.Πνίγεται στην κοκαίνη και το ομαδικό σεξ με ξένους-φτηνή ανταλλαγή υγρών και ποτών.
Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες,πόσο μάλλον για πριγκίπισσες,κουνάω τα πόδια μου στη μάντρα,δεν έχω χρόνο,δεν έχω καιρό,δεν προλαβαίνω με τους καιρούς.
Ποιος σε κηνυγάει πες μας.
Το στομάχι μου σιγά σιγά απλώνει ύπουλα τα γαστρικά υγρά και απειλεί τα καταστρέψει ζωτικά όργανα,σα χτες μοιάζει που μου έδωσες ένα χέρι και το τράβηξα εγώ.
Ναρκοπέδιο.
Σήμερα,που πέθαναν άνθρωποι χιλιάδες και άλλαξε για πάντα ο εικοστός αιώνας και το μέλλον,εγώ στην αθωότητα επιμένω.Στις γνωστές μυρωδιές της κουζίνας.
Σε κάποια χρώματα που δε θα σβήσουν.Δε θα ξεβάψουν.

Friday, August 03, 2007

Το μπαρ των χαμένων ονείρων


Ο ένας μου εαυτός βρίσκεται στο Μπαρ των Χαμένων Ονείρων.
Πως μου άρεσε στις ταινίες,όταν ο ήρωας καθόταν στη μπάρα,έκανε νόημα στο μπάρμαν και του έβαζε το συνηθισμένο.Άναβε τσιγάρο.Στραβά,στην άκρη του στόματος.Σε στιγμές αμηχανίας.Ο μπάρμαν μάζευε τα ποτήρια,μα δεν έφευγε ο ήρωας,σκούπιζε με το πανάκι τα πλυμένα,τη μπάρα,μια καθαρίστρια σφουγγάριζε νυσταγμένη.
Την αγαπούσε;Τον αγαπούσε;Δεν έμαθα ποτέ.
Τώρα πια οι ηθοποιοί δεν ανάβουν τσιγάρο στις ταινίες.Τουλάχιστον όχι οι πρωταγωνιστές.
Και εκείνη δεν ερχόταν.Δεν ερχόταν.Μπορεί και να το μετάνιωσε.Να ντύθηκε,να έβαλε το chypre άρωμά της,το κραγιόν της,και να μην μπόρεσε να ξεμυτίσει από την πόρτα.
Μπορεί.
Ο άλλος μου εαυτός παλεύει με το βετέξ και τα βρώμικα νερά καθώς παλέυει να κρατήσει την ισορροπία του σε οκτώ μποφώρ.Δέχτηκα το φιλί του Ιούδα.
Χλωρίνη και νερό.Ένα για τον καθένα και πάλι από τη αρχή.Και ταξιδιώτης του παντός,είμαι κύμβαλο αλαλάζον...δεν είμαι κύμβαλο φίλε.Μια φτηνή φυσαρμόνικα ίσως.Φθαρμένη στις άκρες.
Χλωρίνη βετέξ και βρώμικο νερό.
Το έρημο κορμί μου όμως,δεν σταματάει να πετάει μπουμπούκια.
Στο στήθος,στην ήβη,στον αυχένα.
Αν ένα βράδυ κοντά στο Θησείο σταματήσεις να ακούσεις το αεράκι,μπορεί να είσαι τυχερός και να τα διακρίνεις.

Thursday, August 02, 2007

Και για το λόγου το αληθές..


η ταινία "Freeway",
μοντέρνα εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας,
του Σκορτσέζε.

Δυο χιλιάδες ενοχές

Δεν ξέρεις πότε θα πρέπει να κάνεις το σωστό.Σαν τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι,η Αρετή και η Κακία.Και ο δρόμος που σου δείχνουν,προορισμοί,προορισμοί με ανταμοιβές.
Και δεν ξέρεις πότε θα έρθει η ώρα να διαλέξεις.Με το κεφάλι ψηλά ή σκυμμένη από την κούραση και τις ώρες της αυπνίας,με τη ζαλάδα κάτι χαδιών που πέρασαν και ένα μυαλό σα γεμάτο από ιστό από αράχνες αόρατες.
Δεν ξέρεις πότε θα σου ζητηθεί να πάρεις μια απόφαση που πονάει.Που καίει σα σίδερο.
Οι σφήκες που φώλιασαν στο πατζούρι μου ήταν ένα σημάδι.Πως θα έρθει το κακό.
Και σαν την Κοκκινοσκουφίτσα στο δρόμο με το καλαθάκι στο χέρι,να σιγοτραγουδάει "λύκε λύκε μου καλέ μου,λύκε λύκε είσαι εκεί,είναι η άγρια πλευρά σου που με συγκινεί",με το καλαθάκι με τα τσιγάρα της στο χέρι,white trash queen,σαν την ταινία Freeway,ακούστηκε από το ραδιόφωνο ενός περαστικού αυτοκινήτου σαν πλημμύρα η πιο όμορφη μουσική του κόσμου και ήξερα πως έκανα το σωστό.Και ας έστρεψα το στιλέτο.Προς τα που,δε λέω.

Tuesday, July 31, 2007

do not disturb!


έφτασε σήμερα με το πρωινό ταχυδρομείο!
θα λειψω κανα δυο μερούλες..

Σφήκες


το πρόβλημα με τον κόσμο είναι ότι όλοι είναι τρία ποτά πίσω
Μπρους Σπρίνγκστην στα Αρβανιτοχώρια
σφήκες στον Αη Γιώργη τον δρακοφονια
η Αθήνα δεν έχει αστέρια
κάποτε μου χάρισες μια ταμπακιέρα τώρα βάζω μέσα τα χάπια μου
τα χέρια μου τα έκαψα δυο φορές με τσιγάρο
δυο παράλληλες γραμμές πάνω στους καρπούς
λίγο πιο κάτω απ'τη φλέβα
as I'm sitting here,doing nothing but aging.

Monday, July 30, 2007

Cafe days


Κάποτε ονειρευόμουν την ατέλειωτη ευτυχία σε ένα καφέ με ατέλειωτα Lucky Strike,κάπου στη λεωφόρο,να έφευγα με την φίλη μου την καλύτερη,όχι η Θέλμα και η Λουίζ,μα η Μάιρυλιν στη Στάση Λεωφορείου και η ¨Ωντρευ Χέπμπουρν σκαστή απ'το παλάτι στο Διακοπές στη Ρώμη.
Με τα βιβλία στο χέρι και τον Γκρέκορυ Πεκ να ανάβει το τσιγάρο μου στη μπάρα.
Δεν υπάρχει πια route 66.Οι γκαρσόνες με τα ασημί νύχια μασάνε τσίχλες δύσοσμες και ο καφές παραείναι γλυκός.Και η Ευρώπη μου αρέσει περισσότερο-χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά,και εγώ δεν ξεχνάω ποτέ.
Μα υπάρχει ένας άντρας που μου ανάβει το τσιγάρο και ζει για μένα,μόνο για μένα,και αφού κάποιος με καταράστηκε να ζήσω,εγώ καταράστηκα να ζήσει μαζί μου μέχρι τέλους.Γιατί όταν πεθάνω,θα πεθάνει κι εκείνος μαζί μου.Αλλά όχι από κατάρα.Από αγάπη,αγάπη ατέλειωτη.

Thursday, July 26, 2007

Η ιδανική και ανάξια ερωμένη σου

Πόσο σιχαίνομαι την εποχή αυτή. Που φτάνουν άνθρωποι στοιβαγμένοι σαν τσαμπιά στα καταστρώματα.Που παραγγέλνουν λιμασμένοι στις ταβέρνες.Που ουρλιάζουν τα βράδια έξω απ'το μπαλκόνι μου.Που κοιμούνται στα φτηνά δωμάτια επιπλωμένα με σουηδικό ξύλο.
Περιφέρομαι χωρίς να αγγίζω το έδαφος,όπως πάντα.Υπάρχουν δυο τρεις άνθρωποι που λένε δυο κουβέντες φιλικές.Που καταλαβαίνουν πως είναι να σιχαίνεσαι την πατρίδα σου-την εποχή αυτή,της λαίλαπας.
Η μάνα μου ανάβει κερί σιωπηλή.Την περιμένω στο κατώφλι.Φοβάμαι να διακόψω.Καμιά φορά πιανόμαστε απ'το χέρι.Πόσο μοιάζετε,λένε.
Μακάρι να σου έμοιαζα.Ενάρετη,ήρεμη,με εκείνο το σημάδι απ' το δρεπάνι στο δείκτη,τα μάτια σαν καρπό της ελιάς,μια αγάπη να ξεχειλίζει από τα στήθη,η μάνα σου και η γιαγιά σου και όλες μας οι πρόγονοι,να μας κοιτάζουν απ το κρεβάτι με τα σιδερένια κάγκελα νεκρές και ζωντανές να ανασαίνουν ρόζους από τα χέρια.Θαμμένες με τη βέρα και τα παπούτσια τα αφόρετα.
Αχ αντάρτισσα μου έλεγες.Αχ ψυχή μου.
Η δική μου η ψυχή,η ιδανική και ανάξια ερωμένη.Που ίσως θαφτεί χωρίς βέρα.Που τα βράδια κοιμάται ανήσυχη με όλες τις αυγές που θα 'ρθουν για συντροφιά.

Wednesday, July 25, 2007

Ντόριαν Γκρέυ



Το καλοκαίρι μου που είναι μια θάλασσα μικρή,μου έρχεται στο μυαλό.Περπατάει ξυπόλητη στην Αντίπαρο.Πέφτει στη θάλασσα αμέριμνη.

Στη Στησιχόρου διοργανώνει δείπνα.Χαμογελάει.Ίσως και να κλαίει καμιά φορά.Χαμογελάει.Δεν μπορώ να πιστεψω πως δεν υπάρχει πια.Χαμογελάει και χαμογελάω κι εγώ.Λάμπει.Ακτινοβολεί.Στις μικρές τηλεοράσεις στα μινι μάρκετ.Στις ψαροταβέρνες.Αγία-οι έλληνες το νόστιμο το λένε και κουκλάκι,μισήθηκε,αγαπήθηκε,αμφισβητήθηκε,δούλεψε σκληρά,ποιος ξλερει πως έμοιαζαν τα χείλη κάτω από τις απανωτές στρώσεις λιπ γκλος;

Κατάφερε αυτό που ήθελε,μα εγω τη βλέπω κορίτσι,πάνω στη βάρκα,με τον παπαδιαμαντικό Παντελή Ζερβό να λέει "χαίρομαι όταν παθαίνουν κακό",ο φακός αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της,μέχρι το τέλος.

Και κάπου ένα πορτραίτο της να γερνάει.

Monday, July 23, 2007

Αχνισμένα καλοκαίρια


Θέλω ένα παρασόλι για να με προστατεύει από τον ήλιο.Κάθε βράδυ οι πόνοι και τα βάσανα όλου του κόσμου συσσωρεύονταισ στις πλάτες μου και με βαραίνουν.Ξυπνάω με ναυτία και φοβάμαι.No sugar,no spice.
Αν δεν ήξερα θα έλεγα πως είμαι ερωτευμένη.Μα δεν είμαι.Mirror mirror on the wall, who's the fairest of them all?
Μου κάνει παρέα η Καίτη Ντάλη τα βράδια.Δεν βγαίνω πια.Ίσα ίσα μέχρι το δρόμο.Χαιρετάω δυο περαστικά αμάξια,το μαγικό νούμερο επτά και ξαναμπαίνω.
Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω,κι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω.Μ' έκανες παιδί του δρόμου,πετάω τα ζάρια πίσω απ το δεξιό ώμο.Μα το κακό δεν ξορκίζεται.
Θέλω να βρέξει.Κάθε μέρα το εύχομαι.Ανασαίνω ατμούς και κοιμάμαι με τα χέρια ανοιχτά σα να προσμένω κάτι.Μα εσύ δεν έρχεσαι.
Και ίσως,ίσως,να ναι καλύτερα έτσι.

Saturday, July 21, 2007

beautiful dreamer


"οι μισοί καλοί σε μοναστηριού κελί
και οι άλλοι στο τρελάδικο από κακό και άδικο.."
...δεν μπορώ να σκεφτώ σήμερα..ούτε καν να ονειρευτώ.

Friday, July 20, 2007

the letter


ένα τραπέζι που να τρίζει,μια πένα που να βγάζει αστέρια,τις Πλειάδες να βγαίνουν σαν πυροτεχνήματα,κι εσύ να μου λες πως είναι πιο όμορφη από μένα,κι εγώ να σου απαντώ,"εγώ ποτέ δεν αγαπώ,ποτέ μου δε στεριώνω" και να κλαις.

Wednesday, July 18, 2007

Lucia departed




Μα δε θα ταν ωραίο ζευγάρι;
"δεν είμαι εγώ ο Γιώργος σου..."

Tuesday, July 17, 2007

Μέρη που χάθηκαν

Δεν ζήτησε κανείς να γράψω τους πέντε αγαπημένους μου προορισμούς.
Γι αυτό και δε θα γράψω 5.Θα γράψω όσους μου κατέβουν στο μυαλό,έτσι,αυθόρμητα,δεν βάζω φωτογραφίες για να φαντάζομαι εγώ τις δικες μου μνήμες λίγο σβησμένες και οι άλλοι να βγάζουν αυθαίρετα συμπεράσματα.
Χαιδελβέργη.Η ψυχή μου έγινε γυναίκα.Parfuemerie Frosch και το πρώτο μου αληθινό άρωμα.Οκτώβρης και χιόνι.Το παιδικό βιβλιοπωλείο και ο φούρνος απέναντι,με τη ρόμπα στις 5 το πρωί,ο πρώτος καφές,το αγγλικό βιβλιοπωλείο,με τον Α. να πίνουμε schweppes bitter lemon στη Neckarwiese τον Ιούλιο,μόνη στο δωμάτιο με το πάπλωμα πάνω από το κεφάλι να ακούω Μπραμς να παίζεται από το απέναντι δωμάτιο.Η εκτόξευση των παπουτσιών μου από το παράθυρο σε κρίση νεύρων.Η+Μ.Σακούλες από το dm.60 λευκά τριαντάφυλλα στα χέρια και να μου τραγουδούν οι θαμώνες "Weisse Rose aus Athen" χωρίς να ξέρουν πως είμαι Ελληνίδα.Το Φάντασμα του Γκαίτε,του Χέγκελ,και της τριανδρίας της Χαιδελβέργης.
Ναύπλιο.Η πιο όμορφη πόλη της Ελλάδας.Πλατεία Συντάγματος.Καταστήματα με κλωστές και κουμπιά.Το παλίό βιβλιοπωλείο κοντά στο σχολείο.Μαθήματα γερμανικών.Η μυρωδιά των διαδρόμων με κηνυγάει.Η Μ.η προισταμένη.Μπάνιο στην πισίνα και το σνακ μπαρ.Φρουτ παντς χωρίς αλκοόλ στο μπαρ και η ζάχαρη από τα ποτήρια του τζιν φιζ από τα χέρια του μπαρμαν.
Ανάσταση.Οι λαμπάδες στην Αγάπη.Μια μόνο φραγκοσυκιά,κάνω μπάνιο με το έτσι θέλω ενώ έχω ερυθρά,στη θάλασσα.Επίδαυρος και σκια.Κιτς ξενοδοχεία και ταβέρνες στο Λυγουριό.Η Βουγιουκλάκη ανεβάζει Λυσιστράτη,ή ήταν Αντιγόνη;
Δεν πάω πια.
Θυμάμαι το στίχο του Σεφέρη.
"Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της "Ωραίας Ελένης του Μενελάου"
χάθηκαν μόνο της αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ΄έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της".
Κυκλάδες.Γιατί όταν σε καλεί το αίμα,ή το ακολουθείς ή σε πνίγει.Ξέρω την κάθε πέτρα του ψαροχωριού μου.Χωρίς καν να τη βλέπω όταν περπατάω.Ξενία.Κάποτε ήταν υπέροχα.Μερικά είναι ακόμα μέσα στην παρακμή τους.Μερικά έγιναν νεόπλουτα και τα μισώ.
Maine.Κάποια μερα,ίσως.
Παρίσι.Αργά τη νύχτα,στο φτηνό ξενοδοχείο,ζητάω ένα κομμάτι χαρτί για να γράψω ένα γράμμα και ρωτάω αν έχει ζεστό νερό να κάνω ένα μπάνιο γιατί έχω γίνει μπλε από το κρύο.-6 βαθμοί Κελσίου.Αγοράζω scotch brite από ένα φτηνό μίνι μάρκετ και πλένομαι με αυτό.
Στριφογυρίζω σαν δερβίσης στη Μονμάρτη και αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να πιάσω δουλειά σα γκαρσόνα σε μια μπουλανζερί.Αγοράζω ένα βιβλίο του Τόμας Χάρντυ και τα Απομεινάρια της Μέρας του Ισιγκούρο.
Δυο χρόνια μετά βγαίνει η Αμελί.Πόσο σου μοιάζει,μου λένε,στη συμπεριφορά.
Ely.Κοντά στο Κέμπριτζ.Κωμόπολη με τεράστιο καθεδρικό.Το σπίτι που γεννήθηκε ο Κρόμγουελ. Ψωμί barrabrith, ουαλικό.Το καλύτερο pub lunch της ζωής μου.Σαν ποίημα του Betjeman.Η πόλη,όχι το φαγητό.
Βενετία.Υγρασία και ομίχλη.περπατάμε πάνω στις ξύλινες εξέδρες λόγω πλημμύρας.Αγοράζω ασπρόμαυρες κάρτες,βγάζω τρία ασπρόμαυρα φιλμ.η Εβραική συναγωγή και ο τάφος του Πάουντ.Φωτογραφίζω παλιές ξεχαρβαλωμένες κουκλες και ένα πλοίο που πάει στην Πάτρα.
Τέλος.



Monday, July 16, 2007

damaged goods


Ποιος θα φάει σήμερα τη σφαίρα;Ποιος θα μου δώσει τη χαριστική βολή τη σωτήρια;
τα χέρια τα δικά μου δεν είναι έτσι.Ούτε περιποιημένα ούτε λευκά.Έχουν κόμπους και κάλους,μπλε φλέβες και έλλειψη ασβεστίου.Ο καρπός είναι καμένος από υδροχλωρικό οξύ.
Δεν το έκανα επίτηδες,έτυχε.
Ψυχή ξερή.Χέρια ξερά.Χείλη ξερά.
Αφήνω τα μαλακτικά χειλιών για άλλες,με γεύση κεράσι,φράουλα ή μέντα,τα δικά μου πάνω έχουν κάμφορα.
Ναι,κάμφορα,που βάζουμε στα ρούχα,είναι έτοιμα να κρατήσουν και τόξο και όπλο και να σκοτώσουν γυμνά όποιον προσπαθήσει να βλάψει ότι αγαπώ.
Δεν φτιάχτηκαν για να παίζουν πιάνο και να χαιδεύουν γάτες και να φοράνε μονόπετρα.
Φτιάχτηκαν,όπως κι εγώ,για να παλεύουν.

Sunday, July 15, 2007

quotes

Mama, face it: I was the slut of the century. (Gloria Wandrous)



my nails the colour of Lincoln park after dark...

Saturday, July 14, 2007

Aubergine


Τρέφομαι από την απελπισία σου.Τα μάτια μου γίνονται ακόμα μεγαλύτερα και οι κόρες τους διαστέλλονται.Το λευκό αναμειγνύεται με το μαύρο που αναμειγνύεται με το πράσινο που αναμειγνύεται με το γκρίζο.
Επιπλέω στη μήτρα στη μπανιέρα στα κύματα με τα βυσσινί μου νύχια.Λαχανικό της εποχής,οι μελιτζάνες.Στο σουπερμάρκετ ρουζ σκούρο στο ράφι κατακόκκινο.Aubergine ή μήπως cherry;Όχι,η εποχή των κερασιών πέρασε.Δεν μπορώ να το πιάσω.Δε φτάνω.
Ο κλέφτης ποδηλάτων σε μια μεγάλη οθόνη θερινού σινεμά με γαζία και βουκαμβίλιες.
Πατέρα,ακολουθώ τα βήματά σου,σου κλέβω την ανάσα.
Κλέβω,κλέβω,λεηλατώ.Δεν διαλέγω πια.
Όταν ο Παπαδιαμάντης ζούσε,λέει ο Τσιφόρος,ήταν άφραγκος,και πεινούσε και περίμενε να τον κεράσει κανά γιουβέτσι ο διευθυντής του.Τώρα στη Σκιάθο δείχνουν τη γωνιά του θανάτου του.Δεν είχε καν κρεβάτι,στο πάτωμα κοιμόταν,πάνω σε ένα φθαρμένο στρώμα.Κοίτα τον,τον κοσμοκαλόγερο,ίδιος μοντιλιανική φιγούρα,με το στόμα να μυρίζει από την πεινα και το αλκοόλ.Και σας αρέσει να το διηγείστε και να θαυμάζετε,δήθεν,μα αν σας πάρουν όλα τα υπάρχοντα θα ξεχάσετε τα πάντα.Ξεχάσαμε να κρυώνουμε και να πεινάμε.Μιλάμε για αυτά σαν να ναι αρχαία ιστορία και είναι μόλις ένα βήμα πίσω.
Βουτάω στα μάυρα κύματα,και η κατάρα μου,να μη μπορώ να ξεχάσω,με ακολουθεί.
Δαγκώνω τα χείλη μου και βγαίνει αίμα.
Είμαι κανίβαλος όπως όλοι σας.Όλοι σας.

Thursday, July 12, 2007

John Betjeman


ίσως ο αγαπημένος μου ποιητής,που τα παιδιά τον κορόιδευαν για το γερμανικό του όνομα,που διδάχθηκε από τον Τ.Σ Έλλιοτ και τον Κ.Σ Λιούις και είχε φιλικές σχέσεις με τον Ώντεν,που κατηγορήθηκε για κατάσκοπος του ΙΡΑ και ήθελαν να τον πάνε για εκτέλεση,που προς το τέλος της ζωής του έγινε Poet Laureate,που γελούσε μα έπασχε από κατάθλιψη,που έφυγε από την Οξφόρδη χωρίς να πάρει πτυχίο,που ένιωθε σπίτι "στις επαρχιακές αγγλικες πόλεις φωτισμένες αχνά από τις γκαζόλαμπες",που περιέγραψε την ψευτοθρησκεία και τον καρκίνο και την παιδεραστεία και την αρχή του νεοπλουτισμού με σχεδόν βελούδινο τρόπο,που ήθελε να τον ξέρουν ως "κωμικό",που είπε στην τηλεόραση του BBC γελώντας "No,I haven't had too much sex",που έπασχε από Πάρκινσον και έφυγε από τη ζωή,συνοψίζεται στους στίχους
"I made hay while the sun shone.My work sold.
Now give me the bonus of laughter,as I lie cold".

Wednesday, July 11, 2007

Lacryma


Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα.
Και τα δάκρυα,αν είχαν φωνή,θα ήταν αυτή του Enrico Caruso.

Tuesday, July 10, 2007

υποταγή


Butterfield 8.
James Mason,Liz Taylor.Φοράει το κλεμμένο μινκ παλτό,γαργάρες με ουίσκυ στα γρήγορα στο νιπτήρα,από μέσα τίποτα,και στον καθρέφτη γράφει,δεν είμαι για πούλημα.
Λέγεται-ίσως είναι αλήθεια,και μάλλον είναι-πως η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
Για τη Gloria Wanderlust δε θα γραφούν κειμενα ερωτικά.Δε θα γραφούν κείμενα υποταγής.Δε θα τα γράψει εκείνη.Θα γραφτούν κείμενα για το πόσο καλά γαμιέται.
Δεν βάζεις το σπουργίτι,το ελάφι στη φυλακή.Θα υποταχτεί σωματικα μα η ψυχή θα τρέχει στα ρουμάνια-εκτός και αν υποταχτείς κι εσύ στο σπουργίτι,το ελάφι.
Προς το παρόν η Gloria βγάζει τα ρούχα της κι πάει να συναντήσει τον James Mason,κολυμπώντας γυμνή προς το φάρο.Μα δεν πουλιέται.

Monday, July 09, 2007

Νιβέα και μανάδες


Γίνομαι η μητέρα μου.Και ο Όσκαρ Ουάιλντ,ο αγαπημένος μου,λέει κάτι πως η τραγωδία της γυναίκας είναι να μοιάζει με τη μητέρα της καθώς μεγαλώνει,μα δε με νοιάζει,γιατί η μάνα μου είναι ευλογία Θεού.Δεν τη βλέπω μόνο εγώ έτσι,μα κι αν το έκανα,δε με νοιάζει.Αποκτώ συνήθειες και εκφράσεις προσώπου.Τη θλίψη στο στόμα.
Όταν ήμουν έφηβη την πειραζα,μα υπαρχουν τόσα καλλυντικά,γιατί αγοράζεις πράσινο σαπούνι και νιβέα στο μπλε κουτί;Εγώ κοιτούσα περιπαθώς τα αρωματικά σαπούνια και τις κρέμες και τα αρώματα και τη σνόμπαρα,και την κορόιδευα.
Μα μεγαλώνω.Γυρνάνε οι παιδικές μυρωδιές,Και τελικά το δέρμα μου είναι ευαίσθητο.Και δέχεται ελάχιστα πράγματα.Και βαρέθηκα τις μυρωδιές και τα πολυτελή πακέτα,τα βαρέθηκα.
Και σήμερα,με τα χέρια σκασμένα από τα απορρυπαντικά,αγόρασα ένα κουτί νιβέα.Μπλε.
Και κάθε βράδυ στο ντους,πάνω στο σφουγγάρι μου,υπάρχει σαπούνι πράσινο.

Sunday, July 08, 2007

Η ευτυχία πάνω σε ένα καίκι.Ο ψαράς με βοηθάει να ανέβω με την οκτάχρονη ανιψιά μου,ακολουθεί η νύφη χαμογελαστή,άλλοι,φοβούνται,η μικρή λέει,έχει πιο πολύ πλάκα να έχει κυματα.Φευγουμε,ο γιος του ψαρά να γελάει η στα μεγάλα κύματα,η ανιψιά μου κρατάει το χερι και γελάει,ίσως και να ρχονται στο ύψος του καικιού στα κύματα,γελάμε και οι δυο χέρι χέρι,ΠΑΜΕ ΠΑΛΙ!φωνάζει η μικρή,γελάω,φωνάζω δυνατά,"άλλος με τη βάρκα μας",το χω απωθημένο,Κ,θές να πούμε ένα τραγούδι,το λεγε η Μάρθα στα λαιβ του Θανάση,βάρκα μου μπογιατισμένη,παραδοσιακό της Λέρου,με ένα τσιγάρο στο χέρι,άσπρο φόρεμα να ανεμίζει,φτάνουμε στα κότερα,χαιρετάνε τη νύφη,τους στέλνω φιλιά,κατεβαίνουμε,πάμε στην εκκλησία με τα βιολιά,μου πετανε ρύζια μυρίζει δεντρολίβανο,μυρίζει ροδοπέταλα,στα κύματα το πρόσωπο του κυριου Μάνου,το δα,το δα είμαι σίγουρη,κοιτα με πως λάμπω Θεέ,και αν θες να με πάρεις,είμαι στο χέρι σου από δω και περα,βγάζω γλώσσα στην πλάση,ο πατέρας μου χορεύει ζειμπέκικο με το σακάκι στον ώμο,με φιλάει στο μάγουλο,δεν μιλαει,μα γιατί να πει κάτι;Αφού με ξέρει.

Thursday, July 05, 2007

Ενύπνιο

Δεν κοιμάμαι πια ήσυχη.Δεν ήμουν ποτέ η γυναίκα σου.Δεν ήμουν καν η ερωμένη σου.
Ταξιδεύω με έναν τόμο του Σεφέρη και την Έρημη Χώρα.Γιατί η έρημη χώρα ελιμαι εγώ και το σώμα μου.
Γράφω πληγές και τις μετράω μία μία.Φοράω ένα πουκάμισο που έχει κεντημένα τα λόγια "ποιος τρελός πρωτοανακάλυψε το φιλί".Το διαβάζουν και καταλαβαίνουν.Η καρδιά μου ανοιχτή να περιμένει.
Μια μέρα θα συναντηθούμε στο ίδιο μπαρ που πηγαιναμε τότε.Τότε που με προστάτευες.Τότε που έσκυβες να μυρίσεις το άρωμά μου.Κοντά στο λαιμό μου.Κόλιανδρος έλεγες,κόλιαντρος και ξύλο,κορμός βαθύς,βανίλια φρέσκια.Και πεινούσες για μένα.
Θα ζητήσω να παίξουν Χιώτη.Σ 'αυτή τη γωνιά..δε θα ανάψουν τα φώτα του μαγαζιού,θα έρθει το φως της μέρας.Θα ζητήσω τα Σκουριασμένα Χείλη και θα μου φιλήσει το χέρι ο μπάρμαν.Θα ξέρει.Θα κοιμηθώ τρέμοντας και θα ναι Νοέμβρης.Όταν ξυπνήσω θα χουν ανθίσει η μυγδαλιές και συ θα σαι νεκρός και εσύ το ίδιο.Αιτία θανάτου,ανεξιχνίαστη.
Δε θα βρουν το πτώμα σου ποτέ.

Wednesday, July 04, 2007

Εμένα με συμφέρει

να γδύνονται οι γυναίκες
κι ας μην τις αγαπάνε
οι άντρες που κάθονται
στου κρεβατιού την άκρη

μα ποιος είπε πως ο έρωτας είναι κάτι το όμορφο;
ο έρωτας είναι επώδυνος.Κλαις,πονάς,τον έχεις,δεν τον έχεις,αγαπάει άλλη,δεν σε αγαπάει,δεν τον αγαπάς εσύ,ακόμα και όταν ενώνεστε πόνος και λυγμός και απελπισία διαγράφεται στο πρόσωπο,γυρνάς να σου πουν φλιτζάνια και άλλα γραφικά,γίνεσαι γραφικός μυρίζοντας σεντόνια,πας με άλλους για να τιμωρήσεις και να τιμωρήσεις τον εαυτό σου,πας με άλλες και ξοδεύεσαι,τσιγάρα εκατομμύρια,τραγούδια που ντρέπεσαι να παραδεχτείς πως τα ξέρεις,κατάρες και ηλίθιες απειλες αυτοκτονίας,τιμωρία στα κομμωτήρια,κόψτε τα όλα,όλα,ξημερώματα στην πλατεία Βικτωρίας με κακό καφέ στο χέρι και ρούχα χτεσινά,να σε λυπούνται οι εργάτες και να σε κοιτάζουν με συμπάθεια τα παιδιά,σε μισώ σε απεχθάνομαι,κάκιστες δακρύβρεχτες ταινίες,μίλα μου είμαι στο χείλος του γκρεμού,
στο κάτω κάτω εμένα με συμφέρει.

Monday, July 02, 2007

Η ομορφιά


Η ομορφιά κάποτε θα σώσει τον κόσμο.
Και κοιτώντας τον Ρούπερτ Μπρουκ, θαμμένο στη Σκύρο,καμιά φορά νομίζω πως κρατά ρομφαία.
Και δρεπάνι.
It was the best of times,it was the worst of times.

Sunday, July 01, 2007

bored


Fucking bored
even though
I drank
too much
alcohol

Saturday, June 30, 2007

Αν είχα


μια ψηφιακή κάμερα, θα ανέβαζα φωτογραφίες σήμερα,τις φακίδες που ζωγράφιζα στο πρόσωπο της Μ.,οκτώ χρονών,με μολύβι ματιών,για "να μοιάζει με την Πίπη τη Φακιδομύτη",το μεταξωτό κιμονό που μου έστειλε η Α. από το Μιλάνο,το Θ.τριών χρονών να φωνάζει "οχι άλλο φαγητό,μα τον Τουτάτις!",το Δ.,εφτά χρονών,να ξεκουμπώνει με παιδικό φλερτ τα λουράκια από τα πέδιλα της Μ. και το Θ.που είναι ερωτευμένος μαζί της να του φωνάζει "μην πειράζεις το παπούτσι της!",τις Νεφέλες του Αριστοφάνη που μου έκαναν δώρο,μα έχω μόνο το εξώφυλλο της Milly Molly Mandy που διάβαζα στη Μ.σήμερα το πρωί καθώς πίναμε παγωμένο,σπιτικό τσάι λεμόνι κάτω από την ομπρέλα και μου έλεγε πως θα ήθελε να μένει στο σπίτι της Milly Molly Mandy,να φοράει τέτοιο βαμβακερό φουστάνι και να καλλιεργεί λαχανικά σε μεγάλο κήπο,και να έχει κοτούλες και ένα πόνυ για να κάνει βόλτες με τον παππού της που πουλάει τα λαχανικά στην αγορά.

Friday, June 29, 2007

ζαχαρωμένα δαμάσκηνα


σαν σήμερα, που γεννήθηκε ο Αντουάν Σαν Εξυπερύ το 1900,καίγεται η μισή μου παιδική ηλικία.
Δεν χορεύουν πια στα έλατα οι νεράιδες.
Και πολύ μακριά μα τόσο κοντά,που
"θέλω ακόμα μια φορά
καθώς προχωρά η ζωή
θέλω να τύχει να σε δω
που βρέθηκες εδώ
και να 'χω, να χω αγκαλιά
το πρώτο μου μωρό"
έχω κι εγώ μια θλίψη σα θυμό.
βαθιά σαν την άβυσσο.

Thursday, June 28, 2007

Άλλο ένα πρωί


που έφαγες για πρωινό βερύκοκα,έσταξε ο χυμός στο σαγόνι,το νερό ήταν ζεστό και πλύθηκες με νερό από το ψυγείο,μαλλιά κρόταφοι μάγουλα για ένα λεπτό ανακουφίστηκαν,αχ μόνο ένα λεπτό,να βάλω παγάκια στο ψυγείο,τέλειωσε πάλι η χλωρίνη,δε γουστάρω τις παρόλες σου ξηγήθηκα,και δε γουστάρω τις γκόμενες που κερνας και χαριεντίζεσαι μα κάνω τη χαζή,σε σκοτώνω μέσα μου μια δυο τρεις ,η πληρωμή μου κάποιες ρυτίδες ρε φίλε,ακούς dance of the sugar plum fairies του Τσαικόφσκυ,σκουπίζεις τα σκουπισμένα,σκουπίζεις δυο δάκρυα απ το μάγουλο,σύνελθε έλα,θέλω η δόλια να πετάξω μα δεν έχω τα φτερά,Καλδάρας,Χρονάς και Ελευσίνα και Φυλής και Σαλαμίνα,η Μοσχολιού στο περβάζι,η σκούπα ξεχασμένη στη γωνία,μάνα,αχ μάνα,εσύ ήσουν η ωραία Ελένη κι εγώ η Κασσάνδρα,μη λυπάσαι τον εαυτό σου,σφίξε τα δόντια μα τρίζουν πια,πόσο θα αντέξουν,πόσο θα αντέξει το στήθος και τα 21 γραμμάρια της ψυχής,when I die,think only this of me,τι όμορφος που ήταν ο Ρούπερτ Μπρουκ στην Καλλίπολη,τα χαρακώματα,μια ζωή στα χαρακώματα χωρίς πόλεμο,αν πεθάνω θέλω να βάλετε όλοι τη Μπλε Ώρα του Γκερλαίν και να μυρίζει όλος ο άνεμος σούρουπο.

Monday, June 25, 2007

Αρθούρε Ρεεμπώ,απόψε θα μπω

στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι,γιατί καμιά σπίθα δεν ανάβει πια.Και τέλειωσε το αψέντι και γκρεμίστηκε και η Αθήνα και το Παρίσι και οι γυναίκες πια δεν κάνουν παιδια μα μοιρολογάνε τα μαραμένα σκέλια τους.
Και τα σκυλια αλυχτάνε και πέθανε και ο Μητσάκης και ο Ζαμπέτας και η ομορφονια που δεν την αγαπησε κανείς και δεν τους εκλαψε κανεις ούτε τους εθαψε μα εμειναν τα κουφαρια να τα φανε τα σκυλια σαν την Ιεζάβελ.
Και ήρθε η μεγάλη ζεστη και ο τρόμος με χρώμα νέον.Και ήρθε και η δικτατορία με τη μορφή του γλυκομίλητου ηγέτη.Και έσβησαν μόνα τους τα καντήλια.Και έβρασε το νερό της θάλασσας.
Και περπατούσαν νεκροζώντανοι οι άρρωστοι στα άσυλα και ότι άγγιζαν γινόταν σταχτη.
Και ο κόσμος έσβηνε σιγά σιγά μέχρι να μείνει μια τηλεόραση αναμμενη.

Thursday, June 21, 2007

Κάθε μέρα

θα σε αγαπάω πιο πολύ
θα θέλω να κάνουμε έρωτα κάθε στιγμή
δε θα κοιτάω τις φωτογραφίες σου και δε θα έχω τίποτα να σε θυμίζει
καμιά φορά θα φοράω το καλό μου νυχτικό και ας κοιμάμαι μόνη
μια μέρα θα κάνω τα παιδιά κάποιου άλλου
ίσως και να είμαι καλή μητέρα τελικά
θα πηγαίνω στο θέατρο τις Κυριακες-παράσταση απογευματινή,για έναν παρακαλώ-
θα είμαι η Νύφη του Ματωμένου Γάμου και η Μάνα μαζί
που τα δάκρυα θα αναβλύζουν από όλο της σώμα
στο σώμα σου όλα τα χρώματα
θα πηγαίνω σε γάμους βαφτίσια και τσάγια
δε θα χω ζήσει έναν έρωτα μα κάτι θα χω ζήσει
θα ακούω Μπαγιαντέρα όταν δε θα μπορώ να κοιμηθώ
θα έρχεται τα Ψυχοσάββατα η μυρωδιά του δέρματός σου απ'το πουθενά
μετά θα σε σκοτώσω.

Wednesday, June 20, 2007

Καθημερινά

Σήμερα έκανα σημειώσεις για πράγματα που χρειάζεται να γίνουν,διάβασα μια μικρή βιογραφία του Γιόζεφ Μένγκελε ,(γιατί ήξερα ελάχιστα για το Δρ.Μένγκελε) τρόμαξα, έψαξα του βιβλίο "Τα παιδιά από τη Βραζιλία" μα δεν το βρήκα,την ταινία με τον Ολίβιε και τον Πεκ τη βρήκα αλλά δεν αποφάσισα να την πάρω,έκανα μπάνιο στη θάλασσα (τσαντίσου όσο θες γιατρέ μου μα έκανε υπερβολικά πολύ ζέστη),έφαγα μισό βαζάκι φυστικοβούτυρο,οι εφημερίδες δεν ήρθαν ακόμα,και νομίζω πως παραπήγε αυτή η αναγκαστική τεμπελιά μέχρι τώρα.

Tuesday, June 19, 2007

Ζωή και χιούμορ

Ο Έλληνας δεν έχει χιούμορ-ή μάλλον,πρόσφατα απέκτησε.Ο Έλληνας γελούσε και γελάει κοροιδεύοντας ή κάνοντας μιμήσεις κουτσών,τραυλών,αναπήρων,νοητικά καθυστερημένων,ουσιαστικά κολάκευε τον εγωισμό του,κορόιδευε,κάτι που γίνεται πολύ ακόμα και σήμερα,τραγικό παράδειγμα το "Ζετέμ",δεν κάνει λογοπαίγνια,δεν δίνει σπιρτόζικες απαντήσεις,μιμείται θηλυπρεπείς,τραυλούς,και πάει λέγοντας.Ήρθε κάποια στιγμή ο Σακελλάριος και ο Τσιφόρος και ο Πρετεντέρης,ο Τζαβέλλας,μετά το Ελέυθερο Θέατρο,ο Μαρίνος,ο Ξανθούλης,ο Λαζόπουλος,ναι,κάποια ψήγματα της δουλειάς Ρέππα-Παπαθανασίου και Ρήγα-Αποστόλου,και τώρα ήρθε ο Γιώργος Καπουτζίδης.
Πολλοί ήταν δύσπιστοι,τα τελευταία δυο χρόνια,"έλα μωρέ" από ανθρώπους του πνεύματος(φυσικά και το περισσότερο φαρμάκι πάντα το χύνουν οι διαννοούμενοι),η δυσπιστία,"η εξαργύρωση της επιτυχίας"-καραμέλα των αριστερόφρονων(μα η ίδια ξύλινη γλώσσα μια ζωή);
Πίστευα σε εκείνον από τις "Σαββατογεννημένες".Ήταν κυνικός όσο έπρεπε,σαρκαστικός όσο έπρεπε,ανθρώπινος όσο μπορούσε.Αισιόδοξος από τη φύση του,ένα αγόρι από τις Σέρρες που πέρασε τη ζωή του μπροστά στην τότε κρατική τηλεόραση επειδή δεν τον έκαναν παρέα και περνούσε τα βράδια του στο επαρχιακό σινεμά,(Πέπε απο το Σινεμά ο Παράδεισος",πιστεύοντας την μεγάλη και μόνη αλήθεια πως η ζωή συνεχίζεται,πως μόνο όταν ξεπερνάς τον εγωισμό σου και αγαπάς χωρίς όρους μπορείς να βρεις την ευτυχία,πως ο θάνατος είναι μέσα στον κύκλο της ζωής,κλείνει για μένα το μάτι στον ιταλικό νεορεαλισμό,ακόμα και σε εκείνον το μέγιστο Φελλίνι, τον Τορνατόρε και το Μπενίνι (κλαυσίγελος),ένας άνθρωπος που κρίνει την τηλεόραση καίρια και σωστά γιατί μόνο κάποιος που αγαπά τόσο την τηλεόραση βλέπει τόσο καθαρά τα στραβά της,και μας κλείνει το μάτι λέγοντας,στο τελευταίο επεισόδιο που εγώ έκλαψα και το ευχαριστήθηκα,πως η ζωή,είναι έξω κι μας περιμένει.
Όταν ήμουν 14 χρονών,γελούσα με μια σατιρική εκπομπή στο ραδιόφωνο.Δεν θυμάμαι πια τον τίτλο.Φετος ο μπαμπάς μου,μου είπε πως τότε κατάλαβε πως έχω αισθηση του χιούμορ και χάρηκε περισσότερο από τυχόν καλούς βαθμούς και σχολικές επιδόσεις,γιατί "είναι όπλο στις αντιξοότητες της ζωής".Και έχει,για άλλη μια φορά,δίκιο.
Παιδιά,η ζωή είναι έξω.Κλείστε τους υπολογιστές,τα ντιβιντια και την τηλεόραση.
Είναι καλοκαίρι-ελάτε στα νησιά,ξέρετε τι όμορφα που είναι τον Ιούνιο;

Monday, June 18, 2007

πως γίνεται συνέχεια να φταις;

ότι και να κάνεις,φταις.Λες πως παρεξηγείσαι,μα φταις.Για όλο σου το είναι.
Κοιμάμαι αγκαλιά με ένα σπασμένο κομμάτι γυαλί.Μην τολμήσετε να μου το πάρετε.Το κρύβω ευλαβικά κάτω απ το μαξιλάρι σα φυλαχτό.Αν σε αγαπάω πολύ,θα σε αφήσω να το πιάσεις.Μια άκρη εσύ,μια εγώ.Θα σε αφήσω να σκίσεις το μάτι μου,εκεί,στην κόρη.Να αναβλύσουν όλα τα δάκρυα μαζί με το αίμα,να αναβλύσει και ο θυμός.
Πάντα εγώ είχα τον έλεγχο,μην ξεγελιέσαι,άτιμή μου νιότη.Εγώ τα είχα οργανώσει όλα.Και σε άφηνα να ξεγελιέσαι.Βάση σχεδίου.
Όλα τα σπουργίτια πέταξαν εκείνο το βράδυ στην πλατεία στη Βιέννη.Το αηδόνι είχε το αγκάθι στο στήθος και τραγουδούσε όλη τη νύχτα,με άφησες να πάιξω στον κήπο σου,τώρα θα σε αφήσω να παίξεις στο δικό μου.Θα σε αφήσω να πειστείς πως εσύ έδιωξες το φίδι αν και εγώ το ξόρκισα.
Αφού έτσι σε βολεύει.Πότε σου χάλασα εγώ το χατήρι,για να σου το χαλάσω τώρα;

Friday, June 15, 2007

στις 15 Ιουνίου..

Ήταν Ιούνιος όταν γεννήθηκαν τα παιδιά αυτά,ο Απόλλων και η Άρτεμη,κυνηγημένοι από τη μοίρα-Ήρα όχι στο νησί της Δήλου,μα στην έρημο της καλοκαιρινής Αθήνας στο σκληρό αττικό φως που προμήνυε τόσα και τόσα,μα δεν ήξεραν και ήταν ευλογημένα και καταραμένα,και ο φοίνικας της Λητώς ήταν οι εμβρυουλκοί και οι κουτάλες που λεκιάστηκαν από τη ματωμένη της μήτρα και δεν ξαναχρησιμοποιήθηκαν,παιδιά μου εσείς τι φταίτε,στο κεφάλι σας τα αίματα σαν τους ματωμένους αμνούς,θυσία δίνω το μυαλό σας,άσπιλο,και τα μάτια σας μεγάλα και απορημένα,και ο Απόλλων μελαχρινός με δέρμα κατάλευκο,η Άρτεμη ξανθιά και γαλανομάτα με το τόξο της,το ασημένιο το φεγγαρόφωτο,και ακολούθησαν δρόμους χωριστούς,η Άρτεμη σκοτεινή σεληνιακή με έκφραση σχεδόν υστερική,να τριγυρνάει σε λίμνες και πέλαγα όχι πια παρθένα μα πάντα άσπιλη,καταραμένη να σκοτώνει όποιον είδε το γυμνό της σώμα,κατακερματισμένο από τους πόνους της γέννας,να αγαπά το σεληνόφως και την κρυάδα του,και ο Απόλλων πάντα φωτεινός χωρίς λύρα με τα χέρια ατροφικά πάντα σε σχήμα γροθιάς έτοιμος να υπερασπιστεί το κάθε κακό,να γυρνά στον ήλιο για βοήθεια σαν ηλιοτρόπιο μεγάλο και φωτεινό,πάντα μεσόγειος και Έλληνας σε όλο του το μεγαλείο,και μουσικη ήταν η φωνή του και τα μάτια του τα ίδια,να μαγεύουν,να ταξιδεύουν,να τον ζηλεύουν οι συνθέτες οι σπουδαγμένοι και το κοινό υπνωτισμένο να είναι έτοιμο και στο γκρεμό να πέσει,λατρευτός και όμορφος και εκείνη να τον προστατεύει με το τόξο,να τον σκεπάζει με το αρκουδοτόμαρο να μην κρυώνει τα βράδια,μόνοι μέσα στον κυκεώνα του νεοελληνισμού και των συγγενών και της κατάρας που δεν ήξεραν,χωριστά μέρα και νύχτα,για λίγο συναντιόνταν,τραγουδούσαν παλιά λαικά και χώριζαν ξανά,εκείνος σα φαντασμα και σκια την επισκεπτόταν στα ταξίδια της στα δάση,όταν έκανε εκκλήσεις στο φεγγάρι,όταν προστάτευε μέθυσους και μικροεγγληματίες στα πεζοδρόμια να χάνουν στα ζάρια,εις τους αιώνες των αιώνων,αμήν.

Thursday, June 14, 2007

Και μια ζωή παλεύεις...


Μια ζωή είσαι σε πόλεμο με σένα, να αποδεχτείς τον εαυτό σου ή να τον σκοτώσεις, να δείξεις το εσωτερικό σου γυμνό,χωρίς όλα τα φύλλα που το καλύπτουν σαν ένα κρεμμύδι,να απλώσεις τα χέρια,να πεις είμαι αυτή και δε με νοιάζει,ή να τον θάψεις στο χώμα βαθιά και να τον απαρνηθείς, να πεις,αγάπη έλα,σε όλες σου τις μορφές,και να απαρνηθείς τον εγωισμό σου,να τον βάλεις επιτέλους δεύτερο σε μοίρα,μα το στοίχημα είναι να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά, "Kopf hoch" όπως λένε οι Γερμανοί,λαός περήφανος, και αν το καταφέρεις θα κοιμάσαι ήρεμα χωρίς "βοηθήματα" one pill makes you larger one pill makes you small, και δε θα ξοδέυεσαι από δω και από κει,και το φαγητό θα έχει επιτέλους γεύση και το νερό θα ναι καθάριο και δροσερό,και δε θα ζηλεύεις μέρη και σπίτια,και ανθρώπους, δε θα λερώνεις το φιλί, εσύ κλεισμένος στο σκοτάδι για να σωθείς απ' τους γνωστούς κι εγώ ξημέρωμα στον Άδη να ξεφορτώνω τους πιστούς, και από τους περαστικούς δε θα κρύβεσαι ξημερώματα.

Monday, June 11, 2007

Μια φορά κι έναν καιρό..


ήταν ένα κορίτσι που προσπαθούσε να φτιάξει κοκκαλάκια με κουμπιά που περίσσεψαν και φτηνά πλαστικά ζωάκια.Δεν της πετύχαιναν και τα πετούσε.Έκοβε παλιά ρετάλια μουσελίνες και πετσέτες ελαττωματικές και προσπαθούσε να κεντήσει το μονόγραμμά της με κόκκινη κλωστή. Δεν πετύχαιναν και τα πετούσε και αυτά.Προσπαθούσε μετά να φτιάξει καλύμματα για κουτιά από χαρτομάντιλα από σελίδες παλιών περιοδικών.Ούτε αυτά.Και όλα κατέληγαν στον κάδο.Δεν είχε κανένα ταλέντο.Μετά της ερχόταν να κλάψει μα δεν έκλαιγε,ντρεπόταν.

Μαύριζαν τα νύχια της και γίνονταν γαμψά και σκληρά σαν της μάγισσας.Το σώμα της σιγά έλιωνε,σαν από ζάχαρη,και σάπιζε.Γινόταν κάτι αλλο,απέθαντο,νεκροζώντανο.

Τρεφόταν μόνο από τους καπνούς των τσιγάρων.Σιγά σιγά τα μάτια της κοκκίνιζαν γύρω γύρω από γτα δάκρυα που γίνονταν αίμα.

Οι άνθρωποι δεν την ήθελαν κοντά τους,νόμιζαν πως ήταν κακιά και χαιρόταν με τις λύπες τους.Τα βράδια τυλιγοταν με ένα μαύρο σάλι και θυμόταν τα μαλλιά και πως είχε λεκιασμένα δάχτυλα από μελάνι και χρώματα,της έδιναν κάτι χάπια με γεύση μαλλί της γριας μήπως και θυμηθεί.Μα δε θυμόταν.Θυμόταν μόνο πως αγαπούσε τους ανθρώπους,μέχρι το τέλος του κόσμου,και πως κακιά δεν είχε γίνει ποτέ.

Sunday, June 10, 2007

Να σου λερώνω το φιλί

Φτιάχνω μάτια με γκλίτερ και πέφτει στα μάγουλά μου.Ζεσταίνω το μολύβι στην άκρη του αντίχειρα.Καφέ καρυδιάς λέει.Ο καμβάς του προσώπου μου τεντωμένος,σμίγω τα φρύδια.
Φυσάει.Ακούω το βοριά από τις γρίλιες.Σα να μαρμαρώνει από κάτω η θάλασσα.
Ότι πιο όμορφο έχεις πάνω σου,αυτό θα χαλάσει πιο γρήγορα,μου είπε μια γιαγιά.Ας είναι.
Παραθαλάσσιοι καφενέδες κλειστοί και σπίτια βαμμένα στο χρώμα των κουφέτων,γαλάζια,ροζ,φυστικί.Σιχαίνομαι το υποβρύχιο-βανίλια.
Είμαι μετέωρη πανω σε μια γη μετέωρη που στροβιλίζεται με πόνο ακολουθώντας τη δική της μοίρα.Η γη σκάφτηκε δίχως έλεος.Σα να της πήραν τη μήτρα.Εμμηνοπαυσική γκριζομάλλα.
Κοιτάω λίγο σνομπ,λίγο αγχωμένα τον ήλιο.Ισιώνω την πλάτη.
Έτσι κι αλλιώς,τον κόλπο σου πααρεύουν κάθε βράδυ,της ψιθυρίζω.

Saturday, June 09, 2007

Χειμερία νάρκη

Κοιτούσα όλη την ημέρα χάρτες.Δεν άλλαξα από τις πυζάμες μου.Δεν χτένισα τα μαλλιά μου.
Δεν μίλησα σε κανέναν.Δεν έστρωσα το κρεβάτι μου.
Αν ήμουν ο φίλος μου,θα με χώριζα.

Friday, June 08, 2007

Φεύγουν..

Φεύγουν οι γονείς μας και οι γονείς των παιδικών μας φίλων και τα πεντάχρονα κορίτσια που έκανες παρέα και χάιδευες μαζί τους τα κλωσσόπουλα στο κοτέτσι είναι οι κόρες του νεκρού μαυροφόρες με πρησμένα μάτια στο τραπέζι του καφενείου πάνε τα σπασμένα πιατάκια που παίζατε τις κουμπάρες άνω γλυφάδα που τα λέγανε σούρμενα ή τράχωνες ή δεν ξέρω κι εγώ τι ένα καφενείο με τασάκια και ρολόι διαφημιστικά ζεσταίνομαι όλοι μαύρα μα όχι ένα πιάνο εγώ τα ρούχα τα χω αφήσει στο νησί φοράω λευκό πουκάμισο πίνω μονοκοπανιά τρία κονιάκ το στομάχι μου ο καφές όπως πάντα στις κηδείες παραείναι γλυκός τα ανίψια κουβάλησαν το φέρετρο κανείς μας δε μιλάει τσιγάρα ανάβουν σβήνουν το κονιάκ αυτό ούτε στο γλυκό δε θα το βαζα μα είναι εδώ είναι αλκοόλ και ξαναβάζω στα ποτήρια όλων δε μιλάνε η χήρα του ήσυχη ένα λυγμό έβγαλε αγκαλιάζω την ε.δε μιλαμε με σφίγγει ξέρω και ξέρει κάνει ζέστη ευτυχώς κανείς δε φοράει μαύρα γυαλιά να κρύψει υποκριτικά τον πόνο θέλω να βλέπω τα μάτια των ανθρώπων αν κλαίμε σιγά το πράμα δίπλα δυο μικρά της οικογένειας παίζουν δεν καταλαβαίνουν τι ευτυχισμένα μα τις ξέρω από παιδιά πονάει το στομάχι μου τρία κονιάκ μονοκοπανιά θα στο κάνουν αυτό τα πιατάκια στις αυλές έγιναν χίλια κομμάτια και ο ήχος της σπασμένης πορσελάνης μου τρυπάει τα αυτιά

Wednesday, June 06, 2007

Η Τσέρυ έχει επισκέψεις

Βαριέμαι πάρα, πάρα πολύ αυτές τις μέρες.Κοιτάω το ταβάνι,διαβάζω μέχρι να διαβάσουν τα μάτια μου,πίνω καφέδες,πίνω τσάγια και καπνίζω.Κάνουν ότι μπορούν οι δικοί μου,μα καμιά φορά,και θα ήταν απίθανο να μη συνέβαινε,βαριούνται την ακατάσχετη φλυαρία μου,για το τι έγινε σα σήμερα,τα μικρά των εφημερίδων,την υπεροχή του βαμβακερού υφάσματος,τα βιβλία,και τα παρακάλια μου να μου λένε ιστορίες απ'το χωριό και "τι έγινε τότε που.."
Ήρθε η ξαδέρφη μου να με δει σήμερα,μια κοπέλα εντελώς διαφορετική από μένα,που δεν είναι κυκλοθυμική,που δεν καπνίζει δεν ξενυχτάει δε σπαταλάει ανέξοδα, πολύ clean cut σε σχέση με το δικό μου ότι να ναι,ευγενική με συγγενείς με καταστήματα με αγνώστους.
Η οποία βρίσκεται σε φοβερή κρίση γιατί παντρεύεται και ο γάμος της βγήκε με πολύ κόσμο αντί για κλειστός,γιατί δεν έχει προετοιμάσει τίποτα,που σαν κι εμένα δε θέλει να την πολυκοιτάζουν όπως γίνεται στους γάμους,που κάθε βράδυ τώρα τελευταία βλέπει εφιάλτες,που δε μπορεί να χαλάσει χατήρι στη μητέρα της,και που γενικά άλλα ήθελε και αλλού της πάνε,στο γάμο πάντα.
Οι γάμοι είναι πολύ κουραστικοί πάντα,γενικά,πέρασα ωραία και το διασκέδασα μόνο σε έναν σε τόοοσους που έχω πάει,οι μόνοι που δε βλέπονται και δε το χαίρονται είναι το ζευγάρι,που στραβώνει το στόμα σου απ'τα ψεύτικα χαμόγελα,"ευχαριστώ",που παίρνεις άχρηστα κιτς δώρα,που ζεσταίνεσαι και βαριέσαι και το φαγητό και οι χοροί είναι βεβιασμένοι.
Εμένα προσωπικά θα θελα να με κλέψουν,να ντυθώ μόνη με το "τώρα νυφούλα μου χρυσή .."απ το Ματωμένο Γάμο που μάλλον καλός οιωνός δεν είναι,να παίζουν μπουζούκια και να χαίρομαι με τον ανυποψίαστο χριστιανό που θα με πάρει,μαζί,αν γίνει γάμος,γιατί με αυτά που άκουσα και έχω δει δεν πολυθέλω να παντρευτώ γιατί θα με πάνε διακοπές μόνιμες σε από αυτά τα ωραία νοσοκομεία με μεγααλους κήπους και στρώματα στους τοίχους.
Καθε γυναίκα φαντάζεται το γάμο της,εγώ σκέφτομαι κυρίως ροζ μωράκια και χαρά που θα ακολουθήσει,γιατί το σημαντικό δεν είναι η τελετή,είναι αυτό που θα δημιουργήσεις,η ζωή με τον άνθρωπό σου,η κοινή ζωή με καφέδες στο μπαλκόνι και παιδικες αρρώστιες και πλυντήρια,καβγάδες για τα έξοδα και σινεμά τις Κυριακές,και βούρτσισμα των δοντιών στο νεροχύτη κοινό το πρωί.
Αποφάσισα πως όταν ντύνεται η ξαδέρφη μου θα πάρω ένα ωραίο μεταλλικό κουτί και θα κερνάω λεξοτανίλ και ταβοράκια από μέσα,και θα χω και ένα μπουκάλι παγωμένη βότκα τουλάχιστον να γίνουμε ντίρλα,να γελάμε σα χαζοί.Αυτά.

Monday, June 04, 2007

τώρα άρχισαν οι μεγάλες ζέστες.

δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να καταδικάζεις σε ακινησία έναν νευρικό και υπερκινητικό άνθρωπο.το λιοντάρι στο κλουβί δαγκώνει τις σάρκες του.
διαβάζω βιβλία που είχα ξαναδιαβάσει.κοιτάω το ταβάνι,σιχαίνομαι να με βοηθάνε για το παραμικρό άλλοι.
ζεσταίνομαι-αλλάζω ρούχ όπως όπως και φωνάζω σαν κακομαθημένη παιδούλα για το παραμικρό, "νερό", "μαμά πρέπει να πάω στο μπάνιο","φέρε μου το βιβλίο στο πάνω ράφι".
δεν μπορώ να δουλέψω και νιώθω ένοχη.περνάνε οι εικόνες στην τηλεόραση σαν σε εφιάλτες.
roll.cut.
ήπια κρύα λεμονάδα στην poupee και μου πήραν μέτρα,μια μοδίστρα στο ημιυπόγειο να μου λέει για το ορεινό της χωριό,αγόρασα δύο υφασμάτινα μαγιώ-φορμάκια δεκαετίας είκοσι,μου έκαναν τα μαλλιά κοτσιδάκια,ένα από δω,ένα από κει,μου χάρισαν κοκκαλάκια για ευχές,γρήγορη ανάρρωση.πήγα χωρίς το νάρθηκα.βλακεία,το βράδυ το πόδι μου ήταν μαύρο μπλε.
νιώθω σαν παράσιτο.¨θέλω τσιγάρα","θέλω καφέ",είμαι μια υπερφυσική μπέμπα.
4 βδομάδες.και είμαι θυμωμένη,πολύ θυμωμένη.